- CITY GUIDE
- PODCAST
-
18°
Carsten Henn, «Ο φούρναρης που ζύμωνε ιστορίες»: Αποκλειστική προδημοσίευση
Το μυθιστόρημα του Carsten Henn «Ο φούρναρης που ζύμωνε ιστορίες» (μετάφραση Μαρία Μαντή) κυκλοφορεί την Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου, από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο
Ένα συγκινητικό, feelgood βιβλίο που μιλά για τα συστατικά μιας καλής ζωής και σου φτιάχνει αμέσως τη διάθεση
Το μυθιστόρημα του Carsten Henn «Ο φούρναρης που ζύμωνε ιστορίες» (272 σελίδες, μετάφραση Μαρία Μαντή) κυκλοφορεί την Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου, από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο. Διαβάστε παρακάτω ένα απόσπασμα — μια αποκλειστική προδημοσίευση για την Athens Voice:
Κάθε μέρα ο Τζάκομο έδινε στη Σοφί λίγο ψωμί παραπάνω. «Πρέπει να το δοκιμάσεις» της έλεγε καθώς της έδινε ένα κομμάτι. Του άρεσε να βλέπει πώς η αίσθηση της γεύσης της Σοφί ξυπνούσε σιγά σιγά και μαζί μ’ αυτήν άνοιγε μπροστά της ένας νέος κόσμος αισθήσεων.
Ταυτόχρονα, εκείνη βελτιωνόταν ως παρασκευάστρια. Αυτό που ακόμη της έλειπε ήταν εκείνο το δυσπρόσιτο συστατικό που λεγόταν αγάπη. Ο Τζάκομο ήξερε πως το να κάνεις κάτι που δεν αγαπάς απαιτεί τεράστια προσπάθεια· όμως, αν αγαπάς τη δουλειά σου, αυτή σου χαρίζει μια βαθιά αίσθηση πληρότητας. Το ζήτημα ήταν πως αυτή η αγάπη μπορούσε να αντληθεί μόνο από ένα πολύ συγκεκριμένο πηγάδι: τον ίδιο σου τον εαυτό.
Η Σοφί, ωστόσο, όπως και πολλοί άλλοι, έβαζε στη ζύμη μια δόση μελαγχολίας και θλίψης. Η εξάντληση είχε αρχίσει επίσης να ενσωματώνεται σε ορισμένα από τα καρβέλια της. Και το κενό. Γιατί, άραγε, οι άνθρωποι δέχονταν ότι η αγάπη μεταδιδόταν κατά τη διαδικασία του ζυμώματος του ψωμιού, αλλά δεν καταλάβαιναν ότι και τα υπόλοιπα συναισθήματα κατέληγαν να γίνονται μέρος της τροφής;
Ο Τζάκομο δεν μπορούσε να βάλει προς πώληση το ψωμί που έφτιαχνε η Σοφί· το πετούσε μόλις εκείνη έφευγε από το μαγαζί – κι αυτό του ράγιζε την καρδιά. Γιατί, αν εκείνη δεν έβρισκε την πηγή της αγάπης της, κάποια στιγμή θα έπρεπε να φύγει από τη δουλειά. Και καθώς κανείς άλλος δεν είχε ζητήσει τη θέση, αυτό θα σήμαινε το τέλος του ονείρου του, να συνεχίσει να είναι ο φούρναρης του χωριού.
Ωστόσο, δεν ήταν αυτός ο λόγος που έμενε σιωπηλός εκείνη τη μέρα.
Έπρεπε να πάει στη λίμνη.
Όταν γύρισε στο σπίτι, φόρεσε το καλύτερο γκρι σκούρο παντελόνι του κουστουμιού του, το φρεσκοσιδερωμένο πράσινο πουκάμισό του με το διακριτικό σχέδιο, και τον συνηθισμένο του καφέ μπερέ. Τοποθέτησε μια καρό ασπροκόκκινη πετσέτα στο πίσω μέρος του ποδηλάτου, τύλιξε μέσα της δυο μπαγκέτες και τις στερέωσε με το μανταλάκι της σχάρας. Όπως πάντα, πήρε μαζί του και τη Μότε. Είχε τοποθετήσει ένα καλαθάκι στο μπροστινό μέρος του ποδηλάτου, στρωμένο με μια κουβερτούλα, μέσα στο οποίο η σκυλίτσα τρύπωνε με χαρά. Λάτρευε τη ζεστασιά και, αν το άνοιγμα του παλιού φούρνου δεν βρισκόταν τόσο ψηλά, θα είχε χωθεί μέσα του εδώ και καιρό.
Ποτέ δεν πήγαινε γρήγορα στον δρόμο για τη λίμνη, γιατί δεν ήθελε να φτάσει νωρίς.
«Σε παρακαλώ πολύ, αργότερα να πεις στην Έλσα ότι το καινούργιο παλτό τής πάει πολύ» είπε στη Μότε, που εκείνη τη στιγμή προσπαθούσε να χώσει τη λεπτή της μύτη κάτω από την κουβέρτα. «Και να χαρίζει καραμέλες με γεύση κεράσι στα παιδιά. Τι θα ήταν τα παιδικά μας χρόνια χωρίς τις τζάμπα καραμέλες; Είναι πολύ πιο νόστιμες από τις κανονικές».
Ο Τζάκομο μιλούσε στη Μότε εδώ και χρόνια για όλα όσα δεν ήταν ικανός να πει στην Έλσα. Η ηλικιωμένη γυ ναίκα πάντα του έκοβε τον λόγο σαν να ήταν ένα κομμάτι σκληρής και ξερής κόρας ψωμιού. Αν, όμως, τα έλεγε στη Μότε, έστω κι αν στην πραγματικότητα προορίζονταν για την Έλσα, τότε τουλάχιστον οι λέξεις υπήρχαν στον κόσμο και ίσως έβρισκαν τον δρόμο τους προς εκείνη. Με τις λέξεις ποτέ δεν ξέρεις. Κάποιες που τις φωνάζεις στον άλλον κατάμουτρα χάνονται στην πορεία, ενώ άλλες, πιο σιωπηλές, που απλώς τις σκέφτεσαι, φτάνουν στον παραλήπτη τους. Πάντα υπάρχει ελπίδα.
H λιμνούλα βρισκόταν έξω από το χωριό. Η πρόσβαση ήταν μόνο από έναν χωματόδρομο που σχημάτιζε μια πλατιά καμπύλη κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής, οπότε δεν είχε ποτέ πολύ κόσμο. Τα υδρόβια πουλιά και τα ζώα που ζούσαν στο δασάκι με τις βελανιδιές γύρω της δεν ήταν συνηθισμένα σε επισκέψεις.
Ο Τζάκομο έβαλε το πόδι στο ποδήλατο και πλησίασε την όχθη, σκεπασμένη με αγριόχορτα. Το νερό ήταν σχεδόν ακίνητο, αφού ο άνεμος προτιμούσε να μανιάζει και να ταράζει τα χωράφια με τα σιτηρά γύρω από το χωριό, και σπάνια ασχολιόταν μ’ εκείνη τη γωνιά. Δεν υπήρχαν παγκάκια εκεί ούτε κομμένο γρασίδι για να ξαπλώσεις, μόνο αγριόχορτα φύτρωναν. Ο φούρναρης έσπασε σε μικρά κομμάτια τις μπαγκέτες που είχε φέρει και τις πέταξε στην όχθη. Όχι στο νερό, όπου θα βυθίζονταν στον πάτο της λίμνης. Ένα σπουργίτι τόλμησε να πλησιάσει πρώτο, άρπαξε ένα κομμάτι πολύ μεγάλο για το μικροσκοπικό του ράμφος και πέταξε μακριά. Μετά, μια οικογένεια από πά πιες προσγειώθηκε στο νερό μπροστά στον Τζάκομο και πλησίασε στην όχθη για να τσιμπολογήσει. Τέλος, κατέφτασε κι ένας κύκνος γλιστρώντας στο νερό με χάρη. Δύο κοράκια κατέβηκαν κράζοντας στην όχθη.
Ο φούρναρης άρχισε να τραγουδάει χαμηλόφωνα ένα τραγούδι του Μοντούνιο που του ερχόταν στα χείλη μόνο όταν βρισκόταν σ’ εκείνο το μέρος:
Χίλια βιολιά παιγμένα από τον άνεμο,
όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου
έρχονται να σταματήσουν την ασημένια βροχή.
Μα βρέχει, βρέχει.
* * *
Η λιμνούλα πάντα του φαινόταν λίγο πιο σκοτεινή όταν άκουγε αυτούς τους στίχους. Όμως εκείνη τη μέρα και σ’ εκείνο το μέρος ήταν σημαντικό να θυμάται, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε πως θα έξυνε μια πληγή που θα έπρεπε να είχε κλείσει από καιρό.
Στη Μότε άρεσε το μέρος και, παρά την ηλικία της, συνέχιζε να μπαίνει στο νερό. Τουλάχιστον για ένα σύντομο μπάνιο. Για να συμβεί αυτό, ο Τζάκομο έπρεπε να της πετάξει ένα ξύλο στη λίμνη. Ήταν ο μόνος τρόπος να δεχτεί η Μότε να βγει από την κουβέρτα και να πηδήξει στο νερό, όπως κι έκανε. Έπιασε το ξύλο και το έσυρε ξανά ως την όχθη με μεγάλη περηφάνια, έπειτα τίναξε το νερό από πάνω της και κοίταξε τον φούρναρη, ο οποίος τώρα έπρεπε να την τρίψει για να τη στεγνώσει κι έπειτα να την τυλίξει ξανά στην κουβέρτα της.
«Σ’ έχω μεγαλώσει καλά όλα αυτά τα χρόνια» είπε ο φούρναρης, ενώ την ξαναέβαζε στο καλάθι. «Έξυπνο σκυλάκι». Την κοίταξε στα μάτια, μέσα στα οποία δεν υπήρχε καμία κακία. «Λένε ότι οι άνθρωποι με τον καιρό μοιάζουν με τα σκυλιά τους... εγώ, όμως, νομίζω ότι εσύ όλο και περισσότερο μοιάζεις μ’ εμένα, Μότε. Γίνεσαι όλο και πιο ανθρώπινη». Ο Τζάκομο δεν ήξερε αν αυτό ήταν κομπλιμέντο για έναν σκύλο. Η Μότε πάντως έδειχνε ευχαριστημένη που ήταν απλώς ο εαυτός της.
* * *
Στις πρώτες μέρες της νέας της δουλειάς η Σοφί ένιωθε καταπιεστικό το να περπατάει στο χωριό τη νύχτα, λες και οι λιγοστοί φανοστάτες μόλις που συγκρατούσαν το σκοτάδι από το να καταπιεί τα πάντα. Τώρα, όμως, εκείνες οι φωτεινές κουκκίδες τής φαίνονταν σαν προβολείς σε σκοτεινή σκηνή. Και τα βήματά της δεν ήταν πια βαριά, αλλά πιο ευλύγιστα απ’ ό,τι τις τελευταίες εβδομάδες. Τα balancés ήταν μια απαλή κίνηση terreàterre σε ρυθμό βαλς, με έμφαση στο πρώτο βήμα. Χαμηλά – ψηλά – ψηλά – χαμηλά – ψηλά – ψηλά. Η Σοφί δεν τα είχε ξαναδοκιμάσει από την τελευταία της βραδιά ως χορεύτρια πάνω στο σκληρό ξύλινο πάτωμα του θεάτρου. Της άρεσαν εκείνες οι απαλές κυματιστές κινήσεις για την απλή τους ομορφιά, αλλά και γιατί της έδιναν δυνάμεις πριν ακολουθήσουν οι πιο δύσκολες, κουραστικές φιγούρες. Της ήταν ευχάριστο να τις ξαναζεί, έστω και στον δρόμο για τον φούρνο.
Άκουγε, επίσης, μουσική στη διαδρομή, τη δική της πρωινή συμφωνία. Καμιά φορά ακουγόταν το κάλεσμα της κουκουβάγιας, σαν τρίξιμο, ή οι αλεπούδες που όριζαν την επικράτειά τους με ανατριχιαστικά αλυχτήματα πάνω από τα χωράφια. Ο φούρνος, εκείνο το φωτεινό σημείο στην καρδιά του χωριού, είχε πάψει να της φαίνεται ξένος και είχε γίνει κάτι σαν δεύτερο σπίτι της. Η Σοφί δεν ήξερε αν αυτό θα ήταν το μέλλον της, αλλά ήταν ένα πολύ καλύτερο παρόν απ’ ό,τι είχε ζήσει τις προηγούμενες εβδομάδες.
Μόνο που την προηγούμενη μέρα ο Τζάκομο δεν ήταν ο εαυτός του. Ζύμωνε, έπλαθε κι έψηνε, τα έκανε όλα μηχανικά, χωρίς να μιλάει, χωρίς να της λέει να μην κάνει τίποτα όπως παλιά. Και όχι επειδή τα έκανε όλα σωστά. Όταν τον ρώτησε τι είχε, εκείνος κούνησε μόνο το κεφάλι. Σήμερα ήταν πάλι πιο σιωπηλός απ’ ό,τι συνήθως, αλλά με κάθε ταψί που έβαζε στον φούρνο η ανησυχία του έμοιαζε να υποχωρεί. Όταν τελείωσε το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς, ξαφνικά στάθηκε δίπλα της.
«Έλα, πρέπει να κάνουμε κάτι».
Η Σοφί έτριψε τις παλάμες της για να ξεκολλήσει τη βαριά, κολλώδη ζύμη.
«Τι εννοείς;»
«Κάτι για την αγάπη!» απάντησε ο Τζάκομο. Εκείνη, βέβαια, δεν ήξερε ότι ο φούρναρης είχε σκοπό να ανακαλύψει τον λόγο που της έλειπε αυτή η πρέζα αγά πης. Ούτε γνώριζε πόσο δύσκολο ήταν για τον Τζάκομο να μιλήσει για κάτι που δεν είχε σχέση με αλεύρι και ζύμη, όσο κι αν μ’ εκείνη μπορούσε να μιλάει καλύτερα απ’ ό,τι με οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο τα τελευταία χρόνια.
Ο Τζάκομο έβγαλε μια μπάλα από σκούρα κριθαρένια ζύμη και την έβαλε πάνω στο τραπέζι. Ήταν από κείνες που δύσκολα τις δαμάζεις, που δεν τους αρέσει να τις ζυμώνεις και αντιστέκονται. Βαριά και κολλώδης μάζα, προτιμούσε να μείνει όπως ήταν.
«Σκέψου κάτι όμορφο όσο τη ζυμώνεις». «Τι θέλεις να πεις;» ρώτησε η Σοφί, αλευρώνοντας τα χέρια της. «Σκέψου την αγάπη. Κάτι όμορφο που το αγαπάς». Της χάιδεψε τον ώμο, ενθαρρύνοντάς την. Μια γυναίκα σαν εκείνη σίγουρα είχε ζήσει πολλή αγάπη στη ζωή της. Ο Τζάκομο της έπιασε τα χέρια και τα έβαλε πάνω στη ζύμη. «Πολλή αγάπη» είπε. «Είναι σημαντικό. Για τα πάντα».
* * *
ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: O πενηντάχρονος Τζάκομο από την Καλαβρία ψάχνει επειγόντως βοηθό για τον αγαπημένο του φούρνο. Κάποιον που να καταλαβαίνει τη μαγεία που κρύβεται στο φούρνισμα του ψωμιού. Η Σοφί, πρώην χορεύτρια μπαλέτου που η καριέρα της διακόπηκε απότομα λόγω ενός ατυχήματος, προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει τη ζωή της, την ταυτότητά της, τον γάμο της. Και έτσι πιάνει δουλειά ως… φουρνάρισσα. Άλλωστε, από πολλές απόψεις οι κινήσεις ενός αρτοποιού θυμίζουν αυτές ενός χορευτή: η περιστροφή των χεριών, η ταλάντευση των γοφών, το ρυθμικό ζύμωμα... Σιγά σιγά η Σοφί γοητεύεται από τον τρόπο που ο Τζάκομο «χορογραφεί» την παρασκευή του ψωμιού του, και αρχίζει να διαπιστώνει ότι ο μικρός φούρνος είναι κάτι περισσότερο από έναν απλό χώρο εργασίας. Γιατί εκεί, ανάμεσα στους φούρνους και υπό τους στίχους των τραγουδιών του Τζάκομο, ανακαλύπτει τη σοφία ενός απλού ανθρώπου, τη χαρά των μικρών πραγμάτων και το θάρρος να αποδεχτεί τη νέα Σοφί που αρχίζει να γεννιέται.
Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Ο Carsten Henn (Κάρστεν Χεν, 1973) εργάζεται ως δημοσιογράφος γεύσης και οίνου σε διεθνή περιοδικά. Με το πλήρες όνομά του, Carsten Sebastian Henn, έχει υπογράψει πολλά αστυνομικά βιβλία (με αρκετή γευσιγνωσία και γαστρονομία). Το μπεστ σέλερ «Ο ταχυδρόμος των βιβλίων» έχει μεταφραστεί σε τριάντα γλώσσες. Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορεί επίσης το βιβλίο του για παιδιά και εφήβους, «Η χρυσή γραφομηχανή».
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Το μυθιστόρημα του Carsten Henn «Ο φούρναρης που ζύμωνε ιστορίες» (μετάφραση Μαρία Μαντή) κυκλοφορεί την Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου, από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο
Πίσω από το θαυμαστό οικοδόμημα της Τεχνητής Νοημοσύνης βρίσκεται μια πρωτοφανής επιχείρηση συγκέντρωσης του ανθρώπινου πνευματικού κεφαλαίου
Νέες κυκλοφορίες, πολυαναμενόμενες επανεκδόσεις και μεγάλα ονόματα από την Ελλάδα και τον κόσμο. Τι φέρνουν οι εκδοτικοί οίκοι στο φθινοπωρινό αναγνωστικό ραντεβού.
Στο βιβλίο «Το μυστικό των μυστικών» οι δύο ήρωες μπλέκονται σε μια περιπέτεια που ξεπερνάει τη φαντασία της τεχνητής νοημοσύνης – ή μήπως όχι;
Ο Δοξιάδης χρησιμοποιεί ένα σύνθετο αφηγηματικό οικοδόμημα για να μιλήσει για τη λογοτεχνία, την ιστορική μνήμη, τον μύθο και την πραγματικότητα, την ιδεολογική χειραγώγηση και τη διαφθορά της πνευματικής ελίτ.
Ένα βιβλίο για παιδιά και για μεγάλους, το τρυφερό ντεμπούτο της Ιωάννας Κράνια
Ένα εβδομαδιαίο podcast για τις νέες εκδόσεις, και τις νέες σειρές και ταινίες.
Ποίηση, νέοι συγγραφείς, Creative Europe, αστυνομική λογοτεχνία, μουσική και δράσεις για παιδιά στο πρόγραμμα από 14 έως 20 Σεπτεμβρίου
Στα ράφια του φιλοξενούνται περισσότεροι από 20.000 τίτλοι, κυρίως εκπαιδευτικά βιβλία για όλες τις δημοφιλείς γλώσσες, αλλά και για λιγότερο διαδεδομένες, όπως τα κινεζικά, τα κορεατικά και τα αραβικά
Το «Μόνιτορ» και «Οι έξι καμπίνες του “Καλυψώ”» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Βακχικόν
Τι γίνεται όταν μια instagrammable trad wife καλείται να ζήσει με κάθε λεπτομέρεια τον ρόλο της παραδοσιακής συζύγου που υποδύεται μπροστά στις κάμερες του Insta;
Ο συγγραφέας αφηγείται ένα πραγματικό σκάνδαλο πώλησης αίματος στη σύγχρονη Κίνα
Μια συζήτηση με τη Μεξικανή συγγραφέα και ακτιβίστρια, λίγο πριν την επίσκεψή της στην Αθήνα
210 εκδότες, 200+ εκδηλώσεις και το βιβλίο ως «αρχιτέκτονας» ενός κόσμου που αλλάζει
Ένα εβδομαδιαίο podcast για τις νέες εκδόσεις, και τις νέες σειρές και ταινίες.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κήρυξε τα επίσημα εγκαίνια της 54ης Έκθεσης βιβλίου στο Πεδίον του Άρεως - Αναλυτικά οι εκδηλώσεις
Από τα σημερινά επίσημα εγκαίνια μέχρι συζητήσεις για τη φαντασία, τα manga, τις βιβλιοθήκες και την ευρωπαϊκή λογοτεχνία – το πρόγραμμα από 7 έως 13 Σεπτεμβρίου
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Πατάκη
Η προσπάθεια για να γίνει το βιβλίο ξανά καθημερινή συνήθεια
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.