Health & Fitness

«Δεν ήμουν εγώ»: Όταν δεν αναγνωρίζουμε τον παλιό μας εαυτό

Γιατί, κοιτάζοντας παλιές φωτογραφίες, αναγνωρίζουμε τα πάντα εκτός από την παλιά μας ύπαρξη;

Μανίνα Ζουμπουλάκη
Μανίνα Ζουμπουλάκη
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Δεν ήμουν εγώ: Όταν δεν αναγνωρίζουμε τον παλιό μας εαυτό
© Andreea Popa / Unsplash

Δεν ήμουν εγώ: Τι μένει από τους ανθρώπους που υπήρξαμε κάποτε; Πώς αλλάζουμε με τα χρόνια σε σημείο που δεν αναγνωρίζουμε τους (πολλούς) παλιούς μας εαυτούς

Τα τελευταία χρόνια που η μαμά μας έχει άνοια, όποτε της μιλάω για κάτι που θυμάμαι από την παιδική μου ηλικία στην οποία πρωταγωνιστούσε, ή όποτε της δείχνω κάποια σχετική φωτογραφία, κουνάει το κεφάλι της και λέει «Δεν ήμουν εγώ». Στην αρχή επέμενα – μα κοίτα μαμά, θυμάσαι αυτό το φόρεμα, αυτήν την πολυθρόνα, αυτό το σπίτι, εσύ είσαι, ορίστε, φοράς τα πέδιλα/μποτάκια σου, την καμπαρντίνα, το παλτό σου, κι επιπλέον, σε βλέπω ολοκάθαρα σαν να μη πέρασε μια μέρα.

Αλλά έχουν περάσει τριάντα, σαράντα, πενήντα, εξήντα χρόνια: η γυναίκα στις φωτογραφίες ή στις αναμνήσεις μας δεν είναι αυτή που είναι τώρα, τα ρούχα, η πολυθρόνα, τα δωμάτια, δεν της λένε τίποτα. Ίσως επειδή δεν θυμάται πια, και κυρίως επειδή γέρασε και δεν είναι η ίδια γυναίκα. Καμιά μας δεν είναι. Το συνειδητοποίησα βλέποντας τυχαία ένα δεκάλεπτο από μια τηλεοπτική εκπομπή γυρισμένη το 1989 ή 1990, στην οποία εκπομπή ήμουν καλεσμένη μαζί με άλλους φίλους και συναδέλφους δημοσιογράφους. Για την ακρίβεια είδα τους φίλους και συναδέλφους, μου φάνηκαν πολύ νέοι σε βαθμό αστείο, φρεσκαδούρες, κουκλιά όλοι, αγόρια-κορίτσια, κι είδα… εμένα, επίσης τζόβενο. Δηλαδή ένα κορίτσι που μοιάζει φτυστό στο μεγάλο μου γιο, και που αν το προσέξω καλά μοιάζει τελικά και σε εμένα, αν και όχι τρελά, πιο πολύ στο γιο, που τώρα είναι περίπου στην ηλικία της. Το κορίτσι φοράει ένα πουλόβερ που σίγουρα θα τσιμπούσε τρελά γιατί δείχνει πολύ μάλλινο, σε ένα χρώμα (μπορντό) που μου αρέσει πάντα, αλλά όχι σε μάλλινο. Μόνο που δεν με θυμάμαι έτσι, ή, δεν το θυμάμαι αυτό το κορίτσι: δεν με θυμάμαι με τσιμπιτό πουλόβερ, με τέτοιο κούρεμα-χτένισμα, με αυτές τις χειρονομίες, με αυτόν τον τρόπο ομιλίας, εκτός που δεν πιστεύω πια τα όσα (λίγα, ευτυχώς) έλεγα στην εκπομπή, και σε γενικές γραμμές, όπως λέει κι η μαμά μας, δεν είμαι εγώ.

Ή είμαι; Στο πολύ βάθος; Με άλλο περίβλημα, πρόσωπο, σώμα, μαλλί, ντύσιμο, μυαλό; Με άλλον χαρακτήρα, προσαρμοσμένο στο περίβλημα αλλά και λίγο πιο τσαλακωμένο από τον ορίτζιναλ; Μα ποιος ήταν, ή είναι ο ορίτζιναλ;

Μη το πάρετε στραβά, δεν ήμουν φέικ τότε, δεν «το έκανα ψέματα», απλώς ήμουν κάποια άλλη. Πριν ένα χρόνο, περπατώντας σε μεγάλη πόλη του Καναδά στην οποία είχα να πατήσω 35+ χρόνια, έπιανα ξαφνικά επαφή με εκείνο το κορίτσι – σε κάθε γωνία, σε κάθε δρόμο με αμυδρά οικείο όνομα, το κορίτσι που ήμουν τότε, στις ίδιες γειτονιές, με γουρλωμένα μάτια και σαστισμένο από τον παράξενο καινούργιο κόσμο, το ίδιο κορίτσι σήκωνε κεφάλι μέσα μου και με ταρακουνούσε επίμονα: μα δεν θυμάσαι; Δεν μπορεί να μην θυμάσαι, έχεις έρθει εδώ, εσύ ήσουν κι όχι κάποια άλλη, έχεις πάρει (το ίδιο!) σάντουιτς από αυτό το καφέ, έχεις χαθεί στην χαμηλή ομίχλη ακριβώς σε αυτή τη γωνία, φορούσες το αδιάβροχο παλτό και μποτάκια που είχαν ανοίξει μπροστά στις μύτες, είχες την ίδια κίνηση, τα ίδια μυαλά, τα ίδια αισθήματα…

Δεν ήμουν εγώ: Όταν δεν αναγνωρίζουμε τον παλιό μας εαυτό
© Mariia Chalaya / Unsplash

Ή, άλλα αισθήματα, κάποια τρελή καψούρα που χάνεται στα βάθη των αιώνων, που είχε απίστευτη σημασία τότε και καμία απολύτως σημασία σήμερα. Το ψιλο-ζω (όχι τόσο έντονα) κάθε καλοκαίρι όταν πηγαίνω στη Θάσο και στην Καβάλα, σε μέρη στα οποία έχω υπάρξει εκείνη η άλλη κοπέλα/γυναίκα, και στα οποία λόγω απόστασης δεν επανέρχομαι συνέχεια παρά μόνον σε διακοπές. Το ψιλο-ζω επίσης μερικές φορές σε γωνιές της Αθήνας – τη Φωκίωνος Νέγρη, το σταθμό του ηλεκτρικού Βικτώρια, την οδό Τσόχα στους Αμπελόκηπους, τον παλιό ΔΟΛ στη Χρήστου Λαδά. Περπατώντας στο Σύνταγμα μια μέρα έλεγα στην κόρη μου ότι στα ’80s δούλευα στην Χρήστου Λαδά κι έμενα στο τέρμα της Σίνα, πήγαινα κι ερχόμουν στη δουλειά μου λες και ζούσα στην επαρχία, κι αυτό για καμιά δεκαετία. «Πού τα θυμάσαι όλα αυτά;» είπε βαριεστημένα, και πολύ σωστά, η έφηβη, άρα καμία-σχέση-με-το-φόνο, κόρη: τα θυμάμαι περιγραφικά, σαν να έχουν καταγραφεί από μυστική κάμερα σε τσιπάκι μέσα στο κεφάλι μου, αλλά δεν θυμάμαι εκείνη την άλλη κοπέλα/γυναίκα. Αν συγκεντρωθώ μελετώντας π.χ. μια φωτογραφία, αναγνωρίζω μια νέα μαμά με ένα πιτσιρίκι στην Πλατεία Μαβίλη, στο Λυκαβηττό, στη Σίφνο, στη Θάσο, ή μια λίγο μπαγιάτικη μαμά με δύο πιτσιρίκια στο πάρκο της Νέας Αγοράς Ψυχικού, στο Πάρκο Μεταλληνού, στην παιδική χαρά, στο Ζάππειο, σε μια παραλία, οπουδήποτε. Βασικά αναγνωρίζω τα ρούχα – τα περισσότερα, τα φοράω ακόμα, μια και δεν έχω ανάγκη πια από καινούργια ρούχα και τα αγαπάω τα παλιά μου. Προσέχω στη φωτογραφία το μπλουζάκι ή τη βερμούδα ή το φόρεμα, θυμάμαι να το φοράω, να το χαρίζω ή να το κρατάω, θυμάμαι να με σφίγγει μετά από εγκυμοσύνη και να κρέμεται απάνω μου ένα-δυο χρόνια μετά, θυμάμαι να αντιπαθώ ξαφνικά ένα ρούχο που λάτρευα και να τρελαίνομαι για ένα ρούχο που δεν πολύ-χώνευα… Αλλά επιμένω, δεν ήμουν, δεν είμαι εγώ. Ήταν ένα άλλο άτομο αυτό, που απλώς κράταγε από το χέρι τα παιδιά μου όταν ήταν μικρά, και φορούσε τα ρούχα μου όταν ήταν αστραφτερά και φρέσκα, όπως και το ίδιο το άτομο.

Μερικές φορές θυμόμαστε κάτι από το παρελθόν και λέμε «Πωωωώπω, πώς το έκανα/είπα αυτό! Πώς τα έφτιαξα/χάλασα με αυτόν/ήν, πώς έκανα παρέα με τους Χ και Ψ, πώς φορούσα ντάκους, βάτες, μπούκλες, περμανάντ, γκλίτερ, λαμέ, πούλιες, σκισμένα τζιν, σορτσάκια, μπουστάκια, Αλμοδοβαρικά τακούνια, τρακτερωτές μπότες, μπαλαρίνες, σνίκερ με αυτοκόλλητα, πε-βε-σε; Πώς έγραψα/διάβασα το Α ή το Β, πώς είπα το Γ ή το Δ σε συνέντευξη ή στη μαμά και στο μπαμπά μου, ή σε κολλητή/ό, σε γκομενάκι/πρώην, πώς άντεξα, πώς έπεσα, πώς σηκώθηκα, πώς συνέχισα, πώς ‘το ξεπέρασα’ χωρίς να το ξεπεράσω, πώς λάλησα και ξε-λάλησα, πώς έφτασα ως εδώ, κι ποια είμαι τώρα; Ποια από όλες αυτές τις κοπέλες/γυναίκες είναι πιο κοντά σε αυτήν που είμαι σήμερα, και πού είναι χαμένες, ή κρυμμένες, ή εξαφανισμένες όλες οι πρώην-εγώ; Πού μου μοιάζουν τόσο χωρίς να μου μοιάζουν καθόλου;».

Ναι, τέλος πάντων, δεν έχω απάντηση: αναγνωρίζουμε τους παλιούς μας εαυτούς, ακόμα κι όταν δεν αναγνωρίζουμε, δεν αποδεχόμαστε ότι είμαστε εμείς. Το βασικό είναι να τους βλέπουμε με συμπάθεια και κατανόηση αυτούς τους παλιούς, διαφορετικούς εαυτούς μας – τόσα ήξεραν, τόσα έκαναν. Και να τους συγχωρούμε ακόμα και για πράγματα τα οποία σήμερα δεν θα συγχωρούσαμε στον τρέχοντα εαυτό μας…

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY