Ελλαδα

Τέλος εποχής: Τα λαϊκά πολυκαταστήματα της Αθήνας

H άνοδος των λαϊκών πολυκαταστημάτων, η πτώση, και δυο διαφημιστικά μηνύματα που έγραψαν ιστορία

Δημήτρης Κουμπιάς
Δημήτρης Κουμπιάς
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Τέλος εποχής: Τα λαϊκά πολυκαταστήματα της Αθήνας
Το τελευταίο μεγάλο πολυκατάστημα του Notos κατεβάζει ρολά © Χρήστος Μπόνης / Eurokinissi

Τα λαϊκά πολυκαταστήματα της Αθήνας: «Aφοί Λαμπρόπουλοι», Νότος Galleries και το τέλος μιας εποχής που κράτησε 113 χρόνια

Το τέλος του πολυκαταστήματος Νότος Galleries στο κέντρο της Αθήνας κλείνει ένα μεγάλο κεφάλαιο του μεταπολεμικού λιανεμπορίου, στο οποίο περιλαμβάνεται τόσο η ραγδαία άνοδος του καταναλωτισμού των λαϊκών τάξεων όσο και τα τρομοκρατικά πλήγματα στις αρχές της δεκαετίας του 1980 που αλλοίωσαν για πάντα τον εμπορικό χάρτη της πρωτεύουσας. Αλλά, πριν από τους εμπρησμούς και τις χρεοκοπίες, υπήρξε η Χρυσή Εποχή —από το 1950 μέχρι το 1970— όταν επιχειρήσεις όπως το Μινιόν του Γιάννη Γεωργακά, ο Κατράντζος Spor του Νίκου Κατράντζου, οι Αδελφοί Λαμπρόπουλοι, ο Κλαουδάτος και ο Δραγώνας μετέτρεψαν τις οδούς Πατησίων, Σταδίου και Αιόλου σε εμπορικά τοπόσημα μιας μεσογειακής πρωτεύουσας.

Το Νότος Galleries, στα Χαυτεία, που μόλις κατέβασε ρολά, ήταν το υπόλειμμα του «Λαμπρόπουλου» που ξεκίνησε από ένα καρότσι στην οδό Αιόλου. Ο Ξενοφών Λαμπρόπουλος έφτασε στην Αθήνα από την Κοντοβάζαινα της ορεινής Αρκαδίας το 1898 και για τρία χρόνια ήταν πλανόδιος πωλητής ανδρικών ειδών. Το 1901 άνοιξε ένα «σταθερό» μαγαζάκι· το 1906, μαζί με τον αδελφό του, τον Βασίλη, έστησαν την εταιρεία «Αφοί Λαμπρόπουλοι» σε ένα υπόγειο στη γωνία Αιόλου και Σοφοκλέους. Το 1913 οι «Αφοί» δανείστηκαν 20.000 δραχμές από τον ιδιοκτήτη της ΧΡΩΠΕΙ, Νίκο Οικονομίδη, και μετακόμισαν στα Χαυτεία, στη γωνία Αιόλου και Σταδίου. Αυτό το σημείο του αθηναϊκού κέντρου έμελλε να γίνει η έδρα τους για τα επόμενα 113 χρόνια. Οι Λαμπρόπουλοι καθιέρωσαν το τρίπτυχο «Τιμαί απολύτως ορισμέναι – μικρόν κέρδος – μεγάλη κατανάλωσις», καταργώντας το παραδοσιακό παζάρεμα, και ταξίδευαν συχνά στο Παρίσι και σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, από όπου έφερναν εμπορεύματα μαζί με τις τελευταίες τάσεις της μόδας. Το 1965 εγκαινίασαν το νέο 7ώροφο κτίριο επί της οδού Λυκούργου, σχεδιασμένο από τον διακεκριμένο αρχιτέκτονα Σόλωνα Κυδωνιάτη: αυτό ήταν το αποκορύφωμά τους.

Η εταιρεία «Αδελφοί Λαμπρόπουλοι» συνδέθηκε με τη χρυσή εποχή όχι μόνο του λιανεμπορίου αλλά και της ελληνικής δισκογραφίας, μέσω της διαχείρισης και διεύθυνσης της ιστορικής δισκογραφικής εταιρείας Columbia (Εργοστάσιο Ριζούπολης και ΕΜΙΑΛ) από το 1935 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Ιδιαίτερα μετά το 1958, όταν ανέλαβε τη διεύθυνση ο τότε 28χρονος Τάκης Λαμπρόπουλος, η Columbia σημάδεψε την πορεία του ελληνικού τραγουδιού για σχεδόν δύο δεκαετίες. O Λαμπρόπουλος έφερε κοντά στους λαϊκούς βάρδους (τον Τσιτσάνη, τον Καζαντζίδη, τον Μπιθικώτση, τον Χιώτη) σημαντικούς ποιητές (Ελύτη, Ρίτσο, Γκάτσο) και πρωτοπόρους συνθέτες (Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Ξαρχάκο). Μέχρι που το 1975, με την πώληση του μεριδίου της ΕΜΙΑΛ στην πολυεθνική EMI, ολοκληρώθηκε ο κύκλος της οικογενειακής διεύθυνσης.

Όλα τα πολυκαταστήματα των δεκαετιών 1950-1970 απευθύνονταν στα εργατικά και στα μεσαία στρώματα, εισάγοντας καινοτομίες —κυλιόμενες σκάλες, κλιματισμό, σταθερές αναγραφόμενες τιμές και ετήσιες εκπτώσεις— και αναβαθμίζοντας την καταναλωτική εμπειρία: στους πολυώροφους χώρους, ανάμεσα στα δεκάδες χιλιάδες προϊόντα, λειτουργούσαν εστιατόρια σελφ-σέρβις και γίνονταν εορταστικά δρώμενα (ο Άγιος Βασίλης του Μινιόν έγινε σύμβολο για τουλάχιστον τρεις γενιές παιδιών). Αλλά, τα ξημερώματα της 19ης Δεκεμβρίου 1980, στην καρδιά της χριστουγεννιάτικης περιόδου, εκδηλώθηκαν ταυτόχρονες εκρήξεις και φωτιές στο Μινιόν (Πατησίων και Βερανζέρου) και στο Κατράντζος Spor (Σταδίου και Αιόλου), με αποτέλεσμα ο 12ώροφος «Κατράντζος» να καταρρεύσει και το «Μινιόν» να υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές.

Την ευθύνη ανέλαβε η πρωτοεμφανιζόμενη τρομοκρατική οργάνωση «Επαναστατική Οργάνωση Οκτώβρης ’80» (παρακλάδι του ΕΛΑ), προτάσσοντας αντικαπιταλιστικά κίνητρα. Η υπόθεση δεν εξιχνιάστηκε ποτέ. Τον Ιούλιο του 1981 ακολούθησαν παρόμοιοι εμπρησμοί στα πολυκαταστήματα Κλαουδάτος, Δραγώνας, Αθηναία και Λαμπρόπουλος στον Πειραιά. Ο Κατράντζος δεν κατάφερε να συνέλθει ποτέ και έκλεισε· το Μινιόν επαναλειτούργησε το 1983 με κρατικά δάνεια, πέρασε στον έλεγχο του Δημοσίου, ως «προβληματική επιχείρηση» λόγω χρεών και αργότερα επιστράφηκε στον ιδρυτή του. Αλλά το 1998 ήρθε το τέλος του Μινιόν· το ακίνητο πέρασε σε επενδυτικούς ομίλους και μοιράστηκε σε γραφεία. Όσο για τον Λαμπρόπουλο, άντεξε περισσότερο στις πιέσεις της αγοράς: μετεξελίχθηκε στην επιχείρηση Notos Com και τα καταστήματά του μετονομάστηκαν σε Notos Galleries, διατηρώντας παρουσία στο κέντρο της Αθήνας, μέχρι πριν από λίγες ημέρες.

Τέλος εποχής: Τα λαϊκά πολυκαταστήματα της Αθήνας

Οι Αθηναίοι που έζησαν τη Χρυσή Εποχή θυμούνται τα συνθήματα και τις διαφημίσεις που συνόδευαν αυτά τα πολυκαταστήματα, όπως το «το Διαλέγουν πριν από σας για σας» των Λαμπρόπουλων, στο οποίο το Μινιόν απάντησε με το «Κάθε Τμήμα Ένα Ειδικό Κατάστημα». Το «Διαλέγουν πριν από σας για σας» έγινε σήμα κατατεθέν και έδωσε και σ’ εμένα την ευκαιρία να κερδίσω τότε ένα χρηματικό έπαθλο. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν εργαζόμουν ως κειμενογράφος στη διαφημιστική εταιρεία «Γνώμη», ο ιδρυτής της Κώστας Χοχλακίδης —για πολλά χρόνια πρόεδρος της Ένωσης Διαφημιστικών Εταιρειών Ελλάδος— μας ενημέρωσε ότι ο ιδιοκτήτης του Μινιόν, Γιάννης Γεωργακάς, τού ζήτησε ένα αντίστοιχο σλόγκαν για το πολυκατάστημά του. Όποιος από εμάς το επινοούσε θα έπαιρνε 10.000 δραχμές, πέραν του μισθού του. Πρότεινα το «Μινιόν, κάθε τμήμα κι ένα τέλειο μαγαζί», που προκρίθηκε. Ήταν μια παραλλαγή του «Κάθε Τμήμα Ένα Ειδικό Κατάστημα», που χρησιμοποιούσε έως τότε «το μεγαλύτερο μεγάλο κατάστημα», όπως αυτοαποκαλείτο το Μινιόν.

Έξτρα χρήματα πήρα και όταν η εταιρεία είχε αναλάβει μέρος της εκστρατείας «Αγοράζοντας Ελληνικά Προϊόντα, τα Λεφτά σου ξαναγυρίζουν σ’ Εσένα». Έγραψα μεγάλο μέρος των κειμένων και πήρα 15.000 δραχμές όχι από την εταιρεία, αλλά —για δικούς της «φορολογικούς λόγους»— από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, που ενέταξε το ποσόν «εις δαπάνας εκτυπώσεως κινηματογραφικής ταινίας και συγγραφής ρεπορτάζ δια τον τύπον και ομιλιών δια τους καταναλωτάς, σχετικών με την προβολήν των Ελληνικών Προϊόντων».

Έχω κρατήσει την απόδειξη εκείνης της αμοιβής· παραστατικό με αναφορά στις δύο αποδείξεις, από 7.500 δραχμές η μία, με ημερομηνία 22 Ιουλίου 1972. Τις ημέρες του Ιουλίου 1972, στην Ελλάδα είχαμε καθεστώς χούντας, αλλά στο αναψυκτήριο του καταστήματος «Αφοί Λαμπρόπουλοι» σέρβιραν πορτοκαλάδα (έναντι 3 δραχμών) και παγωτό «Σικάγο» (έναντι 10 δραχμών).

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY