- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Αδέσποτα ζώα στην Ελλάδα: Τι δεν λειτουργεί στον νόμο 4830/2021
Πριν αλλάξουμε τον νόμο, ας δούμε γιατί δεν εφαρμόστηκε
Γιατί η Ελλάδα δεν λύνει το πρόβλημα των αδέσποτων; - Οι δήμοι, ο νόμος 4830/2021 και το πρόβλημα των δεσποζόμενων
Η συζήτηση για την αξιολόγηση και την ενδεχόμενη τροποποίηση του Ν. 4830/2021 έχει ανοίξει ξανά, και καλώς. Κανένας νόμος δεν είναι τέλειος, κανένα θεσμικό πλαίσιο δεν πρέπει να μένει έξω από την κριτική και καμία δημόσια πολιτική δεν μπορεί να θεωρείται επιτυχημένη μόνο και μόνο επειδή κάποτε ψηφίστηκε.
Πριν, όμως, αρχίσουμε πάλι να αλλάζουμε τα άρθρα, να αυξομειώνουμε τα πρόστιμα και να μπλέκουμε τις αρμοδιότητες, ίσως πρέπει να απαντήσουμε σε μια δυσκολότερη ερώτηση: φταίει πράγματι ο νόμος για τα προβλήματα που εξακολουθούν να υπάρχουν στη διαχείριση και την προστασία των αδέσποτων ζώων ή μήπως δεν καταφέραμε ποτέ να δημιουργήσουμε τις κοινωνικές και θεσμικές προϋποθέσεις για να εφαρμοστεί; Γιατί ένας νόμος μπορεί να αλλάξει μέσα σε μία νύχτα. Μια κοινωνική νοοτροπία σίγουρα όχι.
Αυτό γίνεται πολύ καθαρό όταν αφήσεις το ΦΕΚ και βγεις στον δρόμο, εκεί η καθημερινότητα είναι αμείλικτη. Η επιστήμη της ευζωίας των ζώων έχει προχωρήσει σημαντικά. Η νομοθεσία στην Ελλάδα σίγουρα την έχει ακολουθήσει σε μεγάλο βαθμό. Στην Ισπανία οι ταυρομαχίες εξακολουθούν να υπερασπίζονται από πολλούς ως πολιτιστική κληρονομιά. Σε άλλες χώρες και κοινότητες επιβιώνουν παραδοσιακά κυνήγια φαλαινών και δελφινιών. Σε ορισμένες περιοχές της Κίνας εξακολουθεί να υπάρχει κατανάλωση κρέατος σκύλου, παρά τη μεγάλη μεταβολή που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια στη σχέση της κινεζικής κοινωνίας με τα ζώα συντροφιάς κ.λπ. Η θέση που αποδίδεται σήμερα στην ελληνική έννομη τάξη στα ζώα δεν έχει καμία σχέση με εκείνη προηγούμενων δεκαετιών. Παρ’ όλα αυτά, ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ως «υπερβολές» υποχρεώσεις που ο σύγχρονος νομοθέτης θεωρεί στοιχειώδεις.
Στο βιβλίο μου, εξετάζοντας τα προβλήματα εφαρμογής της νομοθεσίας για τα ζώα στην ελληνική πραγματικότητα, είχα σταθεί σε μια παραγνωρισμένη παράμετρο: ο μέσος ελεγκτής δεν κατέβηκε από άλλον πλανήτη. Μεγάλωσε στην ίδια κοινωνία με εκείνον που ελέγχει. Είδε τις ίδιες εικόνες, άκουσε τις ίδιες δικαιολογίες, έζησε με τις ίδιες «παραδόσεις» και πολλές φορές κουβαλά τις ίδιες στρεβλώσεις.
Αυτό δεν είναι κατηγορία για τον ελεγκτή. Είναι μια απλή πραγματικότητα. Η εφαρμογή του νόμου δεν είναι ποτέ απολύτως μηχανική. Ανάμεσα στη διάταξη και στο περιστατικό παρεμβάλλεται πάντοτε ένας άνθρωπος που πρέπει πρώτα να αναγνωρίσει ότι αυτό που βλέπει αποτελεί πρόβλημα.
Ένας σκύλος χρόνια δεμένος σε ένα χωράφι: «Έτσι το είχαμε πάντα»
Ας πάρουμε μια εικόνα εξαιρετικά συνηθισμένη στην ελληνική περιφέρεια. Ένας σκύλος ζει για χρόνια δεμένος σε ένα χωράφι, σκύλοι στοιβαγμένοι σε ακατάλληλους χώρους. Ο ιδιοκτήτης του μπορεί να πιστεύει ειλικρινά ότι τα ζώα «είναι μια χαρά και ότι τα έχει σαν τα παιδιά του». Τους βάζει νερό, τους αφήνει τροφή, ίσως τους έχει φτιάξει και ένα πρόχειρο κατάλυμα. Όταν κάποιος του εξηγήσει ότι ο τρόπος διαβίωσης του ζώου μπορεί να μη συμβαδίζει πλέον με τις απαιτήσεις ευζωίας που θέτει ο νόμος, η απάντηση είναι συχνά αφοπλιστική: «Έτσι τα είχαμε πάντα».
Και, κατά μία έννοια, έχει δίκιο. Έτσι είχε τον σκύλο ο πατέρας του. Έτσι ο παππούς του. Έτσι ο γείτονας. Η ίδια εικόνα επαναλαμβανόταν επί δεκαετίες, χωρίς κανείς να τη θέτει υπό αμφισβήτηση. Με τον χρόνο, λοιπόν, μια κατάσταση παύει να μας προκαλεί. Δεν γίνεται νόμιμη. Γίνεται όμως οικεία και το οικείο στην Ελλάδα δυστυχώς έχουμε την επικίνδυνη τάση να το βαφτίζουμε και ως φυσιολογικό.
Το μάτι συνηθίζει – αλλά το πρόβλημα παραμένει
Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην περίπτωση των ζώων. Ο οδηγός διπλοπαρκάρει επειδή «όλοι το κάνουν». Κλείνει μια ράμπα ΑΜΕΑ για λίγα λεπτά επειδή «δεν θα αργήσει». Κάποιος άλλος πετά μπάζα σε ένα ρέμα επειδή εκεί πετούν και οι υπόλοιποι. Κανείς όμως δεν θα υποστήριζε σοβαρά ότι ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας πρέπει να προσαρμοστεί στο διπλοπαρκάρισμα επειδή το διπλοπαρκάρισμα είναι κοινωνικά διαδεδομένο. Ούτε ότι η περιβαλλοντική νομοθεσία πρέπει να υποχωρήσει επειδή μια παράνομη πρακτική έχει παγιωθεί επί χρόνια.
Γιατί λοιπόν, όταν φτάνουμε στα ζώα, το «έτσι γίνεται εδώ» αποκτά τόσο συχνά σχεδόν κανονιστική ισχύ; Ο νόμος δεν υπάρχει μόνο για να καταγράφει αυτό που μια κοινωνία ήδη θεωρεί αποδεκτό. Υπάρχουν στιγμές που ο νόμος προηγείται της κοινωνίας ακριβώς επειδή επιχειρεί να αλλάξει κάτι που η ίδια έχει μάθει να ανέχεται. Και κάπου εδώ αρχίζει ο φαύλος κύκλος.
Ο ιδιοκτήτης δεν αισθάνεται ότι κάνει κάτι κακό. Ο γείτονας βλέπει, αλλά δεν θέλει να μπλέξει. Ειδικά στις μικρές κοινωνίες δεν καταγγέλλεις έναν απρόσωπο άγνωστο. Μπορεί να καταγγέλλεις τον συγχωριανό, τον πελάτη, τον γνωστό, τον συγγενή κάποιου φίλου, έναν άνθρωπο που αύριο θα ξανασυναντήσεις στο καφενείο. Η επώνυμη καταγγελία εξακολουθεί να κουβαλά το παλιό κοινωνικό στίγμα του «ρουφιάνου».
Και ο πρώτος άνθρωπος που θα μπορούσε να ενεργοποιήσει την προστασία του ζώου πολλές φορές σωπαίνει.
Μόνο που το ζώο δεν μπορεί να καλύψει αυτή τη σιωπή. Δεν μπορεί να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία. Δεν μπορεί να υποβάλει καταγγελία. Δεν μπορεί να εξηγήσει πόσο καιρό βρίσκεται δεμένο, πότε τραυματίστηκε ή πόσες ημέρες πονά. Η προστασία του εξαρτάται απολύτως από τρίτους.
Αν η υπόθεση καταφέρει τελικά να φτάσει σε μια ελεγκτική αρχή, εμφανίζεται το δεύτερο φίλτρο. Ο αστυνομικός, ο δημοτικός αστυνομικός ή οποιοσδήποτε άλλος αρμόδιος ελεγκτής πρέπει να γνωρίζει τη νομοθεσία, να αντιλαμβάνεται τι σημαίνει ευζωία, να αναγνωρίζει μια παράβαση, να συλλέγει αποδεικτικό υλικό, να τεκμηριώνει σωστά το περιστατικό και να μπορεί να υποστηρίξει μια διοικητική ή ποινική διαδικασία. Όμως ούτε αυτό αρκεί.
Ακόμη και ο καλύτερα εκπαιδευμένος αστυνομικός δεν μπορεί να σηκώσει μόνος του ένα σύστημα που δεν λειτουργεί. Μπορεί να κάνει υποδειγματικά τον έλεγχο, να βεβαιώσει την παράβαση, να σχηματίσει σωστά τη δικογραφία και να κινητοποιήσει τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Αν όμως αμέσως μετά δεν υπάρχει κτηνίατρος, συνεργείο περισυλλογής, χώρος ασφαλούς φιλοξενίας, υπηρεσία που να αναλάβει το ζώο και μηχανισμός που να παρακολουθήσει την υπόθεση μέχρι τέλους, η αλυσίδα σπάει λίγο παρακάτω.
Η αστυνόμευση είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί
Γι’ αυτό η απλή μεταφορά περισσότερων αρμοδιοτήτων στις αστυνομικές αρχές δεν αποτελεί από μόνη της λύση. Χρειάζεται ένα πραγματικό οικοσύστημα προστασίας, στο οποίο κάθε κρίκος γνωρίζει τι πρέπει να κάνει και, κυρίως, έχει τη δυνατότητα να το κάνει. Και εδώ επιστρέφουμε στο τρίπτυχο γνώσεις - στάσεις - δεξιότητες.
Χρειάζονται γνώσεις για τη νομοθεσία και τις αρχές της σύγχρονης ευζωίας. Χρειάζονται στάσεις που επιτρέπουν στον ελεγκτή να αναγνωρίζει ως προβληματικό αυτό που η κοινωνία ενδεχομένως του έμαθε επί χρόνια να θεωρεί φυσιολογικό. Και χρειάζονται δεξιότητες για την αξιολόγηση, την τεκμηρίωση και τη σωστή διαχείριση ενός περιστατικού.
Ο πολίτης δεν μπορεί να μαθαίνει τις υποχρεώσεις του τη στιγμή που του επιβάλλεται το πρόστιμο. Ιδίως στις αγροτικές και μικρές τοπικές κοινωνίες, όπου ορισμένες πρακτικές έχουν βαθιές ρίζες, η αλλαγή δεν θα έρθει μόνο με το μπλοκάκι της παράβασης. Χρειάζεται ενημέρωση, παρουσία, εκπαίδευση, επανάληψη και διάρκεια.
Η κύρωση είναι απαραίτητη όταν ο νόμος παραβιάζεται. Μια σοβαρή δημόσια πολιτική, όμως, δεν μπορεί να αρχίζει και να τελειώνει στο πρόστιμο.
Στους Δήμους αρχίζουν τα δύσκολα
Στο βιβλίο μου είχα γράψει κάτι που ίσως ακούγεται σκληρό, αλλά εξακολουθώ να θεωρώ επίκαιρο: πολλοί Δήμοι, όταν μιλούν για «διαχείριση αδέσποτων», στην πράξη εννοούν κυρίως την απομάκρυνση του προβλήματος από τα μάτια εκείνων που διαμαρτύρονται και γκρινιάζουν.
Το αδέσποτο αποκτά ξαφνικά μεγάλη σημασία όταν δαγκώσει, όταν επιτεθεί, όταν γαβγίζει το βράδυ, όταν ρυπαίνει ή όταν θεωρηθεί ότι χαλάει την εικόνα μιας περιοχής. Πολύ μικρότερη πολιτική πίεση ασκείται όσο το ίδιο ζώο πεινά, νοσεί ή υποφέρει αθόρυβα. Υπάρχουν ασφαλώς Δήμοι που προσπαθούν πραγματικά. Υπάρχουν υπηρεσίες και εργαζόμενοι που δίνουν καθημερινά μάχες με λίγο προσωπικό, ανεπαρκείς πόρους και τεράστιο φόρτο εργασίας. Αλλά, αν θέλουμε να μιλήσουμε χωρίς ωραιοποιήσεις, πρέπει να πούμε και κάτι άλλο: πολλοί Δήμοι δεν αντέχουν αυτή την αρμοδιότητα και οι περισσότεροι, στην πράξη, δεν φαίνεται να τη θέλουν.
Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι λείπουν πόροι. Είναι ότι πολλές φορές λείπει ολόκληρη η επιχειρησιακή αλυσίδα. Δεν υπάρχει επαρκές προσωπικό, δεν υπάρχει 24ωρη δυνατότητα ανταπόκρισης, δεν υπάρχει οργανωμένη περισυλλογή, δεν υπάρχει πάντα κτηνιατρική κάλυψη, δεν υπάρχει συνέχεια και, σίγουρα, δεν υπάρχει πολιτική βούληση.
Και κάπου εδώ πρέπει να ειπωθεί κάτι που συχνά αποφεύγουμε. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του κενού το καλύπτουν εδώ και χρόνια οι εθελοντές. Άνθρωποι που σηκώνουν τηλέφωνα μέσα στη νύχτα. Που τρέχουν σε τροχαία, σε εγκαταλείψεις, σε γέννες, σε δηλητηριάσεις, σε ζώα άρρωστα ή τραυματισμένα. Που βάζουν το δικό τους αυτοκίνητο, τον χρόνο τους, τα χρήματά τους, το σπίτι τους και πολλές φορές την ψυχική τους αντοχή.
Και έχουν κουραστεί. Έχουν εξαντληθεί. Έχουν θυμώσει. Όχι επειδή δεν αγαπούν πια τα ζώα. Αλλά επειδή αναγκάζονται να καλύπτουν μόνιμα κενά ενός δημόσιου συστήματος που πολλές φορές θεωρεί δεδομένο ότι «κάποιος εθελοντής θα βρεθεί».
Σε ορισμένες περιπτώσεις οι εθελοντές αντιμετωπίζονται σχεδόν σαν χρήσιμοι ηλίθιοι: απαραίτητοι όταν πρέπει να περισυλλέξουν, να φιλοξενήσουν, να μεταφέρουν ή να πληρώσουν, ενοχλητικοί όταν ζητούν στοιχεία, χρονοδιαγράμματα, ελέγχους και λογοδοσία, τα αυτονόητα δηλαδή.
Αυτό δεν είναι συνεργασία και σίγουρα δεν είναι σοβαρή δημόσια πολιτική.
Ένας Δήμος δεν μπορεί να χτίζει ένα πρόγραμμα διαχείρισης αδέσποτων πάνω στην καλή θέληση ανθρώπων που κάποια στιγμή θα καταρρεύσουν από την κόπωση, την απογοήτευση και την αίσθηση ότι ο αγώνας τους δεν γίνεται σεβαστός. Οι εθελοντές είναι πολύτιμοι ακριβώς επειδή είναι εθελοντές, δεν είναι δωρεάν προσωπικό του κράτους. Ούτε μπορεί μια δημόσια αρχή να μεταφέρει άτυπα πάνω τους μια ευθύνη που ο νόμος έχει αναθέσει στην ίδια. Ίσως εδώ να βρίσκεται και το μεγαλύτερο στρατηγικό λάθος όλης της συζήτησης για τα αδέσποτα.
Τα αδέσποτα δεν γεννιούνται στον δρόμο
Μιλάμε συνεχώς για έλλειψη χρηματοδότησης, περισυλλογές, καταφύγια, φιλοξενίες και υιοθεσίες. Δηλαδή για το τι θα κάνουμε αφού το ζώο βρεθεί στον δρόμο. Η πραγματική λύση όμως βρίσκεται πριν το ζώο φτάσει στον δρόμο, βρίσκεται στον έλεγχο των δεσποζόμενων.
Αν δεν περιοριστεί η εγκατάλειψη, αν δεν ελεγχθεί η ανεξέλεγκτη αναπαραγωγή, αν δεν εφαρμόζονται οι υποχρεώσεις σήμανσης και καταχώρισης, αν δεν υπάρχει ουσιαστικός έλεγχος της υπεύθυνης ιδιοκτησίας, τότε, όσα χρήματα και αν δώσουμε στις στειρώσεις των αδέσποτων, όσα καταφύγια και αν χτίσουμε και όσες υιοθεσίες και αν κάνουμε, η πηγή θα εξακολουθεί να τροφοδοτεί το σύστημα.
Θα είναι βαρέλι χωρίς πάτο. Αυτό είναι ίσως το σημείο που πρέπει να γίνει επιτέλους κεντρική δημόσια πολιτική και όχι υποσημείωση. Η διαχείριση του αδέσποτου πληθυσμού δεν μπορεί να πετύχει αν η πολιτεία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τα δεσποζόμενα σαν έναν διαφορετικό κόσμο. Το ένα σύστημα παράγει το άλλο.
Κάθε εγκατάλειψη που δεν προλαμβάνεται, κάθε ανεξέλεγκτη γέννα που δεν ελέγχεται και κάθε ιδιοκτησία που παραμένει εκτός ουσιαστικής εποπτείας είναι το αυριανό αδέσποτο. Να επαναλάβω το κλισέ: Η βρύση είναι τα δεσποζόμενα. Τα αδέσποτα είναι το νερό στο πάτωμα. Κι εμείς εδώ και χρόνια επιμένουμε να αγοράζουμε μεγαλύτερες σφουγγαρίστρες.
Ας δούμε, όμως, την απόλυτη ανατομία της θεσμικής τύφλωσης μέσα από τους ίδιους τους αριθμούς του κράτους, όπως καταγράφονται επίσημα στον Κόμβο Παρακολούθησης Επιδόσεων (Παρατηρητήριο) της Τοπικής Αυτοδιοίκησης: Κάθε συζήτηση περί «διαχείρισης» καταρρέει όταν η πολιτεία καταγράφει επισήμως 319.000 αδέσποτα (με την πραγματικότητα στους δρόμους να αγγίζει τα 4 εκατομμύρια), τη στιγμή που σε όλη τη χώρα λειτουργούν μόλις 21 (νόμιμα) καταφύγια με συνολική χωρητικότητα 1.413 θέσεων. Πρόκειται για ένα μακάβριο μαθηματικό ανέκδοτο. Με τις στειρώσεις κολλημένες στο 48,5%, τις ετήσιες υιοθεσίες να αποτελούν σταγόνα στον ωκεανό (18.000) και μόλις 123/332 Δήμους να διαθέτουν στοιχειώδες επιχειρησιακό πρόγραμμα, είναι προφανές ότι παλεύουμε να αδειάσουμε τη θάλασσα με ένα κουταλάκι.
Και έτσι επιστρέφουμε στο ερώτημα που μέχρι σήμερα αποφεύγουμε: Μπορούν πράγματι οι Δήμοι να εξακολουθήσουν να σηκώνουν μόνοι τους το κύριο βάρος αυτής της αρμοδιότητας;
Δεν λέω ότι η απάντηση είναι αυτομάτως να αφαιρεθεί αύριο το πρωί η αρμοδιότητα από την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Λέω ότι η συζήτηση πρέπει πλέον να γίνει χωρίς ταμπού. Ίσως χρειαζόμαστε ισχυρότερο εθνικό συντονισμό, ενιαία επιχειρησιακά πρότυπα, ουσιαστικό εξωτερικό έλεγχο, συγκρίσιμους δείκτες απόδοσης, επαγγελματική στελέχωση και πραγματική λογοδοσία και σίγουρα πραγματική πολιτική βούληση. Γιατί όλοι καταλαβαίνουμε ότι το κρίσιμο δεν είναι μόνο τι προβλέπει ο νόμος, αλλά και το ποιος έχει την ευθύνη να τον εφαρμόσει, ποιος ελέγχει αν πράγματι τον εφαρμόζει και τι συμβαίνει όταν δεν το κάνει.
Και βέβαια υπάρχει και η πολιτική διάσταση. Όσο μιλάμε γενικά για «αγάπη προς τα ζώα», σχεδόν όλοι συμφωνούν. Η δυσκολία αρχίζει όταν πρέπει να διατεθούν πραγματικά χρήματα και, κυρίως, όταν πρέπει να γίνουν πραγματικοί έλεγχοι στα δεσποζόμενα. Γιατί εκεί οι «δημότες» αποκτούν ονοματεπώνυμο, είναι γνωστοί. Έχουν κοινωνικές σχέσεις και…ψηφίζουν.
Κάπου εκεί εμφανίζεται ο πειρασμός του αιρετού να μετατραπεί σε προστάτη της τοπικής κοινωνίας απέναντι στον «κακό νόμο». Το πρόστιμο γίνεται υπερβολικό, η υποχρέωση ανεφάρμοστη και η κοινωνία «ανέτοιμη». Η κατανόηση είναι χρήσιμη στη διοίκηση, η επιλεκτική νομιμότητα όμως όχι. Και όταν η εφαρμογή του νόμου σταματά εκεί όπου αρχίζει να κοστίζει ψήφους, έχουμε πελατειακή διαχείριση της νομιμότητας.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Η πηγή μένει ανοιχτή, δημιουργούνται νέα αδέσποτα, οι πολίτες διαμαρτύρονται, οι εθελοντές εξαντλούνται και στο τέλος η διοίκηση τρέχει να διαχειριστεί το αποτέλεσμα ενός προβλήματος που δεν κατάφερε να προλάβει. Κάπου εδώ εμφανίζονται οι τέσσερις λύκοι και το πρόβατο. Υπάρχει η γνωστή αλληγορία σύμφωνα με την οποία τέσσερις λύκοι και ένα πρόβατο καλούνται να ψηφίσουν τι θα φάνε το βράδυ.
Το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο. Η ιστορία δεν αποτελεί κριτική στη δημοκρατία. Μας θυμίζει ακριβώς γιατί η δημοκρατία χρειάζεται δικαιώματα, κανόνες και κράτος δικαίου: για να μην αποφασίζει απλώς η πλειοψηφία τι θα απογίνει ο αδύναμος. Στην περίπτωση των ζώων η αλληγορία γίνεται ακόμη πιο σκληρή. Το πραγματικό «πρόβατο» δεν έχει ούτε ψήφο ούτε φωνή.
Ο ιδιοκτήτης θεωρεί φυσιολογικό τον μόνιμα δεμένο σκύλο. Ο γείτονας κάνει τα στραβά μάτια. Ο ελεγκτής διστάζει. Ο αιρετός υπολογίζει το πολιτικό κόστος. Δυστυχώς πολλές φορές οι ίδιες παγιωμένες κοινωνικές αντιλήψεις μπορούν να φτάσουν ακόμη και μέχρι τη δικαστική αίθουσα, αφού ούτε ο δικαστής ζει έξω από την κοινωνία.
Ο ένας, χωρίς να έχει συνεννοηθεί με κανέναν, επιβεβαιώνει τον άλλον ότι «δεν έγινε και τίποτα». Όμως ακριβώς γι’ αυτό υπάρχει ο νόμος. Για να βάζει ένα όριο ανάμεσα σε αυτό που προσωπικά έχουμε μάθει να θεωρούμε φυσιολογικό και σε αυτό που η έννομη τάξη έχει αποφασίσει ότι είναι επιτρεπτό. Αν ένας νόμος θεσπίζεται για να αλλάξει μια παγιωμένη κοινωνική πρακτική και, όταν έρθει η ώρα να εφαρμοστεί, χρησιμοποιούμε την ίδια πρακτική ως επιχείρημα ότι «ο μέσος άνθρωπος έτσι έχει μάθει», δημιουργείται ένας τέλειος μηχανισμός ακινησίας.
Η κοινωνία δεν αλλάζει επειδή ο νόμος δεν εφαρμόζεται και ο νόμος δεν εφαρμόζεται επειδή η κοινωνία δεν έχει αλλάξει ακόμη. Μέχρι που εμφανίζεται ο απρόσκλητος επισκέπτης.
Ήρθε για διακοπές και βρέθηκε να σώζει ένα ζώο
Ευτυχώς για τη χώρα μας, η ελληνική τουριστική βιομηχανία είναι τεράστια. Εκατομμύρια άνθρωποι έρχονται κάθε χρόνο για τις παραλίες, τον πολιτισμό, τη φιλοξενία, το φαγητό και έναν τόπο που εξακολουθεί να διαθέτει ένα από τα ισχυρότερα τουριστικά προϊόντα διεθνώς.
Μαζί με όλα αυτά, όμως, βλέπουν και τα στραβά μας και ένα από αυτά είναι ο τρόπος με τον οποίο εξακολουθούν σε ορισμένες περιοχές να αντιμετωπίζονται τα ζώα.
Ο επισκέπτης δεν ξέρει τον ιδιοκτήτη. Δεν ψηφίζει τον δήμαρχο. Δεν γνωρίζει τις τοπικές ισορροπίες και δεν έχει περάσει είκοσι χρόνια από τον ίδιο δρόμο για να συνηθίσει την εικόνα. Σταματά, νοιάζεται, στεναχωριέται όταν βλέπει ένα εξαθλιωμένο βαρελόσκυλο, ένα ανήμπορο τραυματισμένο ζώο στην άκρη του δρόμου, νεογέννητα γατάκια πεταμένα σε κάδους.
Και πολλές φορές δεν μπορεί απλώς να γυρίσει το κεφάλι. Εδώ αρχίζει αυτό που στη δική μου έρευνα περιγράφω ως tourist ordeal.
Ο άνθρωπος που ήρθε για διακοπές μετατρέπεται ξαφνικά σε άτυπο διασώστη. Χάνει ώρες, μερικές φορές ολόκληρη ημέρα, προσπαθώντας να καταλάβει ποιος είναι αρμόδιος. Τηλεφωνεί στον Δήμο, στην Αστυνομία, σε κτηνιάτρους, σε φιλοζωικές οργανώσεις. Προσπαθεί να εξηγήσει σε μια ξένη γλώσσα πού βρίσκεται το ζώο. Στέλνει φωτογραφίες και συντεταγμένες, ψάχνει μεταφορικό μέσο, περιμένει απαντήσεις, ξανατηλεφωνεί, ρωτά αν τελικά πήγε κάποιος, καταγγέλει… και όλα αυτά ενώ υποτίθεται ότι βρίσκεται σε διακοπές. Η ταλαιπωρία του δυστυχώς δεν είναι μόνο πρακτική, αλλά είναι και συναισθηματική. Άγχος, λύπη, θυμός, αδυναμία, ενοχή. Κυρίως η αίσθηση ότι σε λίγες ημέρες εκείνος θα φύγει και το ζώο θα μείνει πίσω.
Αποτέλεσμα; Ο τουρίστας να επιστρέφει στην πατρίδα του όχι μόνο με φωτογραφίες από παραλίες, αλλά επιστρέφει και με μια ιστορία, μια δυσάρεστη εμπειρία Σήμερα, μάλιστα, αυτή η ιστορία δεν μένει στην οικογένεια. Γίνεται ανάρτηση, φωτογραφία, βίντεο, αξιολόγηση, μήνυμα σε φίλους, ομάδες και κοινότητες χιλιάδων ανθρώπων.
Η ισχύς του ελληνικού τουριστικού προϊόντος είναι τέτοια ώστε τέτοιες εμπειρίες δεν σημαίνουν αυτομάτως πτώση αφίξεων. Αυτό θα ήταν επιπόλαιο να το υποστηρίξει κανείς. Μπορούν όμως να κάνουν κάτι πιο αθόρυβο και πιο ύπουλο. Να διαβρώσουν την εικόνα ενός προορισμού. Να επηρεάσουν τη συνολική εμπειρία του επισκέπτη. Να μειώσουν την πιθανότητα επανάληψης της επίσκεψης ή να αλλάξουν όσα θα πει για τον τόπο όταν επιστρέψει.
Και υπάρχει εδώ μια ειρωνεία. Χρειάζεται καμιά φορά να έρθει ένας άνθρωπος από την άλλη άκρη της Ευρώπης για να μας δείξει κάτι που βρίσκεται χρόνια μπροστά στα μάτια μας.
Ο απρόσκλητος επισκέπτης γίνεται ο καθρέφτης μας και ο καθρέφτης δεν δείχνει πάντοτε μόνο όσα θέλουμε να προβάλλουμε. Αυτό όμως είναι μια διαφορετική, μεγάλη συζήτηση.
Πριν αλλάξουμε τον νόμο, ας δούμε γιατί δεν τον εφαρμόσαμε
Προς το παρόν, πριν πιάσουμε ξανά τα στυλό για να διορθώσουμε τον Ν. 4830/2021, ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε τι δεν καταφέραμε να διορθώσουμε σε εμάς. Η νομοθεσία πρέπει να αξιολογείται. Όπου αποδεικνύεται προβληματική, πρέπει να διορθώνεται. Δεν μπορεί όμως η συζήτηση για την επόμενη τροποποίηση να γίνει άλλοθι για όσα δεν εφαρμόσαμε, για όσους δεν εκπαιδεύσαμε, για τους πολίτες που δεν ενημερώσαμε, για τους εθελοντές που εξαντλήσαμε και για τους φορείς που δεν ελέγξαμε ποτέ πραγματικά και κυρίως, ας μην κάνουμε ξανά το ίδιο λάθος.
Ανακεφαλαιώνοντας αν θέλουμε λιγότερα αδέσποτα, πρέπει να ελέγξουμε τα δεσποζόμενα. Να κλείσουμε την πηγή. Διαφορετικά μπορούμε να αυξάνουμε προϋπολογισμούς, να χτίζουμε καταφύγια, να οργανώνουμε στειρώσεις και να ζητάμε από τους ίδιους κουρασμένους εθελοντές να τρέχουν λίγο περισσότερο. Το αποτέλεσμα θα είναι πάντα το ίδιο. Ένα βαρέλι χωρίς πάτο. Ο πολίτης δικαιούται να θεωρεί έναν νόμο υπερβολικό. Ο αιρετός δικαιούται να ζητήσει την αλλαγή του. Ο αστυνομικός και ο δικαστής έχουν, όπως όλοι μας, προσωπικές αντιλήψεις, όταν όμως έρθει η ώρα της εφαρμογής, υπάρχει ένα όριο.
Αν κάθε φορά που ο νόμος συγκρούεται με την παγιωμένη αντίληψη του «μέσου ανθρώπου» αποφασίζουμε ότι πρέπει να υποχωρήσει ο νόμος, τότε δεν έχουμε εφαρμογή δικαίου. Έχουμε δημοσκόπηση… και όταν στην κάλπη υπάρχουν τέσσερις λύκοι και ένα πρόβατο, το αποτέλεσμα το ξέρουμε ήδη.
- Ιωάννης Μ. Γαϊτανάκης | Προϊστάμενος Δημοτικής Αστυνομίας Ιεράπετρας | Εκπαιδευτής στο Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (ΕΚΔΔΑ) | Υποψήφιος Διδάκτορας στο Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο (ΕΛΜΕΠΑ)
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Πριν αλλάξουμε τον νόμο, ας δούμε γιατί δεν εφαρμόστηκε
Τα πρώτα σημάδια μπορεί εύκολα να αποδοθούν απλώς στην ηλικία
H αμοιβαία οπτική επαφή κρύβει περισσότερα από όσα φαίνονται
Οι τρίχες δεν είναι ο πραγματικός ένοχος και ο αποχωρισμός δεν είναι πάντα μονόδρομος
Δωρεάν επιδείξεις και ενημέρωση για την αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών και το φορητό φαρμακείο για σκύλους
Ο τρόπος που επεξεργάζονται τα συναισθήματα είναι πιο σύνθετος από την απλή παρατήρηση
Δεν είναι απλά μια παράξενη συνήθεια, αλλά ένας εξελιγμένος τρόπος επικοινωνίας
Τι έδειξε νέα μελέτη
«Οι γάτες δεν τρώνε φασολάκια, ούτε κόκαλα. Είναι αιλουροειδή και χρειάζονται φαγητό πλούσιο σε πρωτεΐνη»
Πρωτοβουλία ευεξίας και φιλοζωίας στον Γεροπλάτανο με στόχο την ενίσχυση των αδέσποτων
Συγκινητικές εικόνες από το προσωρινό κέντρο περίθαλψης στα Βίλια
Η μάχη με τα αδέσποτα, οι ευθύνες των ιδιοκτητών και των δήμων και οι αλλαγές που απαιτούνται για να εφαρμοστεί ουσιαστικά ο νόμος για την προστασία των ζώων
Γιατί οι ιδιοκτήτες δεν αντέχουν το κόστος
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Royal Society Open Science
Τα σημάδια κινδύνου και οι πρακτικές που συστήνουν οι κτηνίατροι για να προστατεύονται
Κτηνίατροι αναφέρουν σημαντική αύξηση στα αιτήματα για φαρμακευτική αγωγή κατά του άγχους,
Οι pet - friendly χώροι εργασίας κερδίζουν έδαφος
Κτηνίατροι και ερευνητές απορρίπτουν το δημοφιλές τεστ του TikTok και προτείνουν πιο αξιόπιστες δοκιμασίες
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.