Μουσικη

Grandbrothers: Ένα grand piano μπαίνει σ' ένα club

Το συγκρότημα μιλάει στην ATHENS VOICE για το «Elsewhere», το πιάνο, τα σινθεσάιζερ και τη νέα, πιο χορευτική εκδοχή του

tania-skrapaliori.jpg
Τάνια Σκραπαλιώρη
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Grandbrothers: Ένα grand piano μπαίνει σ' ένα club
Grandbrothers © Dan Medhurst

Grandbrothers: Οι Erol Sarp και Lukas Vogel μιλούν στην ATHENS VOICE λίγο πριν την επιστροφή τους στην Ελλάδα στο πλαίσιο των Φ hill Sessions

Ένα πιάνο με ουρά στη μέση μιας σκηνής εξακολουθεί, στον συλλογικό μουσικό μας αυτοματισμό, να υπόσχεται κάτι μάλλον καθιστό. Στην περίπτωση των Grandbrothers, αυτό το στερεότυπο στο τέλος ανατρέπεται. Ο Erol Sarp στα πλήκτρα με τον Lukas Vogel πίσω από synths, pads και electronics στήνουν εδώ και χρόνια ένα μικρό εργαστήριο γύρω από τον βασιλιά των μουσικών οργάνων. Το grand piano παραμένει εκεί, κραταιό, επιβλητικό, αναγνωρίσιμο, αλλά στα χέρια και τη μουσική των Grandbrothers λειτουργεί όχι μόνο ως τέτοιο αλλά και ως κρουστό, rhythm section, πηγή μουσικού θορύβου και εντέλει πρώτη ύλη για το soundtrack μιας ανέκδοτης ιστορίας που θα ξεκινούσε ως εξής: «Μπαίνει ένα grand piano σε ένα club…».

Η ιστορία των Grandbrothers ξεκίνησε με μια ιδιότυπη «αντιπαλότητα», όταν ο Erol Sarp και ο Lukas Vogel διεκδικούσαν μια θέση στο ίδιο πρόγραμμα jazz σπουδών. Ευτυχώς υπήρχαν αρκετές θέσεις και για τους δύο. Έγιναν φίλοι και, κάπου στην πορεία, ο Sarp, ως πιανίστας, και ο Vogel, ως μηχανικός ήχου και sound designer, έφτιαξαν ένα project πάνω σε έναν και μοναδικό αυτοπεριορισμό: ό,τι ακούμε πρέπει να ξεκινά από το πιάνο. Για χρόνια αυτή ακριβώς η συνθήκη υπήρξε το μεγάλο δημιουργικό τους όπλο – μέχρι τη στιγμή που η παγίδα του comfort zone άρχισε να απλώνεται μπροστά τους.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο «Elsewhere», το πέμπτο άλμπουμ των Grandbrothers, που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2025 και άνοιξε για πρώτη φορά την κλειστή μέχρι τότε ηχητική τους οικονομία σε αναλογικά synths, drum samples και συχνότητες που το πιάνο, όσο κι αν πίεζαν και τέντωναν τα όριά του, δεν μπορούσε πάντα να τους δώσει.

Έχοντας πια επιτρέψει στην πρωταρχική τους ιδέα, που αποτέλεσε και το καλλιτεχνικό DNA τους για σχεδόν 15 χρόνια, να χαλαρώσει και να απλωθεί πέρα από τα φυσικά όρια αντοχής της, οι Grandbrothers επιστρέφουν στην Αθήνα σε ιδανικό timing και ανεβαίνουν στις 16 Σεπτεμβρίου στον Λόφο Φιλοπάππου, στο Θέατρο «Δόρα Στράτου», στο πλαίσιο του F hill Sessions, φέρνοντας μαζί τους αυτήν ακριβώς τη νέα, πιο «χορευτική» και περισσότερο σωματική εκδοχή τους. Ένα πιάνο στο κέντρο ενός υπαίθριου θεάτρου, ηλεκτρονικός παλμός γύρω του κι ένα κοινό το οποίο υπόσχονται ότι θα σηκώσουν στο πόδι, στο καταδικό τους, ιδιότυπο rave.

Grandbrothers: Erol Sarp και Lukas Vogel μιλούν στην ATHENS VOICE

— Γνωριστήκατε διεκδικώντας μια θέση στο ίδιο πρόγραμμα σπουδών jazz piano. Έμεινε κάτι από εκείνη την αρχική «αντιπαλότητα» μέσα στους Grandbrothers; Και, αν ναι, πώς μετατράπηκε σε δημιουργικό καύσιμο αντί για σύγκρουση;

Ευτυχώς υπήρχαν αρκετές θέσεις στο πρόγραμμα, οπότε καταφέραμε να μπούμε και οι δύο. Ξαναβρεθήκαμε μερικές εβδομάδες αργότερα, όταν ξεκίνησε το πανεπιστήμιο, και γίναμε φίλοι αμέσως. Με τον καιρό αυτή η φιλία οδήγησε σε όλο αυτό το project. Είναι αστείο να σκέφτεσαι πώς τέτοιες καταστάσεις μπορούν λίγο αργότερα να καταλήξουν στο ακριβώς αντίθετο.

— Ξεκινήσατε με αρκετά διακριτούς ρόλους – ο Erol ως πιανίστας και ο Lukas ως μηχανικός ήχου και sound designer. Ύστερα από περισσότερο από μία δεκαετία μαζί, εξακολουθούν αυτοί οι ρόλοι να περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο δημιουργείτε;

Όχι πραγματικά. Από τη στιγμή που εγκαταλείψαμε την πρώτη μας προσέγγιση –την ιδέα δηλαδή ότι η μουσική θα δημιουργείται και θα παίζεται εκείνη ακριβώς τη στιγμή, χωρίς πρόσθετα layers– κι αρχίσαμε να δουλεύουμε περισσότερο με την παραγωγή, τα πράγματα έγιναν πολύ πιο ισότιμα. Στα live οι ρόλοι παραμένουν περισσότερο διαχωρισμένοι, με τον έναν να παίζει πιάνο και τον άλλον να βρίσκεται στα μηχανήματα. Στο studio όμως πλέον κάνουμε και οι δύο τα πάντα.

— Τι έχει μάθει ο καθένας σας να εμπιστεύεται στο πρώτο ένστικτο του άλλου χωρίς δεύτερη σκέψη – και τι έχει μάθει ίσως να μην εμπιστεύεται;

Είμαστε αρκετά διαφορετικοί άνθρωποι. Ο Lukas είναι περισσότερο σκεπτόμενος και εννοιολογικός, ενώ ο Erol λειτουργεί πιο διαισθητικά, περισσότερο με το ένστικτο. Και αυτό είναι που έχει κρατήσει όλο αυτό ζωντανό. Φυσικά πάντα θα υπάρχουν συζητήσεις για διάφορα πράγματα, αλλά αυτό ακριβώς χρειάζεσαι σε μια δημιουργική σχέση. Έχουμε μάθει να εμπιστευόμαστε ο ένας τα δυνατά σημεία του άλλου και αυτό που έχουμε βρει ο ένας στον άλλο.

— Σε ποιο σημείο μια αναγνωρίσιμη καλλιτεχνική υπογραφή μετατρέπεται σε comfort zone; Πώς καταλαβαίνετε ότι εξελίσσετε τη γλώσσα σας και δεν επαναλαμβάνετε απλώς τον εαυτό σας;

Το πιο σημαντικό για εμάς είναι να νιώθουμε ότι αυτό που κάνουμε μας προκαλεί και μας εμπνέει. Φυσικά είναι πολύ χρήσιμο να έχεις αναπτύξει ένα συγκεκριμένο, αναγνωρίσιμο ύφος, αλλά υπήρξαν στιγμές που αισθανθήκαμε ότι αυτό δεν ήταν πλέον τόσο καινούργιο ή ενδιαφέρον – τουλάχιστον για εμάς. Τότε ήταν που αρχίσαμε να ανοίγουμε ολόκληρο το concept.

Ίσως εδώ πρέπει να πούμε ότι στα πρώτα χρόνια και στους πρώτους τρεις ή τέσσερις δίσκους μας ο «κανόνας» ήταν πως χρησιμοποιούμε αποκλειστικά ήχους από το grand piano: καθόλου σινθεσάιζερ, κιθάρες, ντραμς κ.λπ. Όταν πλησιάζαμε στον πέμπτο δίσκο, καταλάβαμε ότι είχαμε φτάσει σε ένα σημείο όπου χρειαζόμασταν κάτι φρέσκο. Έτσι αρχίσαμε σιγά και προσεκτικά να χρησιμοποιούμε σινθεσάιζερ. Και μόλις σπάσαμε αυτόν τον κανόνα, ξαφνικά νιώσαμε ξανά τρομερά κινητοποιημένοι και γεμάτοι ιδέες.

Grandbrothers: Ένα grand piano μπαίνει σ' ένα club
© Dan Medhurst

— Οι Grandbrothers ξεκινούν από ένα ακουστικό πιάνο, αλλά συνεχώς το σπρώχνουν προς περιοχές που έχουμε συνηθίσει να συνδέουμε με την ηλεκτρονική μουσική. Πώς διευρύνετε τις δυνατότητες του οργάνου χωρίς απλώς να το μεταμφιέζετε σε σινθεσάιζερ;

Υπάρχουν μερικά στοιχεία που μας βοήθησαν να δημιουργήσουμε αυτόν τον χαρακτηριστικό ήχο. Καταρχάς έχουμε κατασκευάσει κάποια ηλεκτρομαγνητικά σφυράκια που μπορούν να χτυπήσουν είτε τις χορδές είτε τα ξύλινα μέρη του πιάνου.

Παράλληλα δουλεύουμε πολύ με live sampling. Ό,τι παίζεται στο πιάνο συλλαμβάνεται από μικρόφωνα κι από εκεί περνά μέσα από διάφορα εφέ, ώστε να μπορούμε να προσθέσουμε delay, distortion, reverb και ούτω καθεξής. Τώρα πλέον χρησιμοποιούμε σχεδόν οτιδήποτε βρίσκεται στα στούντιό μας, οπότε έχουμε πάρα πολλούς ήχους με τους οποίους μπορούμε να παίξουμε. Το πιάνο όμως παραμένει πάντα στο κέντρο – είτε ως ο βασικός χαρακτήρας είτε ως ρυθμικός συνοδοιπόρος.

— Με το «Elsewhere» ο μουσικός σας κόσμος μοιάζει πιο ανοιχτός, πιο ρυθμικός και ίσως λιγότερο δεμένος στην αρχική του αρχιτεκτονική. Τι θέλατε να ανακαλύψετε έξω από το έδαφος που ήδη γνωρίζατε;

Υπήρχε πάντα ένα συγκεκριμένο όριο στον ήχο μας όταν θέλαμε να κινηθούμε προς μια περισσότερο club κατεύθυνση. Για παράδειγμα, δεν μπορούσαμε να κάνουμε το μπάσο ή τα ντραμς αρκετά punchy ώστε το αποτέλεσμα να γίνει πραγματικά κοφτό και groovy.

Με αυτό το άλμπουμ θέλαμε να γίνουμε πιο ηλεκτρονικοί και να κάνουμε μια περιοδεία με, λίγο-πολύ, όρθιο κοινό. Όλα αυτά τα χρόνια έχουμε παίξει σε πολλά φεστιβάλ ηλεκτρονικής μουσικής και πάντα αγαπούσαμε το vibe και την ενέργεια του κόσμου εκεί. Αυτό μας οδήγησε τελικά στην απόφαση να χρησιμοποιήσουμε παλιά αναλογικά synths, όπως ένα Korg MS-10 ή ένα Prophet 5, και να αποκτήσουμε αυτές τις βαθιές, «τρεμάμενες» χαμηλές συχνότητες που έλειπαν κατά κάποιον τρόπο από τους προηγούμενους δίσκους.

Και μετά, ναι: να πάμε σε μέρη, να παίξουμε αυτή τη μουσική και να κάνουμε τον κόσμο να χορέψει.

— Όταν ένα κομμάτι περνά από το studio στη σκηνή, τι είναι αυτό που αρνείστε συνειδητά να αναπαραγάγετε πιστά;

Γίνεται κάπως βαρετό αν απλώς παίξεις τα tracks ακριβώς όπως ακούγονται στον δίσκο. Σε κάποια κομμάτια, για παράδειγμα, υπάρχει χώρος για αυτοσχεδιασμό στα μέρη του πιάνου ή στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε τα εφέ.

Προσπαθούμε επίσης να χτίζουμε το setlist έτσι ώστε να υπάρχουν μεταβάσεις ανάμεσα στα τραγούδια, σχεδόν σαν πολύ μικρά καινούργια κομμάτια: χρησιμοποιούμε στοιχεία από τα δύο tracks που ενώνονται, αλλά προσθέτουμε και νέους ήχους ή μελωδίες. Άλλες φορές έχει να κάνει με το να προσέξεις τις μικρές λεπτομέρειες του χώρου στον οποίο παίζεις – πώς συμπεριφέρεται, για παράδειγμα, ένα kick drum και αν πρέπει να το πειράξεις λίγο ώστε να λειτουργήσει σωστά στο συγκεκριμένο μέρος.

Και επειδή είμαστε και οι δύο άνθρωποι, υπάρχουν πάντα μικρά λάθη – ή ας τα πούμε happy accidents. Πράγματα που δεν θα τα βρεις ακριβώς έτσι στον δίσκο.

— Τα live σας απαιτούν μεγάλη ακρίβεια, αλλά το κοινό πρέπει ταυτόχρονα να αισθανθεί ότι συμβαίνει κάτι πραγματικά ανεπανάληπτο. Πού αφήνετε χώρο για ρίσκο, αυτοσχεδιασμό ή ακόμη και αποτυχία;

Σε γενικές γραμμές, πιστεύουμε ότι κάθε συναυλία είναι από μόνη της μοναδική, γιατί υπάρχει ο χώρος, οι άνθρωποι και όλες οι αισθητηριακές εντυπώσεις που δεν μπορούν ποτέ να αναπαραχθούν στο σπίτι.

Τα φώτα είναι πολύ σημαντικό κομμάτι των shows μας. Δουλεύουμε εδώ και αρκετό καιρό με μια φανταστική ομάδα που ξέρει τη μουσική απέξω και βοηθά να τονιστούν αυτά τα συναισθήματα ακολουθώντας και τον ρυθμό.

Και προσπαθούμε να μη γινόμαστε υπερβολικά σοβαροί με όλα. Φυσικά δίνουμε πάντα τον καλύτερό μας εαυτό, αλλά δεν προσπαθούμε να είμαστε υπερβολικά τέλειοι. Περισσότερο έχει σημασία να περνάμε καλά πάνω στη σκηνή και μαζί με τον κόσμο – και να τον κάνουμε να νιώθει το ίδιο.

— Οι Grandbrothers γράφουν χορευτική μουσική για «καθιστό κοινό» ή κονσέρτο για πιάνο για ανθρώπους που θέλουν να χορέψουν;

Χαχα, πραγματικά δεν ξέρουμε. Το ωραίο είναι ότι, όταν παίζουμε σε concert halls όπου ο κόσμος συνήθως κάθεται, προς το τέλος τις περισσότερες φορές όλοι είναι όρθιοι και χορεύουν.

Είναι πολύ διασκεδαστικό να το παρακολουθείς να συμβαίνει. Στην αρχή βλέπεις κάποιους να κουνάνε τα χέρια τους ή να χτυπάνε τα πόδια τους στον ρυθμό. Μετά κάποιοι σηκώνονται, πηγαίνουν στο πλάι κι αρχίζουν να χορεύουν εκεί. Κι όταν όλα κουμπώσουν μεταξύ τους, ολόκληρο το κοινό σηκώνεται από τις θέσεις του και το πράγμα γίνεται rave. Αυτές είναι οι στιγμές που αγαπάμε και γι’ αυτές ζούμε.

— Ποια είναι η μεγαλύτερη παρανόηση που έχει ο κόσμος για τη μουσική σας;

Οι περισσότεροι που δεν γνωρίζουν τη μουσική μας και έρχονται για πρώτη φορά στα shows εκπλήσσονται συχνά από το πόσο ενεργητικά μπορούν να γίνουν. Η πρώτη σκέψη όταν βλέπεις ένα grand piano είναι πάντα ότι πρόκειται για ένα κλασικό όργανο –ίσως ΤΟ κλασικό όργανο– και ότι δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με την ηλεκτρονική μουσική. Έχουν υπάρξει πολλές φορές που άνθρωποι ήρθαν να μας μιλήσουν μετά τη συναυλία και μας είπαν ότι, βλέποντας το πιάνο πάνω στη σκηνή, δεν θα πίστευαν ποτέ πως μέχρι το τέλος θα χόρευαν.

— Και αν έπρεπε σήμερα να περιγράψετε τους Grandbrothers χωρίς να χρησιμοποιήσετε τις λέξεις «πιάνο» και «ηλεκτρονική», τι θα λέγατε;

Είναι η σύνδεση ανάμεσά μας ως δύο διαφορετικών ανθρώπων και η σύνδεση με τους ανθρώπους που βρίσκονται μαζί μας στον χώρο. Υπάρχει πολλή ενέργεια στη μουσική, πολλή δυναμική, και όλο το θέμα είναι πώς μεταφέρεις αυτή την ενέργεια στη σκηνή.

Info
Grandbrothers, Φ Hill Sessions
Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου
Θέατρο «Δόρα Στράτου», Λόφος Φιλοπάππου

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Dub Inc
Dub Inc: «Δεν θέλουμε να γίνουμε πιο διάσημοι. Μας αρέσει αυτό που είμαστε»

Ο Grégory “Zigo” Mavridorakis μιλά στο Street Mode για το “Atlas”, την ανεξαρτησία των Dub Inc, το πολιτικό reggae, τον Lars Ulrich, την Ελλάδα και σχεδόν τρεις δεκαετίες ζωής μέσα στην ίδια μπάντα.

Θέατρο Αρχαίας Απτέρας © Yannis Gutmann
Τι είδαμε στο 14ο Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου Χανίων

«Στα δεκατέσσερα χρόνια διαδρομής του, το Φεστιβάλ εξελίχθηκε σε έναν θεσμό που ξεπερνά τα όρια μιας σειράς συναυλιών» ανέφερε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ Γιώργος Μαθιουλάκης

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY