Πολιτικη & Οικονομια

Η ελληνική οικονομία μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

Η 90ή ΔΕΘ βρίσκει την ελληνική οικονομία στο τέλος μιας ιστορικής περιόδου χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης και μπροστά στο δύσκολο τεστ της επόμενης ημέρας.

Ισαβέλλα Ζαμπετάκη
Αναστασία Νικολαΐδη
ΤΕΥΧΟΣ 1009
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ταμείο Ανάκαμψης
© Buena Vista Ιmages/Getty Images

Ανάπτυξη, επενδύσεις και απασχόληση καλούνται πλέον να πάρουν τη σκυτάλη από την έκτακτη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.

Η φετινή 90η ΔΕΘ βρήκε την ελληνική οικονομία μπροστά σε μια αλλαγή εποχής. Μόλις λίγες ημέρες πριν ανοίξουν οι πύλες της έκθεσης, στις 31 Αυγούστου, εξέπνευσε η προθεσμία για την ολοκλήρωση των οροσήμων και των στόχων του Ταμείου Ανάκαμψης, κλείνοντας ουσιαστικά έναν κύκλο που άνοιξε μέσα στην πανδημία και έφερε στην Ελλάδα ένα πρωτοφανές πακέτο ευρωπαϊκών πόρων.

Ταμείο Ανάκαμψης: Η ελληνική οικονομία στη μετά-RRF εποχή

Το «Ελλάδα 2.0» έχει συνολική αξία 36 δισ. ευρώ που αντιστοιχεί στο 16% του ΑΕΠ, με 18,22 δισ. ευρώ επιχορηγήσεις και 17,73 δισ. ευρώ δάνεια από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Δεν ήταν, όμως, το μέγεθος του πακέτου που το διαφοροποίησε από τα προηγούμενα ευρωπαϊκά προγράμματα. Για πρώτη φορά η εκταμίευση των χρημάτων συνδέθηκε τόσο στενά με μεταρρυθμίσεις, συγκεκριμένα ορόσημα και αυστηρά χρονοδιαγράμματα.

Η 31η Αυγούστου, πάντως, δεν σημαίνει ότι το Ταμείο «έσβησε» από τη μία ημέρα στην άλλη. Σημαίνει ότι τελείωσε ο χρόνος υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων που συνδέονται με τα ορόσημα. Τα κράτη-μέλη έχουν έως τις 30 Σεπτεμβρίου για να υποβάλουν τα τελικά αιτήματα πληρωμής και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου για να πραγματοποιήσει τις τελευταίες εκταμιεύσεις.

Η τελική ευθεία των 6,5 δισ. ευρώ

Για την Ελλάδα, επομένως, ο Σεπτέμβριος παραμένει μήνας Ταμείου Ανάκαμψης. Όπως έχει εξηγήσει ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Νίκος Παπαθανάσης, απομένουν οι πιστοποιήσεις και οι έλεγχοι που απαιτούνται για να υποβληθεί στο τέλος του μήνα το τελικό αίτημα, ύψους περίπου 6,5 δισ. ευρώ: περίπου 4,5 δισ. ευρώ από επιδοτήσεις και 2 δισ. ευρώ από το δανειακό σκέλος. Η κυβερνητική θέση είναι ότι δεν θα χαθεί ούτε ένα ευρώ.

Ακόμη και μετά τις τελευταίες εκταμιεύσεις, όμως, το αποτύπωμα του Ταμείου θα παραμείνει ορατό για χρόνια. Έργα μπορούν να συνεχίσουν να υλοποιούνται με άλλες πηγές χρηματοδότησης, ενώ οι έλεγχοι δεν σταματούν στο τέλος του 2026. Τα κράτη-μέλη καλούνται να διατηρούν έως τουλάχιστον το τέλος του 2031 τα στοιχεία και τα αποδεικτικά έγγραφα που τεκμηριώνουν την ορθή υλοποίηση των έργων, καθώς η Κομισιόν διατηρεί τη δυνατότητα ελέγχων για διάστημα έως πέντε ετών μετά την τελική πληρωμή.

Και κυρίως, το τέλος του Ταμείου δεν σημαίνει το τέλος των ευρωπαϊκών κεφαλαίων. Τρία νέα χρηματοδοτικά εργαλεία με ισχυρό κλιματικό αποτύπωμα –το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, το Ταμείο Εκσυγχρονισμού και το Ταμείο Απανθρακοποίησης– κινητοποιούν περίπου 9 δισ. ευρώ. Παράλληλα, η Ελλάδα μπαίνει στη μεγάλη διαπραγμάτευση για την επόμενη ευρωπαϊκή προγραμματική περίοδο, από την οποία διεκδικεί ένα πακέτο περίπου 50 δισ. ευρώ για συνοχή και Κοινή Αγροτική Πολιτική.

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι σε τι κατάσταση αφήνει την ελληνική οικονομία το Ταμείο Ανάκαμψης και πόσο έτοιμη είναι αυτή να κινηθεί χωρίς την έκτακτη ώθησή του;

Η ανάπτυξη κρατά – αλλά το 2027 είναι το πρώτο τεστ

Η αφετηρία είναι σαφώς καλύτερη από εκείνη των προηγούμενων ετών κρίσης. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ. Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ανάπτυξη 1,9% για το σύνολο του 2026 και αντίστοιχο ρυθμό 1,9% το 2027, ενώ η Κομισιόν είναι λίγο πιο συντηρητική, τοποθετώντας την ανάπτυξη στο 1,8% φέτος και στο 1,6% το 2027. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η πρώτη προειδοποίηση: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνδέει ρητά την επιβράδυνση του 2027 και με την ολοκλήρωση της εφαρμογής του RRF.

Συνεπώς, το πραγματικό crash test αρχίζει μετά το Ταμείο. Σύμφωνα με μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης εκτιμάται ότι συνέβαλαν περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης. Μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, οι δημόσιες επενδύσεις αναμένεται να περιοριστούν αισθητά. Η ανάπτυξη θα πρέπει σταδιακά να στηριχτεί λιγότερο στην έκτακτη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και περισσότερο στην παραγωγικότητα, στις ιδιωτικές επενδύσεις, στις εξαγωγές και στις μεταρρυθμίσεις που το ίδιο το Ταμείο χρηματοδότησε.

Η μεγάλη αλλαγή στην αγορά εργασίας

Στην απασχόληση, η απόσταση από τα χρόνια της κρίσης είναι εντυπωσιακή. Η ανεργία υποχώρησε στο 7,9% τον Ιούλιο, ενώ στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 οι απασχολούμενοι έφθασαν τα 4,414 εκατομμύρια και οι άνεργοι περιορίστηκαν σε περίπου 380.000. Σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του 2025, ο αριθμός των ανέργων μειώθηκε κατά 7,8%.

Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι η αποκλιμάκωση θα συνεχιστεί, με την ανεργία στο 8,2% κατά μέσο όρο το 2026, στο 7,8% το 2027 και στο 7,6% το 2028. Το επόμενο πρόβλημα συνεπώς αλλάζει χαρακτήρα και, από την έλλειψη θέσεων εργασίας, μεταφέρεται όλο και περισσότερο στην έλλειψη κατάλληλου ανθρώπινου δυναμικού, στις δεξιότητες και στην παραγωγικότητα, με δεδομένες και τις έντονες δημογραφικές πιέσεις.

Οι επενδύσεις πρέπει να πάρουν τη σκυτάλη

Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη κληρονομιά αλλά και η μεγαλύτερη πρόκληση του Ταμείου. Στην Ελλάδα, οι πραγματικές επενδύσεις αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 10,3% την περίοδο 2022-2025, επίδοση που είναι η δεύτερη υψηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο λόγος επενδύσεων προς ΑΕΠ ανήλθε σε 16,9% το 2025, έχοντας καλύψει περίπου το ήμισυ της απόστασης που χωρίζει την Ελλάδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Είναι μια σημαντική εξέλιξη αν ληφθεί υπόψιν η βαθιά και παρατεταμένη αποεπένδυση της προηγούμενης δεκαετίας. Το Ταμείο Ανάκαμψης αποτέλεσε καταλύτη, ιδίως σε τομείς υψηλής προτεραιότητας όπως η πράσινη και η ψηφιακή μετάβαση. Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει αύξηση των επενδύσεων κατά περίπου 5,5% το 2026, με την άνοδο να επιβραδύνεται στο 3,6% το 2027 και στο 3,4% το 2028. Εκτιμά, πάντως, ότι έως το 2028 οι επενδύσεις θα έχουν ξεπεράσει το 19% του πραγματικού ΑΕΠ. Στόχος της κυβέρνησης είναι οι επενδύσεις, που βρίσκονται στα 46 δισ. σήμερα, να φτάσουν τα 65 δισ., ξεπερνώντας κατά πολύ το 20% του ΑΕΠ έως το 2030.

Όμως η περίοδος της μεγάλης εισροής πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης τελειώνει και δύσκολα θα αποφευχθεί η επιβράδυνση μετά το 2026. Το ζητούμενο είναι αν το RRF κατάφερε να λειτουργήσει ως καταλύτης, δημιουργώντας επενδυτικά σχέδια, τραπεζική χρηματοδότηση και παραγωγική δυναμικότητα που θα συνεχίσουν να λειτουργούν χωρίς αυτό.

Εξαγωγές: Θετική εικόνα, με μια μεγάλη αδυναμία

Οι εξαγωγές προσφέρουν ενθαρρυντικές ενδείξεις. Τον Ιούνιο η αξία των εξαγωγών αγαθών αυξήθηκε κατά 26,3% σε ετήσια βάση, στα 5 δισ. ευρώ, ενώ χωρίς τα πετρελαιοειδή η αύξηση ήταν 18,4%. Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι οι συνολικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών θα αυξηθούν κατά 1,8% το 2026, 3% το 2027 και 3,4% το 2028.

Όμως η εξωτερική θέση της χώρας εξακολουθεί να αποτελεί την πιο εμφανή μακροοικονομική αδυναμία. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διευρύνθηκε κατά περίπου 1 δισ. ευρώ σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα και έφτασε τα 9,5 δισ. ευρώ. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι θα διαμορφωθεί στο 6,2% του ΑΕΠ για το σύνολο του έτους και θα αποκλιμακωθεί σταδιακά στο 5,6% έως το 2028.

Υπάρχει εδώ και ένα παράδοξο της επενδυτικής ανάκαμψης: όσο η χώρα επενδύει περισσότερο, αυξάνονται και οι εισαγωγές μηχανημάτων, εξοπλισμού και ενδιάμεσων αγαθών. Η πρόκληση της επόμενης περιόδου είναι αυτές οι επενδύσεις να αυξήσουν τελικά την εγχώρια παραγωγή και την εξαγωγική ικανότητα αρκετά ώστε να περιορίσουν το εξωτερικό έλλειμμα.

Από την κρίση χρέους στις πρόωρες αποπληρωμές

Ακόμη πιο θεαματική είναι η αλλαγή στο δημόσιο χρέος. Στο τέλος του 2025 το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης ανερχόταν σε 362,9 δισ. ευρώ ή 146,1% του ΑΕΠ, έναντι 154,2% το 2024.

Η Ελλάδα, μάλιστα, δεν περιορίζεται στην αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ μέσω της ανάπτυξης. Επιταχύνει τις πρόωρες αποπληρωμές. Τον Ιούνιο προχώρησε σε πρόωρη εξόφληση περίπου 6,94 δισ. ευρώ από τα διμερή δάνεια του πρώτου μνημονίου, ενώ συνολικά οι πρόωρες αποπληρωμές και μειώσεις χρέους που έχουν προγραμματιστεί για το 2026 προσεγγίζουν τα 12,84 δισ. ευρώ. Η κυβέρνηση εκτιμά ότι ο λόγος χρέους θα υποχωρήσει στο 136,8% του ΑΕΠ ήδη φέτος, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει περαιτέρω πτώση κοντά στο 134% το 2027.

Το δημοσιονομικό «μαξιλάρι»

Η λήξη του RRF βρίσκει επίσης τα δημόσια οικονομικά σε σαφώς ισχυρότερη θέση. Η Γενική Κυβέρνηση έκλεισε το 2025 με συνολικό πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ. Για το 2026, το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών εκτιμά πρωτογενές πλεόνασμα 3,2% του ΑΕΠ.

Τα μέχρι στιγμής στοιχεία δείχνουν ότι η εκτέλεση παραμένει ισχυρή: στο επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου το πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού έφτασε τα 5,77 δισ. ευρώ, έναντι στόχου 4,42 δισ. ευρώ.

Η οικονομία χωρίς τις «βοηθητικές ρόδες»

Το Ταμείο Ανάκαμψης δημιουργήθηκε ως έκτακτη απάντηση σε μια έκτακτη κρίση. Δεν σχεδιάστηκε για να γίνει μόνιμος κινητήρας της ευρωπαϊκής –ή της ελληνικής– οικονομίας. Γι' αυτό και το τέλος του αποτελεί ίσως σημαντικότερο τεστ από την ίδια την απορρόφησή του.

Ήδη, από το επενδυτικό πακέτο των 16,7 δισ. ευρώ φέτος, το ύψος των χρηματοδοτήσεων περιορίζεται στα περίπου 10,6 δισ. ευρώ το 2027, από ΕΣΠΑ, ΚΑΠ, κλιματικά ταμεία και ενισχυμένο εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης που όμως καλύπτει ο κρατικός προϋπολογισμός. Αλλά και για αυτά τα κονδύλια η επόμενη ημέρα δεν είναι χωρίς αβεβαιότητες, καθώς στη διαπραγμάτευση για τη νέα προγραμματική περίοδο της ΕΕ καταγράφονται πιέσεις από χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά για περιορισμό των διαθέσιμων πόρων.

Η Ελλάδα φτάνει σε αυτό το σημείο με ανάπτυξη κοντά στο 2%, ανεργία κάτω από το 8%, δημόσιο χρέος που αποκλιμακώνεται γρήγορα, πρωτογενή πλεονάσματα και επενδύσεις που εξακολουθούν να αυξάνονται. Φτάνει, όμως, και με ένα επίμονα υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, επενδυτικό κενό που δεν έχει ακόμη κλείσει και μια οικονομία που πρέπει να αποδείξει ότι η ανάπτυξη των τελευταίων ετών μπορεί να γίνει περισσότερο αυτοτροφοδοτούμενη.

Η 31η Αυγούστου, επομένως, δεν σηματοδοτεί μόνο μια λήξη, αλλά και μια αφετηρία. Μέχρι σήμερα το ερώτημα ήταν πόσο γρήγορα μπορεί η Ελλάδα να απορροφήσει και να μετατρέψει σε έργα δεκάδες δισεκατομμύρια ευρωπαϊκών πόρων. Από εδώ και πέρα το ερώτημα είναι δυσκολότερο: τι μένει στην οικονομία όταν η μεγάλη έκτακτη χρηματοδότηση τελειώσει.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΔΕΘ: Η έκθεση που μεγάλωσε μαζί με τη Θεσσαλονίκη
ΔΕΘ: Η έκθεση που μεγάλωσε μαζί με τη Θεσσαλονίκη

Από τα πρώτα περίπτερα του 1926 και τη μεταπολεμική έκρηξη έως τη σημερινή οικονομική και πολιτική σκηνή της χώρας, η ΔΕΘ συμπληρώνει έναν αιώνα ζωής και ετοιμάζεται για το μέλλον

Ομιλία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στα εγκαίνια της 90ης ΔΕΘ
Πελάτες, όχι πολίτες: Η ΔΕΘ ως ετήσια τελετουργία συναλλαγής κυβέρνησης και ψηφοφόρων

Ο «πελάτης» αξιολογεί τη σχέση του με την εξουσία με βάση το προσωπικό όφελος. Ο «πολίτης» ενδιαφέρεται και για πράγματα που δεν μεταφράζονται άμεσα σε ευρώ στην τσέπη του

Θεσσαλονίκη
Πώς η Θεσσαλονίκη προσελκύει επισκέπτες 12 μήνες τον χρόνο

Με αιχμή τον συνεδριακό, γαστρονομικό, πολιτιστικό και ιαματικό τουρισμό, η Θεσσαλονίκη αξιοποιεί τη θέση της και εξελίσσεται σε έναν ολοκληρωμένο διεθνή προορισμό

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY