Κοινωνια

Η απώλεια του Γιώργου Μαζωνάκη και το τραγούδι της μνήμης

ή γιατί η φωνή δεν πεθαίνει

Νίκος Νικολινάκος
Νίκος Νικολινάκος
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Η απώλεια του Γιώργου Μαζωνακη και το τραγούδι της μνήμης
© ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Η απώλεια του Γιώργου Μαζωνάκη μέσα από τη δύναμη της φωνής, της μνήμης και του πένθους. Ένα προσωπικό κείμενο για το τραγούδι, τον Λακάν και τις αναμνήσεις που επιστρέφουν.

Υπάρχουν άνθρωποι που, χωρίς να τους έχουμε συναντήσει ποτέ, είναι σαν να έχουν κατοικήσει μέσα στη ζωή μας. Δεν έχουν διασταυρωθεί τα βλέμματά μας, δεν ξέρουμε τις συνήθειές τους, τις προσωπικές τους αγωνίες και τους φόβους. Κι όμως, κάποια στιγμή συνειδητοποιούμε ότι ένα κομμάτι της δικής μας ιστορίας έχει συνδεθεί με τη φωνή τους. Αν και δεν είμαι θιασώτης αυτού του είδους της μουσικής που χαρακτήριζε τον αγαπητό εκλιπόντα, ομολογώ ότι συνέλαβα τον εαυτό μου να γεμίζει συναισθήματα λύπης. Αυτός είναι και ο λόγος που γράφω το εν λόγω άρθρο.

Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη δεν ήταν μόνο η απώλεια ενός τραγουδιστή. Ήταν η ξαφνική διακοπή μιας φωνής που για πολλούς ανθρώπους είχε γίνει συνοδός χρόνων ολόκληρων. Μιας φωνής που είχε μπει όχι μόνο σε νυχτερινά κέντρα αλλά και σε σπίτια, αυτοκίνητα, έχει συνοδέψει νύχτες με πολύ αλκοόλ και έχει συνδεθεί με οδυνηρούς χωρισμούς, γιορτές και στιγμές μοναξιάς. H θλίψη λοιπόν που εκφράστηκε μέσα από τα Social Media δεν ήταν μόνο θλίψη για έναν άνθρωπο που έφυγε. Ήταν θλίψη για έναν χρόνο που δεν επιστρέφει.

Ίσως εδώ βρίσκεται το μυστικό της μεγάλης δύναμης του τραγουδιού: δεν μας θυμίζει απλώς κάτι που έγινε. Μας επιστρέφει κάτι που χάσαμε στέλνοντάς μας χρονοκαψουλες συναισθημάτων όταν το ακούμε.

Ο ψυχαναλυτής Ζακ Λακάν έλεγε ότι ο άνθρωπος δεν κατοικεί απλώς μέσα στον κόσμο. Κατοικεί μέσα στη γλώσσα. Γεννιόμαστε μέσα στη γλώσσα και εξανθρωπιζόμαστε λόγω αυτής. Δηλαδή είμαστε φτιαγμένοι από λέξεις, από ονόματα, από φράσεις που ακούσαμε και που, χωρίς να το καταλάβουμε, έγιναν κομμάτι της ταυτότητάς μας.

Ένας καλλιτέχνης με μεγάλη αποδοχή και αναγνώριση γίνεται έτσι κάτι περισσότερο από ένα πρόσωπο. Γίνεται ένα σημείο παραγωγής νοημάτων μέσα στη συλλογική μνήμη.

Τα τραγούδια ενός καλλιτέχνη δεν σημαίνουν μόνο τον ίδιο. Σημαίνουν μια εποχή και ανθρώπους που αγαπήσαμε, δρόμους και τόπους που περπατήσαμε, βιώματα ευχάριστα η και οδυνηρά που αποκτήσαμε, στιγμές που ζήσαμε και που δεν ξέραμε τότε ότι θα γίνουν αναμνήσεις.

Η φωνή του καλλιτέχνη εγγράφεται στο ασυνείδητο και πλαισιώνει το προσωπικό αρχείο της ζωής μας. Και όταν αυτή η φωνή σιωπά, βιώνουμε μια απώλεια γιατί δεν χάνεται μόνο ένας άλλος άνθρωπος. Χάνεται ένας τρόπος με τον οποίο θυμόμασταν ποιοι ήμασταν.

Η λακανική ψυχανάλυση μιλά για τη φωνή με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Η φωνή δεν είναι απλώς το μέσο με το οποίο μεταφέρουμε ένα μήνυμα. Την τοποθετεί στις ενορμήσεις μαζί με το βλέμμα και τις παραδοσιακές φροϋδικές: τη στοματική και την πρωκτική. Η φωνή έχει τεράστια επίδραση πάνω στο υποκείμενο γιατί είναι κάτι που αγγίζει το σώμα.

Πριν ακόμη καταλάβουμε τα λόγια, αισθανόμαστε τον τόνο. Πριν κατανοήσουμε το νόημα, έχουμε ήδη επηρεαστεί από τον ήχο. Γι' αυτό ένα τραγούδι μπορεί να μας συγκινεί ακόμη κι όταν δεν γνωρίζουμε κάθε λέξη του.

Όταν λοιπόν φεύγει ένας άνθρωπος, η φωνή του αποκτά μια παράξενη ιδιότητα: συνεχίζει να υπάρχει χωρίς εκείνον. Το σώμα χάνεται, αλλά η φωνή παραμένει.

Και αυτή η αντίφαση είναι ίσως ένας από τους λόγους που το τραγούδι βρίσκεται τόσο κοντά στο πένθος, τα Μανιάτικα μοιρολόγια έχουν να πουν πολλά πάνω σε αυτό. Γιατί κρατά ζωντανό κάτι που δεν μπορεί πλέον να επιστρέψει.

Όμως εδώ υπάρχει ένα άλλο τεράστιο ζήτημα. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να αποκτήσει την εμπειρία του θανάτου. Ο Λακάν ονόμαζε «Πραγματικό» εκείνο το σημείο της εμπειρίας που αντιστέκεται πλήρως στη γλώσσα. Ο θάνατος είναι ίσως η πιο καθαρή συνάντηση με αυτό το σημείο.

Μπορούμε να πούμε «έφυγε». Μπορούμε να γράψουμε «καλό ταξίδι». Μπορούμε να μοιραστούμε φωτογραφίες και αναμνήσεις. Αλλά καμία λέξη δεν μπορεί πραγματικά να χωρέσει την απουσία.

Έτσι οι άνθρωποι τραγουδούν όταν πενθούν, είτε πρόκειται για θάνατο βιολογικό είτε συναισθηματικό, γιατί και οι χωρισμοί κατά μίαν έννοια είναι θάνατοι. Και αυτός είναι ο λόγος που επιστρέφουν στα ίδια τραγούδια όταν χωρίζουν. Γι' αυτό γράφουν μηνύματα σε έναν άνθρωπο που δεν μπορεί πλέον να τα διαβάσει. Δεν προσπαθούν να εξηγήσουν τον θάνατο. Προσπαθούν να δημιουργήσουν έναν χώρο όπου η απώλεια μπορεί να κατοικηθεί. Ένα τραγούδι λοιπόν δεν ακυρώνει την απουσία. Τη μετατρέπει σε μελωδία. Ο νεκρός δεν μπορεί να επιστρέψει, όμως βρίσκει έναν τρόπο να υπάρχει.

Το δε τραγούδι γίνεται ένας τρόπος να κρατηθεί μαζί η μνήμη και η απώλεια, η παρουσία και η απουσία.

Ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν ήταν μόνο μια φωνή πάνω στη σκηνή. Για πολύ κόσμο στην πατρίδα μας έγινε συνοδοιπόρος της ζωής τους. Και όταν μια φωνή που συνόδευσε τη ζωή μας σιωπά, δεν χάνεται μόνο ένας καλλιτέχνης. Χάνεται ένας τρόπος με τον οποίο θυμόμασταν τον εαυτό μας.

Θέλω να γυρίσω στα παλιά λοιπόν, στην παλιά μου γειτονιά. Γιατί και εγώ στη Κοκκινιά μεγάλωσα και, όπως καταλάβατε από αυτό το κείμενο, αυτός είναι ο λόγος που το έγραψα.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY