Κοσμος

Σαξονία-Άνχαλτ: το 44% δεν ήρθε από το πουθενά

Έγιναν οι μισοί Γερμανοί «ακροδεξιοί»; Η χρόνια απόκρυψη των προβλημάτων, οι Ευρωπαίοι στρουθοκάμηλοι και τα παράπονα της Ανατολικής Γερμανίας

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης
Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Γερμανία: To AfD κερδίζει στο κρατίδιο Σαξονίας-Άνχαλτ
© EPA/FILIP SINGER

Η άνοδος του AfD, η αδυναμία της Ευρώπης να διαχειριστεί τη μετανάστευση, η ακροδεξιά και η πολιτική πόλωση.

Το 43,8% του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν έπεσε από τον ουρανό. Ούτε μπορεί να εξηγηθεί με τη βολική υπόθεση ότι σχεδόν οι μισοί ψηφοφόροι ενός γερμανικού κρατιδίου ξύπνησαν ένα πρωί ακροδεξιοί. Το αποτέλεσμα είναι πολύ σοβαρότερο: δείχνει ότι ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας πιστεύει πλέον πως τα κόμματα του δημοκρατικού κέντρου είτε δεν βλέπουν τα προβλήματά του είτε δεν θέλουν να τα αγγίξουν.

Το AfD υπερδιπλασίασε το ποσοστό του από το 2021 και άφησε τη Χριστιανοδημοκρατία (CDU) στο 17,2%. Δεν μιλάμε για μια οριακή διαμαρτυρία· μιλάμε για πολιτική ανατροπή. Αλλά, η πρώτη αντίδραση της ευρωπαϊκής πολιτικής τάξης είναι εξοργιστικά προβλέψιμη: εκφράζει ανησυχία για την ακροδεξιά, επαναλαμβάνει τις γνωστές εκκλήσεις υπέρ της δημοκρατίας και αναζητεί νέους τρόπους για να ενισχυθεί το «τείχος προστασίας» γύρω από το AfD. Σαν να αρκεί να υψώσεις λίγο περισσότερο τον φράχτη για να πάψει να υπάρχει αυτό που συμβαίνει από την άλλη πλευρά.

Όλα αυτά έχουν βάση. Το AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ έχει χαρακτηριστεί από την υπηρεσία προστασίας του Συντάγματος ακροδεξιός εξτρεμιστικός σχηματισμός, με ρατσιστικές θέσεις και ευθεία αμφισβήτηση βασικών αρχών της δημοκρατίας. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για έναν λίγο πιο σκληρό συντηρητισμό. Εδώ όμως αρχίζει το άλλο λάθος. Η καταγγελία γίνεται συχνά υποκατάστατο της εξήγησης. Λέμε τι είναι το AfD και θεωρούμε ότι τελειώσαμε. Δεν τελειώσαμε. Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: γιατί το ψηφίζουν τόσοι πολλοί;

Οι λόγοι είναι πολλοί: η οικονομική ανασφάλεια· η δυσπιστία απέναντι στο Βερολίνο· η αίσθηση των Ανατολικογερμανών ότι 36 χρόνια μετά την επανένωση εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως η φτωχή συγγενής της χώρας· η ιδιαίτερη σχέση ενός μέρους της πρώην Ανατολικής Γερμανίας με τη Ρωσία. Και πάνω απ’ όλα η πεποίθηση ότι οι κυβερνήσεις αποφασίζουν χωρίς να ακούνε αυτούς που υφίστανται τις συνέπειες των αποφάσεών τους. Μέσα σε όλα αυτά υπάρχει και το μεταναστευτικό. Και εδώ η ευρωπαϊκή δημοκρατία οφείλει επιτέλους να μιλήσει καθαρά.

Η μετανάστευση έχει γίνει σοβαρό πολιτικό, κοινωνικό και διοικητικό πρόβλημα για πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό σημαίνει ότι η μαζική είσοδος ανθρώπων, όταν ξεπερνά την ικανότητα ενός κράτους να τους ελέγξει, να τους στεγάσει, να τους εντάξει και να εφαρμόσει τους νόμους του, δημιουργεί πραγματικές πιέσεις. Για χρόνια όμως ακόμη και αυτή η αυτονόητη διαπίστωση ακουγόταν σχεδόν ύποπτη.

Η συζήτηση για τα σύνορα φορτώθηκε με ενοχές. Η ενσωμάτωση έγινε επικίνδυνο έδαφος. Η εγκληματικότητα συγκεκριμένων ομάδων δύσκολα συζητιόταν χωρίς την κατηγορία της συλλογικής ενοχοποίησης. Ακόμη και η εφαρμογή αποφάσεων απέλασης παρουσιαζόταν συχνά ως έλλειψη ανθρωπισμού. Και την ίδια ώρα συνέβαινε κάτι ακόμη σοβαρότερο. Μεταναστευτικές ροές χρησιμοποιήθηκαν από κράτη ως εργαλείο πίεσης προς την Ευρώπη, ενώ ξένα καθεστώτα χρηματοδοτούσαν και επηρέαζαν ισλαμιστικά δίκτυα και θρησκευτικούς θεσμούς στο εσωτερικό της. Η Ευρώπη άργησε επικίνδυνα να καταλάβει ότι το μεταναστευτικό δεν ήταν μόνο ανθρωπιστικό ζήτημα. Ήταν πλέον και ζήτημα ασφάλειας, κοινωνικής συνοχής και γεωπολιτικής ισχύος.

Έτσι η Ευρώπη κατάφερε κάτι εντυπωσιακό. Χάρισε στην ακροδεξιά ένα θέμα που δεν της ανήκε.

Τα σύνορα δεν είναι ακροδεξιά έννοια. Είναι προϋπόθεση του κράτους. Ο έλεγχος της παράνομης μετανάστευσης δεν είναι ξενοφοβία. Είναι κυβερνητική υποχρέωση. Η απαίτηση από όποιον εγκαθίσταται σε μια χώρα να σέβεται τους νόμους, την ισότητα των φύλων, τη θρησκευτική ελευθερία και τον τρόπο ζωής της κοινωνίας που τον υποδέχεται δεν είναι ρατσισμός. Είναι ο ελάχιστος όρος της συμβίωσης.

Μια δημοκρατία που φοβάται να τα πει αυτά εγκαταλείπει το πεδίο σε εκείνους που θα τα πουν πολύ πιο άγρια.

Και το AfD αυτό ακριβώς κάνει: παίρνει ένα πραγματικό πρόβλημα και του δίνει τη χειρότερη δυνατή απάντηση. Από τον έλεγχο περνά στον αποκλεισμό. Από την αποτυχία της μεταναστευτικής πολιτικής περνά στη γενίκευση για τους μετανάστες. Από την ανάγκη ενσωμάτωσης περνά στην καχυποψία απέναντι σε ολόκληρες κατηγορίες ανθρώπων.

Εκεί βρίσκεται η παγίδα. Η ακροδεξιά κερδίζει επειδή ξεκινά από κάτι που ο πολίτης αναγνωρίζει ως πραγματικό. Στη συνέχεια το παραμορφώνει. Γι’ αυτό και η εύκολη απάντηση ότι «ο κόσμος παρασύρθηκε» δεν αρκεί. Οι άνθρωποι δεν ψηφίζουν κατά εκατομμύρια ένα κόμμα επειδή έτυχε να δουν ένα καλό βίντεο στο TikTok. Το ψηφίζουν όταν αισθάνονται ότι κάποιος μιλά για όσα οι υπόλοιποι αποφεύγουν.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτός ο κάποιος είναι το AfD. Η ίδια η Άλις Βάιντελ αποτελεί σχεδόν υποδειγματική εικόνα των αντιφάσεων του κόμματος. Μια μορφωμένη οικονομολόγος με διεθνή καριέρα, χρόνια στην Κίνα, οικογενειακή ζωή στην Ελβετία, σύντροφο γυναίκα γεννημένη στη Σρι Λάνκα και δύο παιδιά ηγείται ενός κόμματος που υψώνει τη σημαία της εθνικής ομοιογένειας και της παραδοσιακής οικογένειας. Θα ήταν εύκολο να σταθούμε στην προσωπική υποκρισία. Είναι όμως το λιγότερο ενδιαφέρον σημείο. Και εδώ η Άλις Βάιντελ αξίζει να σταθεί μόνη της. Είναι γκέι και ηγείται ενός κόμματος που αντιτίθεται στον γάμο ομοφύλων. Ζει με γυναίκα γεννημένη στη Σρι Λάνκα και ηγείται ενός κόμματος που έχει κάνει τη μετανάστευση σχεδόν υπαρξιακό εχθρό. Μεγαλώνει μαζί της δύο γιους και εκπροσωπεί ένα κόμμα που ορίζει την οικογένεια ως πατέρα, μητέρα και παιδιά και αντιτίθεται στην επέκταση της υιοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια. Ζει μια ζωή που μόνο μια ανοιχτή, φιλελεύθερη κοινωνία θα μπορούσε να της εξασφαλίσει και πολιτεύεται ζητώντας αυτή η ίδια κοινωνία να γίνει στενότερη για τους άλλους. Δύσκολα βρίσκει κανείς καθαρότερη εικόνα πολιτικού κυνισμού: όλα τα δικαιώματα για τη δική μου ζωή, πολύ λιγότερη ανεκτικότητα όταν πρόκειται για τη ζωή των άλλων. Ακριβώς γι’ αυτό, η απάντηση στην ακροδεξιά δεν μπορεί να είναι η επιστροφή στην άρνηση. Χρειάζεται μια δημοκρατική πολιτική που να αναγνωρίζει το πρόβλημα, να βάζει όρια και να τα εφαρμόζει. Νόμιμη μετανάστευση όπου χρειάζεται. Αυστηρός έλεγχος της παράνομης εισόδου. Γρήγορες διαδικασίες ασύλου. Πραγματικές επιστροφές όταν η αίτηση απορρίπτεται. Ένταξη στην αγορά εργασίας. Γλώσσα. Εκπαίδευση. Σεβασμός στους νόμους. Καμία ανοχή στον ισλαμιστικό εξτρεμισμό. Και ταυτόχρονα καμία ανοχή στη συλλογική ενοχοποίηση ανθρώπων επειδή έχουν άλλη καταγωγή ή θρησκεία.

Αυτά δεν είναι ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Είναι κράτος.

Η ευρωπαϊκή  Αριστερά αρνήθηκε να το καταλάβει. Αντί να απαντήσει στο πρόβλημα, αμφισβήτησε το δικαίωμα του πολίτη να το θέτει. Κάθε δυσφορία μπορούσε να ερμηνευθεί ως προκατάληψη. Κάθε φόβος ως ξενοφοβία. Κάθε αίτημα για έλεγχο ως συντηρητική οπισθοδρόμηση. Δεν εξαφανίζεις όμως ένα πρόβλημα χαρακτηρίζοντας ακροδεξιό εκείνον που μιλά γι’ αυτό. Κάπως έτσι το μεταναστευτικό έγινε ιδανικό πεδίο για τα άκρα. Η ακροαριστερά είδε μόνο το δικαίωμα του μετανάστη και ξέχασε συχνά την αντοχή της κοινωνίας που τον υποδέχεται. Η ακροδεξιά είδε μόνο την αντοχή της κοινωνίας και ξέχασε ότι απέναντί της έχει ανθρώπους με δικαιώματα.

Και οι δύο απαντήσεις είναι λάθος. Η μία αρνείται τα όρια. Η άλλη αρνείται τον άνθρωπο. Το δημοκρατικό κέντρο δεν έχει την πολυτέλεια να διαλέξει ανάμεσά τους. Οφείλει να κάνει αυτό που για χρόνια απέφευγε. Να αναγνωρίσει το πρόβλημα, να το μετρήσει και να το αντιμετωπίσει χωρίς ιδεολογικές ενοχές. Και κυρίως να σταματήσει να πιστεύει ότι οι πολίτες χρειάζονται μαθήματα ηθικής κάθε φορά που εκφράζουν έναν φόβο. Ο φόβος μπορεί να είναι υπερβολικός· μπορεί να τροφοδοτείται από προπαγάνδα· μπορεί ακόμη και να στηρίζεται σε προκαταλήψεις. Πρώτα όμως πρέπει να εξετάσεις αν υπάρχει κάτι πραγματικό που τον γεννά.

Αυτό δεν έκανε για χρόνια ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής πολιτικής. Και τώρα πληρώνει τον λογαριασμό.

Το 43,8% στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν δικαιώνει το AfD. Το εξηγεί. Κι αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη. Γιατί αν θεωρήσουμε ότι η εξήγηση ισοδυναμεί με δικαιολόγηση, θα συνεχίσουμε να καταγγέλλουμε την ακροδεξιά την ώρα που εκείνη θα συνεχίζει να μεγαλώνει.

Η άνοδος της ακροδεξιάς έχει αιτίες. Πραγματικά προβλήματα, πολιτικά λάθη, φόβους, ανασφάλειες, εγκατάλειψη, θυμό. Πάνω σε αυτά χτίζει· τα εκμεταλλεύεται, τα διογκώνει και συχνά οδηγεί σε επικίνδυνες λύσεις.

Η απάντηση λοιπόν δεν είναι να της παραχωρήσουμε τα προβλήματα επειδή δεν μας αρέσουν οι λύσεις της.

Είναι να της πάρουμε πίσω την πραγματικότητα.

Γιατί όταν η δημοκρατία αρνείται να ονομάσει ένα πρόβλημα, κάποιος άλλος θα το ονομάσει για λογαριασμό της. Και συνήθως θα του δώσει το χειρότερο δυνατό όνομα.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ούλριχ Ζίγκμουντ, ο επικεφαλής του AfD © EPA/CLEMENS BILAN
Χορεύοντας με τους Ακροδεξιούς: Η Ευρώπη που λαχταρήσαμε δεν υπάρχει πια

Υπάρχει η εντύπωση πως η Δημοκρατία στην Ευρώπη είναι κάποιος κανόνας. Ψεύδος. Η Δημοκρατία ήταν και είναι παρένθεση σε μία Ευρώπη με παθολογική ροπή στον αυταρχισμό.

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY