Βιβλιο

Σεμίνα Διγενή: «Στην Ελλάδα έχουμε δύο ταχύτητες μνήμης. Ή αποθεώνουμε ή ακυρώνουμε»

Η γνωστή πολιτικός, δημοσιογράφος και συγγραφέας μιλάει στην ATHENS VOICE για τη λογοτεχνία, τη μνήμη, τους καθημερινούς ανθρώπους και τους «απείθαρχους» ήρωές της

Μπάμπης Καλογιάννης
Μπάμπης Καλογιάννης
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Σεμίνα Διγενή: Στην Ελλάδα έχουμε δύο ταχύτητες μνήμης. Ή αποθεώνουμε ή ακυρώνουμε
Σεμίνα Διγενή: «Στην Ελλάδα έχουμε δύο ταχύτητες μνήμης. Ή αποθεώνουμε ή ακυρώνουμε»

Σεμίνα Διγενή: Συνέντευξη με αφορμή τα βιβλία της Καθ' οδόν (Σύγχρονη Εποχή) και Η τέχνη τού να μην πεθάνεις – Οι απείθαρχοι (Άνεμος Εκδοτική)

Η Αθήνα, μέσα και πίσω από τους δρόμους και τα κτίρια, παραμένει ένα κείμενο που δεν τελειώνει ποτέ, ένα βιβλίο που γράφεται κάθε λεπτό και διαβάζεται ξανά και ξανά. Η Σεμίνα Διγενή, μέσα από την πολιτική διαδρομή και τη δημοσιογραφική/συγγραφική της ιδιότητα είναι από τους ανθρώπους που ζουν από κοντά τόσα χρόνια το γράψιμο αυτών των σελίδων. Μέσα από τα χαραγμένα βήματα των διαδηλωτών, των εραστών, των ζητιάνων, των παιδιών που έπαιζαν στους δρόμους της πρωτεύουσας και των ποιητών που την ύμνησαν. Με το βιβλίο της Καθ' οδόν των εκδόσεων Σύγχρονη Εποχή, καλεί τον αναγνώστη να ξαναπερπατήσει την Αθήνα με έναν διαφορετικό τρόπο, σαν να μπορεί ν’ ακούσει τις μύχιες σκέψεις αυτών που περνάνε από δίπλα του. Μικρά μονόπρακτα της καθημερινότητας και οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, των οποίων ο εσωτερικός λόγος γίνεται εξομολόγηση.

Κάπου (ίσως) μέσα σ’ αυτή την Αθήνα, η Σεμίνα Διγενή οραματίστηκε και έναν ουρανοξύστη διαφορετικό από τους άλλους. Στο ιδιαίτερο σύμπαν του βρίσκονται έγκλειστες εκείνες οι εμβληματικές προσωπικότητες που δεν χωράνε πουθενά, ταυτόχρονα με την οικουμενικότητά τους. Ο Ντέιβιντ Μπόουι και ο Θανάσης Βέγγος, ο Λένιν και ο Παύλος Σιδηρόπουλος, η Μαρίκα Κοτοπούλη και ο Κερτ Κομπέιν. Σ’ αυτό το ζωντανό κτίριο, κάποιοι από αυτούς γίνονται φίλοι, κάποιοι παραμένουν εχθροί και κάποιοι επινοούν νέες μορφές αντίστασης. Επίσης, κάποιοι κάνουν συνεχώς πάρτι. Στο βιβλίο Η τέχνη τού να μην πεθάνεις. Οι απείθαρχοι από την Άνεμος Εκδοτική, η συγγραφέας ανεβοκατεβαίνει με ασανσέρ την πένα της στους ορόφους των Αυτοκτονιών, των Τραυμάτων και των Πειραμάτων, με τους ήρωές της να επαναφέρουν τις σκληρότερες αναμνήσεις τους, περιμένοντας την τελική ετυμηγορία της Μνήμης του Κόσμου. Αυτής που ή θα αποθεώσει ή θα ακυρώσει.

Καθ' οδόν της Σεμίνας Διγενή
Καθ' οδόν της Σεμίνας Διγενή

Η Σεμίνα Διγενή κυκλοφόρησε φέτος το βιβλίο «Καθ’ οδόν – 15 μονόλογοι στην Αθήνα», μια συλλογή λογοτεχνικών μονολόγων που φωτίζει πρόσωπα, μνήμες και ιστορίες της σύγχρονης Αθήνας. Παράλληλα, επανέφερε σε αναθεωρημένη και εμπλουτισμένη έκδοση το έργο «Η τέχνη τού να μην πεθάνεις – Οι απείθαρχοι», όπου ιστορικές προσωπικότητες αποκτούν νέο σφυγμό και διάσταση ως εκλεκτοί ενοικιαστές του Κόκκινου Ουρανοξύστη, δημιουργώντας έτσι τα πλέον εντυπωσιακά λογοτεχνικά «mash-ups». Η Σεμίνα Διγενή μίλησε στην ATHENS VOICE για τα δύο αυτά βιβλία, για το πώς πλάθει τους ήρωες των ιστοριών της, αλλά και για το πώς η Αθήνα δημιουργεί τις πλέον ξεχωριστές ανθρώπινες ιστορίες, από δρόμους που αφηγούνται τους μικρούς και μεγάλους μύθους της.

Σεμίνα Διγενή: «Η Αθήνα κατοικεί ακόμα στις γειτονιές που επιμένουν να θυμούνται» 

— Γράφετε στον πρόλογο του «Καθ' οδόν» πως η Αθήνα υπήρξε πάντα μια πόλη εξομολογήσεων. Κάποιοι ίσως διαφωνήσουν για το σήμερα, με την κοινωνική απομόνωση να αυξάνεται και τις εξομολογήσεις να γίνονται σε τρίτους μέσω του κινητού και σπανιότερα σε δικούς μας ανθρώπους. Τι από τα δύο συμβαίνει τελικά;

Και τα δύο. Η Αθήνα εξακολουθεί να είναι μια πόλη εκπλήξεων και εξομολογήσεων. Παλιά, βέβαια, οι άνθρωποι συζητούσαν σε μια κουζίνα, σ’ ένα παγκάκι, σ’ ένα ταξί, σε μια βόλτα. Παλιά τα μυστικά τα ήξερε η γειτόνισσα. Σήμερα τα ξέρει ο αλγόριθμος. Σήμερα μιλάμε σε μια οθόνη που δεν μας διακόπτει ποτέ. Οι πιο πολλοί στέλνουν σύντομα φωνητικά, αντί να πουν «έλα να σε δω». Είναι μια εποχή με άπειρα μέσα επικοινωνίας και ελάχιστη επικοινωνία. Κι όμως, πιστεύω ότι η ανάγκη να ακουστούμε, δεν χάθηκε στιγμή. Απλώς τώρα προστέθηκαν τα ακουστικά. Κάτω από κάθε βιαστικό «όλα καλά» υπάρχει μια ιστορία που ζητάει να ειπωθεί. Αν καθίσεις δέκα λεπτά σ’ ένα καφέ της Αθήνας, θα καταλάβεις ότι η πόλη βράζει από ιστορίες. Η κοπέλα που μόλις χώρισε, ο ντελιβεράς που δουλεύει δεκατέσσερις ώρες, ο πιτσιρικάς που κάνει τον σκληρό ενώ είναι ακόμη δεκαέξι χρόνων, ο συνταξιούχος που κάνει ότι διαβάζει εφημερίδα, αλλά περιμένει να του μιλήσει κάποιος. Η Αθήνα δεν κατοικεί στο Instagram. Κατοικεί ακόμα στις γειτονιές που επιμένουν να θυμούνται. Είναι γεμάτη ανθρώπους που περπατούν μόνοι, αλλά κουβαλούν μέσα τους ατέλειωτους μονολόγους Αυτούς προσπάθησα να ακούσω.

Ο συγγραφέας είναι επαγγελματίας κλέφτης στιγμών. Κλέβει μια φράση, ένα βλέμμα, ένα νευρικό γέλιο, μια σιωπή και γράφει ένα κείμενο

— «Αν, διαβάζοντας αυτές τις σελίδες, νιώσετε πως αναγνωρίζετε κάποιους ανθρώπους, ίσως ακόμη και τον ίδιο σας τον εαυτό, τότε αυτό το βιβλίο έχει βρει τον δρόμο του». Για να αναγνωρίσουμε εμείς, σημαίνει πως από κάπου έχετε εμπνευστεί εσείς. Πώς επιλέχθηκαν οι μικροί καθημερινοί ήρωες του βιβλίου;

Δεν έκανα casting. Κυκλοφόρησα. Οι ήρωές μου βρίσκονται παντού. Δεν τους επέλεξα. Εμφανίστηκαν μπροστά μου σε έναν δρόμο, σ’ ένα περίπτερο, σε μια λαϊκή, σ’ ένα λεωφορείο, σε μια πολυκατοικία. Κάποιους τους γνώριζα. Κάποιους τους φαντάστηκα. Και κάποιους τους ένιωσα διαφανείς. Ο συγγραφέας είναι επαγγελματίας κλέφτης στιγμών. Κλέβει μια φράση, ένα βλέμμα, ένα νευρικό γέλιο, μια σιωπή και γράφει ένα κείμενο. Η συγγραφή, για μένα, είναι κυρίως παρατήρηση. Και μετά φαντασία. Δεν αντιγράφω ανθρώπους. Δανείζομαι για λίγο την ψυχή τους.

— Πώς ο εσωτερικός μονόλογος ενός ανθρώπου μετατρέπεται σε κάτι οικουμενικό;

Όταν σταματά να μιλάει μόνο για τον εαυτό του. Όταν πάψει να είναι νάρκισσος και γίνει καθρέφτης. Οι πολύ προσωπικές ιστορίες είναι συνήθως οι πιο συλλογικές. Η λογοτεχνία είναι το μόνο μέρος όπου συναντιούνται δύο άγνωστοι και λένε ταυτόχρονα: «Νόμιζα ότι αυτό συνέβαινε μόνο σ’ εμένα». Ένα κείμενο δεν μας συγκινεί επειδή μας λέει κάτι καινούργιο. Μας συγκινεί επειδή δίνει λέξεις σε κάτι που νομίζαμε ότι μόνο εμείς νιώθαμε. Εκεί συμβαίνει το μικρό θαύμα. Ξαφνικά ο άγνωστος γίνεται οικείο πρόσωπο, συγγενής.

— Ποιο είναι το στοιχείο ή τα στοιχεία που ενώνουν τους πρωταγωνιστές των φαινομενικά ασύνδετων ιστοριών;

Η μοναξιά. Η επιβίωση, η αδικία. Και το πείσμα να μην παραδοθούν σ’ αυτές. Οι περισσότεροι ήρωές μου δεν κάνουν μεγάλες επαναστάσεις. Ξυπνούν, πηγαίνουν στη δουλειά, πληρώνουν λογαριασμούς, ερωτεύονται, απογοητεύονται, πέφτουν και σηκώνονται, αλλά ποτέ δεν γίνονται viral. Αν και συναναστράφηκα στη δουλειά μου μεγάλους σταρ, πάντα αυτοί που τελικά με συγκινούσαν ήταν οι αφανείς. Αυτοί που στέκονταν όρθιοι στις κατολισθήσεις της καθημερινότητας και στήριζαν μια οικογένεια, μια δουλειά, μια γειτονιά, καμιά φορά και μια ολόκληρη κοινωνία, οι άνθρωποι που δεν πήραν ποτέ κάποιο βραβείο, επειδή άντεξαν άλλη μια μέρα. Οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της ζωής δηλαδή, που όμως δεν αξιώθηκαν πρωτοσέλιδα. Αυτοί είναι οι ήρωές μου.

— «Και οι γυναίκες; Οι γυναίκες του σήμερα; Είστε πιο ελεύθερες, ναι. Μπορείτε να μιλήσετε δυνατά. Να φύγετε. Να σπουδάσετε. Να μη ζητήσετε άδεια από τον πατέρα, τον άνδρα, τον χωροφύλακα. Αλλά σας έχουν βάλει άλλες φυλακές. Σας κρίνουν με εικόνες. Με σώματα. Με “τέλειο”. Με το να είσαι όμορφη, αλλά όχι πολύ, έξυπνη, αλλά όχι πολύ, δυνατή, αλλά όχι πολύ. Πάλι το καταραμένο “όχι πολύ”. Εγώ το “όχι πολύ” το έφαγα στη μάπα με ρόπαλο».
Πώς φτάσαμε σ’ αυτές τις νέες φυλακές και ποιο είναι το «όχι πολύ» της ελληνικής κοινωνίας για τις γυναίκες;

Οι σύγχρονες φυλακές έγιναν πιο κομψές και δεν έχουν κάγκελα. Έχουν φίλτρα, likes και βέβαια κανόνες και οδηγίες επιτυχίας. Η γυναίκα σήμερα μπορεί να πετύχει τα πάντα. Αρκεί να μη γίνει απειλητική. Να είναι διεκδικητική, αλλά όχι πολύ. Επιτυχημένη, αλλά να μην το δείχνει. Να μεγαλώνει παιδιά σαν να μην εργάζεται και να εργάζεται σαν να μην έχει παιδιά. Παλιά της έλεγαν «μη μιλάς». Σήμερα της λένε «μίλα, αλλά πρόσεχε πώς». και κυρίως «όχι πολύ».

Σεμίνα Διγενή: Στην Ελλάδα έχουμε δύο ταχύτητες μνήμης. Ή αποθεώνουμε ή ακυρώνουμε

Αυτό το «όχι πολύ» είναι ένας ύπουλος λογοκριτής, που κάθεται στον ώμο των γυναικών εδώ και δεκαετίες. Οι προκαταλήψεις, βέβαια, έκαναν ένα κάποιο λίφτινγκ. Παλιά έλεγαν στις γυναίκες «κάτσε σπίτι». Σήμερα τους λένε «βγες έξω, αλλά πρέπει να μην είσαι πάνω από 25 χρονών για πάντα, να είσαι αδύνατη και χωρίς ρυτίδες, επιτυχημένη χωρίς να τρομάζεις κανέναν, δυναμική αλλά χαμογελαστή, έξυπνη αλλά όχι ξερόλας, όμορφη αλλά όχι προκλητική». Με λίγα λόγια, σου δειγματίζουν τα φτερά, απαιτώντας να μην πετάξεις ψηλά. Εκλεπτυσμένα μεν, αυταρχικά δε.

Το «όχι πολύ» είναι η πιο ευγενική μορφή λογοκρισίας. Και, δυστυχώς, πολλές γυναίκες το έχουν κάνει εσωτερική φωνή. Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο. Εγώ, πάντως, πάντα συμπαθούσα τις γυναίκες που ήταν... πολύ. Πολύ γενναίες, πολύ αστείες, πολύ διεκδικητικές, πολύ ανυπάκουες. Αυτές άλλαξαν και αλλάζουν τον κόσμο.

— «Το σπίτι μου... Ναι, πάλι το είπα. Πρέπει να μάθω να το λέω αλλιώς. Το πρώην ακίνητο. Σαν πρώην άνδρας που σε πέταξε για νεότερη. Σκέφτομαι τη μέρα που μπήκα πρώτη φορά μέσα. Μύριζε μπογιά και ελπίδα. Έβαλα μουσική, κάθισα στο πάτωμα και είπα: “Τα κατάφερες, κορίτσι μου”. Τώρα θέλω να γυρίσω πίσω και να με πλακώσω στις σφαλιάρες».
Τι συμβολισμό είχε το σπίτι τα παλιότερα χρόνια και πόσο έχει αλλάξει στις μέρες μας;

Κάποτε το σπίτι ήταν όνειρο, υπόσχεση στον εαυτό σου, ήταν το τέλος μιας διαδρομής, τώρα σηματοδοτεί την αρχή ενός ακόμη άγχους. Έλεγες «πήρα σπίτι» και εννοούσες ότι έριξες άγκυρα στη ζωή. Ήταν το μέρος όπου θα μεγάλωναν τα παιδιά, θα γερνούσαν οι γονείς, θα μαζεύονταν φίλοι γύρω από ένα τραπέζι. Σήμερα, για πολλούς νέους ανθρώπους, το σπίτι έχει γίνει κάτι ανάμεσα σε οικονομικό θαύμα και επιστημονική φαντασία. Είναι και τα υπέρογκα ενοίκια που τρέχουν πιο γρήγορα από τους μισθούς, οι εξώσεις, τα Airbnb, τα δάνεια που μοιάζουν ισόβια. Δεν είναι τυχαίο ότι λέμε «νιώθω σαν στο σπίτι μου». Δεν περιγράφουμε τέσσερις τοίχους, αλλά μια κατάσταση ασφάλειας. Όταν χάνεται αυτή η ασφάλεια, δεν αλλάζει απλώς η διεύθυνσή σου. Αλλάζει ολόκληρος ο χάρτης της ζωής σου. Γι’ αυτό, όταν μετατρέπεται η στέγη από δικαίωμα σε πολυτέλεια, χάνουμε κάτι πολύ βαθύτερο από τετραγωνικά μέτρα. Χάνουμε το αίσθημα ότι ανήκουμε κάπου. Κι ένας άνθρωπος χωρίς τόπο γίνεται εύκολα άνθρωπος χωρίς μέλλον.

— Ποια είναι τα σημεία της Αθήνας με τις πιο ενδιαφέρουσες ανθρώπινες ιστορίες και γιατί;

Θα έλεγα δύο σημεία που μοιάζουν να ανήκουν σε διαφορετικές πόλεις. Η Διονυσίου Αρεοπαγίτου, όχι μόνο για τον Παρθενώνα, αλλά γιατί είναι ίσως ο μοναδικός δρόμος όπου περπατούν μαζί η αιωνιότητα και η καθημερινότητα. Εκεί συναντιούνται ο τουρίστας που βλέπει για πρώτη φορά την Ακρόπολη, ο μουσικός του δρόμου που παλεύει να πληρώσει το νοίκι, το ηλικιωμένο ζευγάρι που κάνει την ίδια βόλτα σαράντα χρόνια και το παιδί που παίζει κάτω από δύο χιλιάδες χρόνια Ιστορίας.

Και μετά, θα πήγαινα στους δρόμους του Βοτανικού όπου μεγάλωσα. Στην Κοζάνης, στην Αγίας Άννης, στην Ορφέως, στα στενά που δεν φωτογραφίζονται σε τουριστικούς οδηγούς και δεν οδηγούν σε αξιοθέατα, αλλά σε ανθρώπους.. Εκεί άκουσα τις πιο συναρπαστικές ιστορίες, στα χαμόσπιτα, στις αυλές των προσφυγικών, στα μηχανουργεία, στα συνεργεία, στα καφενεία και στα μπακάλικα που έγραφαν ακόμη «βερεσέ τέλος». Είναι μια γειτονιά που έζησε τη φτώχεια χωρίς να χάσει το χιούμορ της. Που γνώρισε την ήττα χωρίς να ξεχάσει την αλληλεγγύη. Που έμαθε στους ανθρώπους της να μοιράζονται όχι επειδή περίσσευαν, αλλά επειδή έλειπαν. Αν η Διονυσίου Αρεοπαγίτου αφηγείται τη μεγάλη ιστορία της Αθήνας, ο Βοτανικός αφηγείται τη μικρή.

Να προσθέσω και την Αθηνάς, που είναι σαν μυθιστόρημα που αλλάζει πρωταγωνιστές κάθε πέντε λεπτά. Είναι η πιο ειλικρινής λεωφόρος της πόλης. Δεν προσποιείται τίποτα. Εκεί συνυπάρχουν η χλιδή, η φτώχεια, οι μυρωδιές, οι ευκαιρίες, η μοναξιά (και παλιότερα ο έρωτας με τις θρυλικές ιέρειές του)

Οι άνθρωποι που με ενδιαφέρουν είναι αυτοί που επεμβαίνουν και αναποδογυρίζουν όσα θεωρούν άδικα. Μια βεβαιότητα, μια εποχή, μια αισθητική, έναν κανόνα

— Στο βιβλίο «Η τέχνη τού να μην πεθάνεις - Οι απείθαρχοι» συναντάμε από τον Μπόουι και τον Λένιν μέχρι τη Νίνου και τον Βάρναλη. Πώς καταλήξατε σ’ αυτό το τόσο πολυποίκιλο σύνολο προσωπικοτήτων;

Δεν τους διάλεξα επειδή ήταν σπουδαίοι. Τους διάλεξα επειδή ήταν... ενοχλητικοί. Οι άνθρωποι που με ενδιαφέρουν είναι αυτοί που επεμβαίνουν και αναποδογυρίζουν όσα θεωρούν άδικα. Μια βεβαιότητα, μια εποχή, μια αισθητική, έναν κανόνα. Είναι άνθρωποι που πλήρωσαν ακριβά την ιδιαιτερότητά τους. Άλλοι με μοναξιά, άλλοι με εξορίες, άλλοι με ψυχικές καταρρεύσεις, άλλοι με παρεξηγήσεις. Με ενδιέφερε λοιπόν, να τους αναστήσω και να τους βάλω να αλληλεπιδράσουν.

— Αν πάρουμε τη μέση ελληνική πολυκατοικία, ποιος θα ήταν ποιος;

Ο Βέγγος θα ήταν ο άνθρωπος που θα τα ξεσκόνιζε όλα και θα έτρεχε ν’ αλλάξει τη λάμπα στην είσοδο χωρίς να του το ζητήσει κανείς. Η Βασιλειάδου θα ήξερε τα πάντα για όλους, αλλά θα ήταν η πρώτη που θα σου έφερνε σούπα όταν αρρώσταινες. Ο Πικάσο θα είχε βάψει το μπαλκόνι μου και θα φλέρταρε τη νεαρή διαχειρίστρια. Ο Φρόιντ θα έκανε ψυχανάλυση στον ένοικο του Ορόφου των Τραυμάτων, χωρίς αμοιβή. Ο Μπόουι θα άλλαζε περσόνες σε κάθε όροφο και κανείς δεν θα ήξερε πού πραγματικά μένει. Ο Λένιν θα ζητούσε να καταργηθεί η αποκλειστική χρήση της ταράτσας και να επανεξεταστεί το ύψος των κοινοχρήστων.
Και η Μονρόε θα ήταν εκείνη η όμορφη, που όλοι έλεγαν ότι γνωρίζουν, ενώ κανείς δεν θα είχε καταλάβει ποια είναι πραγματικά.

Σεμίνα Διγενή, Η τέχνη τού να μην πεθάνεις. Οι απείθαρχοι
Σεμίνα Διγενή, Η τέχνη τού να μην πεθάνεις. Οι απείθαρχοι

— Τελικά τι κάνουμε εμείς οι Έλληνες με τους νεκρούς; Τους θυμόμαστε, τους ξεχνάμε, τους μυθοποιούμε ή τους καταβαραθρώνουμε;

Τους χρησιμοποιούμε. Όσο ζουν, τους εξετάζουμε με μικροσκόπιο. Όταν πεθάνουν, τους περνάμε από photoshop. Στην Ελλάδα έχουμε δύο ταχύτητες μνήμης. Ή αποθεώνουμε ή ακυρώνουμε. Το ενδιάμεσο, που λέγεται κατανόηση, μας δυσκολεύει. Εγώ προτιμώ να θυμάμαι τους ανθρώπους ολόκληρους. Με τα θαύματα και τις αποτυχίες τους.

— Ποιες δύο προσωπικότητες της ιστορίας θα έπρεπε οπωσδήποτε να είχαν συναντηθεί;

Αν μπορούσα να παραβιάσω τους νόμους της Ιστορίας, θα οργάνωνα δύο συναντήσεις. Τον Λένιν με τον Αϊνστάιν να αναμετρώνται πάνω στην έννοια της προόδου. Ο ένας να αλλάζει τον κόσμο μέσα από την πολιτική, ο άλλος μέσα από τη Φυσική. Και την ίδια στιγμή, κάπου δίπλα τους δύο αγαπημένους μου, που τόλμησαν να εφεύρουν τον πιο μαγικό εαυτό τους, τον Μπόουι με τον Μάνο Χατζιδάκι. Είμαι βέβαιη ότι, μέσα σ’ ένα βράδυ, και οι τέσσερις θα επινοούσαν έναν καινούργιο τρόπο να βλέπουμε τον κόσμο.

— Γιατί ο Παύλος Σιδηρόπουλος θα μπορούσε να είναι ο λιγότερο απείθαρχος και ο πιο ψύχραιμος του Κόκκινου Ουρανοξύστη;

Γιατί οι πραγματικά ανήσυχοι άνθρωποι δεν είναι απαραίτητα θορυβώδεις. Ο Παύλος, που ήταν φίλος μου, είχε πληρώσει ακριβά τις συγκρούσεις του με τον κόσμο, και ήξερε να ξεχωρίζει ποιες μάχες αξίζει να δώσεις και ποιες όχι. Οι επαναστάτες δεν είναι πάντα εκείνοι που φωνάζουν περισσότερο, είναι εκείνοι που έχουν καταλάβει βαθιά τον άνθρωπο. Ο Παύλος άκουγε πολύ πριν μιλήσει. Και όταν τελικά μιλούσε (... ή τραγουδούσε) σώπαιναν όλοι.

— Θα φανταζόσασταν το βιβλίο στη μεγάλη οθόνη;

Όχι μόνο το φαντάζομαι. Το έβλεπα μπροστά μου όσο το έγραφα. Με ολοζώντανη τη γελοιότητα και το μεγαλείο όλων μας. Άλλωστε, η πολυκατοικία του βιβλίου δεν είναι κτίριο. Είναι ο ανθρώπινος εγκέφαλος.

— Πώς διαχωρίζετε τη δημοσιογραφία από τη συγγραφή; Υπάρχουν στιγμές που επικαλύπτονται ή αντιμάχονται; Και τελικά τι είναι αυτό που κάνει έναν καλό δημοσιογράφο και έναν καλό συγγραφέα;

Η δημοσιογραφία με έμαθε να κάνω τη σωστή ερώτηση. Η λογοτεχνία με έμαθε ότι δεν υπάρχει πάντα σωστή απάντηση. Ο δημοσιογράφος κυνηγά τα γεγονότα. Ο συγγραφέας κυνηγά όσα κρύβονται πίσω από τα γεγονότα.
Βέβαια, υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής. Η περιέργεια. Αν πάψεις να απορείς για τους ανθρώπους, δεν μπορείς ούτε να τους πάρεις καλή συνέντευξη ούτε να γράψεις καλό μυθιστόρημα. Πιστεύω επίσης ότι ο καλός δημοσιογράφος πρέπει να ξέρει να ακούει. Ο καλός συγγραφέας ακόμη περισσότερο. Πιστεύω πως τα βιβλία γράφονται απ’ όσους πρόσεξαν αυτά που οι άλλοι δεν άκουσαν ποτέ. Και τελικά, ο συγγραφικός εαυτός μου ευγνωμονεί τον δημοσιογραφικό και του οφείλει πολλά για τη στήριξη, την προστασία και τις συμβουλές.

«Καθ' οδόν», Σεμίνα Διγενή, εκδ. Σύγχρονη Εποχή
«Η τέχνη τού να μην πεθάνεις. Οι απείθαρχοι», Σεμίνα Διγενή, Άνεμος Εκδοτική.

* Η Σεμίνα Διγενή γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Σιένα και Ηλεκτρονική Δημοσιογραφία στη Ρώμη. Υπήρξε μέλος της Ένωσης Ξένων Ανταποκριτών Ιταλίας STAMPA ESTERA. Εργάστηκε ως ελεύθερη ρεπόρτερ και αρθρογράφος στις εφημερίδες «Ελευθεροτυπία», «Αυγή», «Εξόρμηση», «Απογευματινή», «Έθνος της Κυριακής», «Αδέσμευτος Τύπος », «Real News», στην ιταλική «ΑVANTI», στη Lifo.gr , στα ραδιόφωνα του ΣΚΑΪ, του ΑΝΤ1, του Δεύτερου Προγράμματος της ΕΡΤ, στον Real FM και σε πολλά περιοδικά. Υπήρξε αρχισυντάκτρια, project manager, σκηνοθέτρια, εμπνεύστρια πολλών τηλεοπτικών projects που σημείωσαν μεγάλη επιτυχία και παρουσιάστρια δεκάδων εκπομπών στη δημόσια και ιδιωτική τηλεόραση από το 1982 μέχρι το 2009. Ανάμεσά τους οι εκπομπές «Τρεις στον αέρα», «Εδώ και σήμερα», «Μade in Greece», «Ιστορίες γι’ αγρίους», «Μηχανή του χρόνου», «Πες το στη Σεμίνα», «Άνθρωποι», «Ώρα Ελλάδος», «Αταίριαστοι», «Εντιμότατοι φίλοι», «Κοίτα τι έκανες», «Τοp Stories» κ.ά. Διετέλεσε, επίσης, διευθύντρια Προγράμματος του τηλεοπτικού σταθμού ALPHA, σύμβουλος Προγράμματος στην ΕΡΤ, σύμβουλος Πολιτισμού του Δημάρχου Πατρέων και παραγωγός ντοκιμαντέρ σε Αμερική, Κούβα, Γαλλία, Μ. Βρετανία, Κίνα, Μογγολία, Ν. Αφρική, Σρι Λάνκα, Γερμανία και αλλού. Έχει βραβευτεί με 19 βραβεία για το έργο της στην ελληνική τηλεόραση και δημοσιογραφία. Διευθύνει το θεατρικό site onlytheater.gr. και το κανάλι της στο YouTube είναι το #SeminaDigeniOfficial. Αρθρογραφεί στον Κυριακάτικο Ριζοσπάστη.

Τον Νοέμβριο του 2018 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Κίτρινο υποβρύχιο», τον Σεπτέμβριο του 2022 το «Felicità» από την Κάπα Εκδοτική, και από τον Σεπτέμβριο του 2021 μέχρι σήμερα τα βιβλία «Αποδελτιώσεις Ι, ΙΙ και ΙΙΙ» , «Το ένδοξο σκοτάδι του Βοτανικού» και το «Καθ' οδόν – 15 μονόλογοι στην Αθήνα», από τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή. Είναι βουλεύτρια του ΚΚΕ στον Νότιο Τομέα της Αθήνας.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Σεμίνα Διγενή: Στην Ελλάδα έχουμε δύο ταχύτητες μνήμης. Ή αποθεώνουμε ή ακυρώνουμε
Σεμίνα Διγενή: «Στην Ελλάδα έχουμε δύο ταχύτητες μνήμης. Ή αποθεώνουμε ή ακυρώνουμε»

Η γνωστή πολιτικός, δημοσιογράφος και συγγραφέας μιλάει στην ATHENS VOICE για τη λογοτεχνία, τη μνήμη, τους καθημερινούς ανθρώπους και τους «απείθαρχους» ήρωές της

Εκδόσεις Utopia: «Αθέατος Βίος» του Νικολό Αμανίτι | «Το κακό που δεν υπάρχει» της Τζούλια Καμινίτο
«Αθέατος Βίος» και «Το κακό που δεν υπάρχει»: δύο μυθιστορήματα για όσα κρύβουμε από τον κόσμο – και από τον εαυτό μας

Ο Νικολό Αμανίτι εξετάζει τη δύναμη της δημόσιας εικόνας και τις συνέπειες της έκθεσης, ενώ η Τζούλια Καμινίτο στρέφει το βλέμμα στις αόρατες πληγές που διαμορφώνουν έναν άνθρωπο πολύ πριν αποκτήσει τη δική του φωνή

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY