- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Τζούλια Καμινίτο: Η Ιταλίδα συγγραφέας μιλά αποκλειστικά στην ATHENS VOICE
Μια μεγάλη συζήτηση με αφορμή το νέο της μυθιστόρημα «Το κακό που δεν υπάρχει» (μετάφραση Δήμητρα Δότση, 336 σελίδες, Εκδόσεις Utopia)
Όψεις της πόλης, αναμνήσεις, πράγματα που συνέβησαν παλιά, και πράγματα που συμβαίνουν σήμερα γύρω μας. Ημερολογιακές καταχωρίσεις για κάθε χρήση
Γνωρίσαμε την Giulia Caminito με το μυθιστόρημά της «Το νερό της λίμνης δεν είναι ποτέ γλυκό» (μετάφραση Δήμητρα Δότση, Διόπτρα 2022), ένα βιβλίο που την έκανε διάσημη και έξω από τη χώρα της, την Ιταλία. Στο νέο της μυθιστόρημα, «Το κακό που δεν υπάρχει», που κυκλοφορεί σήμερα 18 Ιουνίου από τις Εκδόσεις Utopia, και πάλι σε μετάφραση της Δήμητρας Δότση, η Καμινίτο αλλάζει κλίμακα και τόνο: από τη σκληρή κοινωνική τοιχογραφία περνά σε ένα πιο «εσωτερικό» ψυχολογικό μυθιστόρημα, όπου η πραγματικότητα διαβρώνεται σταδιακά από τον φόβο. Και πάλι όμως έχουμε να κάνουμε με την αφήγηση μιας γενιάς που μεγάλωσε μεν χωρίς τις μεγάλες ιστορικές στερήσεις των προηγούμενων δεκαετιών, αλλά με άλλου τύπου φόβους: με τη μοναξιά, με την εργασιακή αβεβαιότητα, και κυρίως με μια υποδόρια αίσθηση προσωπικής ανεπάρκειας.
Ο ήρωάς της, ο Λόρις, είναι τριάντα χρονών, ζει στην πόλη, εργάζεται στον χώρο του βιβλίου και έχει μια σχέση με μία κοπέλα. Η ζωή του μοιάζει απλή, και είναι αναγνωρίσιμη από όλους μας: δουλειά, νοίκι, καθημερινές υποχρεώσεις, η σχέση του… και μια αίσθηση ότι η ενηλικίωση απαιτεί πολύ περισσότερα από όσα μπορεί να της δώσει. Κάτω από αυτή την επιφάνεια, φυσικά, κινείται ένα διαρκές άγχος. Ή και κάτι περισσότερο από ένα «απλό» άγχος. Ο Λόρις παρατηρεί το σώμα του, το αφουγκράζεται, το φοβάται, το υποπτεύεται. Κάθε σύμπτωμα είναι και μια προειδοποίηση για κάτι ύπουλο και τρομερό, κάθε μικροενόχληση φαίνεται στα μάτια του σαν απόδειξη μιας επερχόμενης καταστροφής. Η υποχονδρία του αποκτά λίγο-λίγο μυθοπλαστική υπόσταση, μέχρι που φτάνει να γίνει η Καταστροφή, μια παρουσία που τον συνοδεύει, τον πειράζει, τον απειλεί και του υπαγορεύει τι να κάνει.
Ο Λόρις παρατηρεί το σώμα του, το αφουγκράζεται, το φοβάται, το υποπτεύεται. Κάθε σύμπτωμα είναι και μια προειδοποίηση για κάτι ύπουλο και τρομερό, κάθε μικροενόχληση φαίνεται στα μάτια του σαν απόδειξη μιας επερχόμενης καταστροφής
Η Καμινίτο ενδιαφέρεται φυσικά λιγότερο για την ιατρική πλευρά του φόβου και περισσότερο για την υπαρξιακή του δομή. Κι αν το «κακό» του τίτλου δεν εντοπίζεται στις εξετάσεις του γιατρού, καταλαμβάνει εντούτοις πραγματικό χώρο και χρόνο. Ο Λόρις ζει σε μια διαρκή αβεβαιότητα γεμάτη αγωνία, μέχρι που βρίσκει ένα κάποιο αντίβαρο στην παιδική του ηλικία. Εκεί, στον κήπο του παππού του, μαθαίνει να παρατηρεί τα πουλιά, να κατασκευάζει κλουβιά, να εμπιστεύεται την τάξη των πραγμάτων χωρίς να την εξηγεί. Αλλά ας μην πούμε περισσότερα.
Κινούμενο ανάμεσα στον ρεαλισμό του σύγχρονου άγχους και σε μια πιο ονειρική, αλληγορική ατμόσφαιρα, το «Κακό που δεν υπάρχει» είναι ένα μυθιστόρημα για την ψυχική ευαλωτότητα, την ενηλικίωση που πληγώνει, την εργασιακή επισφάλεια, τη συναισθηματική αβεβαιότητα, αλλά και για τη δύναμη της φαντασίας. Μια πολύ όμορφη έκδοση από την Utopia, και μια εξαίρετη μετάφραση. Συστήνουμε το βιβλίο με όλη μας την καρδιά.
Και ευχαριστούμε θερμά τη συγγραφέα, που είχε την προθυμία και βρήκε τον χρόνο να απαντήσει στις ερωτήσεις μας. Νά τι μας είπε:
Κ.Α.: Το «Κακό που δεν υπάρχει» έχει στο κέντρο του έναν ήρωα που φοβάται διαρκώς το σώμα του, τα συμπτώματα που αντιλαμβάνεται ότι έχει, την πιθανότητα μιας σοβαρής ασθένειας. Πότε καταλάβατε ότι αυτός ο φόβος μπορούσε να γίνει μυθιστόρημα;
G.C.: Επί χρόνια συγκέντρωνα υλικό για την υποχονδρία, αλλά η πανδημία ήταν εκείνη που με έπεισε να ξεκινήσω τη συγγραφή αυτού του μυθιστορήματος. Η πανδημία, ως πρόσφατο παγκόσμιο φαινόμενο, ανάγκασε πολλούς ανθρώπους να αναλογιστούν τον φόβο να αρρωστήσουν και να ανακαλύψουν τον τρόμο της επαφής και της εγγύτητας, να βιώσουν την απομόνωση και την αδυναμία να υπάρξουν μέσα στον κόσμο. Μου φαινόταν σημαντικό να μην αγνοήσω αυτό το φαινόμενο, αλλά να το ενσωματώσω με κάποιον τρόπο στην αφήγησή μου, προσπαθώντας να αναρωτηθώ για το όριο ανάμεσα στην «υγεία» και την «ασθένεια» μέσω της λογοτεχνίας.
Η πανδημία, ως πρόσφατο παγκόσμιο φαινόμενο, ανάγκασε πολλούς ανθρώπους να αναλογιστούν τον φόβο να αρρωστήσουν και να ανακαλύψουν τον τρόμο της επαφής και της εγγύτητας, να βιώσουν την απομόνωση και την αδυναμία να υπάρξουν μέσα στον κόσμο
Κ.Α.: Ο τίτλος περιέχει ήδη μια αμφιβολία: υπάρχει τελικά αυτό το «κακό» ή όχι; Για τον Λόρις, πάντως, είναι διαρκώς παρόν, υπάρχει απολύτως. Πώς δουλέψατε αυτή την ένταση ανάμεσα στην κλινική απουσία και στην ψυχική πραγματικότητα του φόβου;
G.C.: Είναι σίγουρα ένα κακό που υπάρχει· δεν μπορεί να μετρηθεί εργαστηριακά από την ιατρική, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η αορατότητά του έχει μικρότερο αντίκτυπο σε όποιον υποφέρει από αυτό. Οι ψυχολογικές παθήσεις μπορεί να είναι πολύ σκληρές και να γίνουν ένα πολύ απτό εμπόδιο στη ζωή, όταν επανέρχονται καθημερινά για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο Λόρις θα ήθελε να μπορούσαν και οι άλλοι να δουν το κακό του, κι ας φαίνεται αδύνατον να μετρηθεί ή να βρεθεί μια θεραπεία που θα το περιορίσει.
Κ.Α.: Η υποχονδρία συχνά αντιμετωπίζεται επιφανειακά, και πολλές φορές μάλλον με έναν κωμικό τρόπο. Στο βιβλίο σας μετατρέπεται σε μια κατάσταση βαθιάς αγωνίας. Ο Λόρις πηγαίνει σε γιατρούς, ζητά εξετάσεις, ψάχνει να κρατηθεί από κάποιες βεβαιότητες. Πώς απομακρυνθήκατε από την κοινή, στερεοτυπική εικόνα του υποχόνδριου ανθρώπου;
G.C.: Έχω υποφέρει κι εγώ η ίδια από αυτό στο παρελθόν. Για τουλάχιστον πέντε χρόνια υπέφερα από καθολικό άγχος για την κατάσταση της υγείας μου και από μια σειρά έντονων σωματοποιήσεων. Συνειδητοποίησα ότι η κατάστασή μου, που συχνά γελοιοποιείται από τη λογοτεχνία ή τον κινηματογράφο, για μένα ήταν εξουθενωτική και ασφυκτική. Προσπάθησα, μέσω του Λόρις και της ιστορίας του, να δώσω ένα νόημα σε αυτό που έζησα και να το κάνω παρόν και αισθητό στους αναγνώστες με σοβαρότητα, ώστε να γίνουν κατανοητές όλες οι προεκτάσεις του.
Κ.Α.: Επίσης, στο μυθιστόρημά σας ο φόβος του σώματος συνδέεται και με την επισφάλεια μιας γενιάς: εργασία, χρήματα, μοναξιά… αλλά και με αυτή την παράδοξη αίσθηση ότι η ενηλικίωση δεν σταθεροποιείται ποτέ. Πόσο διαδεδομένο είναι εντέλει αυτό το προσωπικό άγχος;
G.C.: Μου φαίνεται πολύ διαδεδομένο στους ανθρώπους της ηλικίας μου, τους γεννημένους τη δεκαετία του ’80, τους Millennials, που έγιναν έφηβοι στο γύρισμα της χιλιετίας και του περασμένου αιώνα. Η επισφάλεια που βιώσαμε από το 2007 και την οικονομική κρίση οδήγησε στο σύνδρομο του αιώνιου εφήβου, του αιώνιου νέου που δεν έχει μια πλήρως αναγνωρισμένη εργασία, δεν έχει μια σταθερή σχέση και δυσκολεύεται να βρει σπίτι και να χτίσει κάτι πιο μόνιμο. Στην κινητικότητα και την αυτονομία υπάρχουν σίγουρα θετικά στοιχεία, αλλά όχι όταν μετατρέπονται σε συνθήκες επιβεβλημένες άνωθεν, χωρίς να παρέχουν οικονομική ή κοινωνική ασφάλεια σε όσους τις υφίστανται. Αυτό το μυθιστόρημα αποτελεί για μένα μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου, που ξεκίνησε με το «Νερό της λίμνης» και είναι αφιερωμένο ακριβώς στην αιώνια νεότητα της γενιάς μου. Θα ολοκληρωθεί το επόμενο έτος στην Ιταλία με τον τελευταίο τόμο αυτής της άτυπης τριλογίας.
Η επισφάλεια που βιώσαμε από το 2007 και την οικονομική κρίση οδήγησε στο σύνδρομο του αιώνιου εφήβου, του αιώνιου νέου που δεν έχει μια πλήρως αναγνωρισμένη εργασία, δεν έχει μια σταθερή σχέση και δυσκολεύεται να βρει σπίτι και να χτίσει κάτι πιο μόνιμο
Κ.Α.: Ο Λόρις εργάζεται στον χώρο του βιβλίου. Όπως και εσείς άλλωστε. (Μάλιστα, όπως και εγώ!) Τι δικά σας στοιχεία έχετε αντλήσει για τον Λόρις;
G.C.: Πολλά στοιχεία. Έχω μεταφέρει πολλά από την προσωπική μου εμπειρία στον κόσμο των εκδόσεων, γεγονότα και δυσκολίες που αντιμετώπισα η ίδια. Ο εκδοτικός κλάδος είναι κουρασμένος, χωρίς κίνητρα και χωρίς πόρους· η δουλειά στα βιβλία γίνεται όλο και πιο δύσκολη και θεωρώ σημαντικό να μιλάμε γι’ αυτό, ώστε να αναδεικνύεται ο μόχθος όλων εκείνων που εργάζονται στον τομέα μας χωρίς μεγάλες βεβαιότητες ή προοπτικές.
Κ.Α.: Η Καταστροφή εμφανίζεται σαν πρόσωπο, σαν συνοδός ή αντίπαλος του ήρωα. Και παντού υπάρχει στο βιβλίο σας μια διαρκής συνομιλία ανάμεσα στον ρεαλισμό και σε κάτι ονειρικό. Πώς κρατάτε την ισορροπία ανάμεσα στην κοινωνική παρατήρηση και στη φανταστική ή συμβολική διάσταση;
G.C.: Αυτό είναι το πρώτο μυθιστόρημα όπου εμφανίζεται ένα πλάσμα όπως η Καταστροφή· στα προηγούμενα είχα χρησιμοποιήσει ένα πιο ρεαλιστικό ύφος, αλλά σε αυτή την περίπτωση θεώρησα σημαντικό να δουλέψω με τις νοητικές εικόνες, ώστε να καταφέρω να αποδώσω την πολυπλοκότητα και τις διάφορες πτυχές μιας ψυχικής πάθησης. Έτσι γεννήθηκε η Καταστροφή, ένα πλάσμα που αλλάζει μορφές και αντλεί την εμφάνισή του από το ασυνείδητο και τη φαντασία του ίδιου τού Λόρις. Ένιωσα πολύ ελεύθερη γράφοντας γι’ αυτήν, επειδή μπορούσε να γίνει οτιδήποτε: ένα ζώο, μια νύφη, ένα ιστορικό πρόσωπο, ένα μικρό κορίτσι. Στο μυθιστόρημα, η Καταστροφή είναι ένα είδος θηρευτή, αλλά ταυτόχρονα είναι κοντά στον Λόρις, και υπό μία έννοια στοργική, επειδή πιστεύω ότι οι ψυχικές διαταραχές μπορούν μεν να είναι η καταστροφή αυτού που υποφέρει, αλλά και ένα πιθανό καταφύγιο.
Έτσι γεννήθηκε η Καταστροφή, ένα πλάσμα που αλλάζει μορφές και αντλεί την εμφάνισή του από το ασυνείδητο και τη φαντασία του ίδιου τού Λόρις
Κ.Α.: Ας δούμε κάτι άλλο. Η παιδική ηλικία του Λόρις και ο παππούς του λειτουργούν σαν ένας δεύτερος πυρήνας του βιβλίου, σωστά; Ο παππούς μαθαίνει στον Λόρις να παρατηρεί τα πουλιά, να φτιάχνει κλουβιά, να έχει μια πρακτική, χειρωνακτική σχέση με τον κόσμο. Είναι αυτό μια μορφή αντίστασης απέναντι στο άγχος και στην αδιάκοπη νοητική υπερδιέγερση;
G.C.: Ναι. Ξέρετε, η παιδική ηλικία του Λόρις αντλεί στοιχεία από τη δική μου παιδική ηλικία. Μεγάλωσα στην επαρχία, σε ένα σπίτι με μεγάλο κήπο και περιβόλι· ο παππούς μου, ένα καλοκαίρι, έφτιαξε έναν περιστερώνα και κάθε μέρα έτρεχα εκεί για να δω τι έκαναν τα περιστέρια. Για πολύ καιρό δεν το ξανασκέφτηκα, έπειτα όμως συνειδητοποίησα ότι μετά τον θάνατό του η απομάκρυνσή μου από τα φυτά, τα ζώα και τη γη έγινε σταδιακά, ολοκληρώνοντας, αν θέλετε, την πορεία της στην ενήλικη ζωή. Πιστεύω ότι η επιστροφή στις απλές, χειρωνακτικές εργασίες, σε έναν πιο αργό ρυθμό και σε μια συναισθηματική επαφή με τη φύση μπορεί να ανακουφίσει σε μεγάλο βαθμό το αίσθημα άγχους της σύγχρονης εποχής. Η κυκλικότητα της φύσης μάς διδάσκει πως ό,τι δεν αναπτύσσεται ή ό,τι πεθαίνει μεταμορφώνεται και επιστρέφει την επόμενη εποχή με μια νέα μορφή. Κάθε αποτυχία του καλοκαιριού ανακτά τις δυνάμεις και την ενέργειά της τον χειμώνα, για να ζωντανέψει ξανά την άνοιξη.
Πιστεύω ότι η επιστροφή στις απλές, χειρωνακτικές εργασίες, σε έναν πιο αργό ρυθμό και σε μια συναισθηματική επαφή με τη φύση μπορεί να ανακουφίσει σε μεγάλο βαθμό το αίσθημα άγχους της σύγχρονης εποχής
Κ.Α.: Πολύ όμορφο αυτό! Τώρα, ο Λόρις ζει σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία όχι απλώς δεν τον καθησυχάζει, αλλά αντιθέτως πολλαπλασιάζει τον φόβο του. Πιστεύετε ότι η πρόσβαση στη γνώση, ιδίως μέσω του διαδικτύου, έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε, και φοβόμαστε, το σώμα μας;
G.C.: Πιστεύω πως ναι. Έχουμε στη διάθεσή μας πάμπολλες και ποικίλες πληροφορίες, καθώς και αναρίθμητες εικόνες σωμάτων άλλων ανθρώπων — σωμάτων που μοιάζουν τέλεια, αλλά και σωμάτων άρρωστων, ακρωτηριασμένων, σωμάτων του πολέμου, νεκρών σωμάτων. Δεν μπορούμε παρά να νιώθουμε κοντά σε πολλά από αυτά τα σώματα και να συγκρινόμαστε μαζί τους. Υπάρχει μια λεπτομερής αφήγηση των ασθενειών σε προσωπικό επίπεδο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στο διαδίκτυο γενικότερα. Πολλοί άνθρωποι περιγράφουν καθημερινά την εξέλιξη ή την υποχώρηση των δικών τους ασθενειών, ή των παιδιών τους, κι εμείς γινόμαστε θεατές αυτών των αλλαγών, τις «καταπίνουμε». Ο Λόρις αναζητά βουλιμικά πληροφορίες για τις πιθανές παθήσεις των άλλων, και άρα, σε έναν βαθμό, και τις δικές του. Δεν νομίζω ότι η υποχονδρία, με τον τρόπο που έχει εξαπλωθεί τα τελευταία χρόνια, μπορεί να εξιστορηθεί παραλείποντας την πλευρά της επικοινωνίας και τον ρόλο των social media στην τροφοδότησή της.
Υπάρχει μια λεπτομερής αφήγηση των ασθενειών σε προσωπικό επίπεδο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στο διαδίκτυο γενικότερα. Πολλοί άνθρωποι περιγράφουν καθημερινά την εξέλιξη ή την υποχώρηση των δικών τους ασθενειών, ή των παιδιών τους, κι εμείς γινόμαστε θεατές αυτών των αλλαγών, τις «καταπίνουμε»
Κ.Α.: Στο «Νερό της λίμνης» υπήρχε έντονα το θέμα της τάξης, της κοινωνικής θέσης, της οργής. Στο «Κακό που δεν υπάρχει», η βία εσωτερικεύεται. Επίσης, η Γκάια, στο «Νερό», αντιδρά απέναντι στον κόσμο με θυμό, ενώ ο Λόρις εδώ στρέφει τον φόβο του προς τον εαυτό του. Θέλετε να μου μιλήσετε γι’ αυτή τη μετατόπιση;
G.C.: Όπως είπα και πριν, αυτά τα δύο μυθιστορήματα αποτελούν μέρος ενός σχεδίου που θέλει να αφηγηθεί τη γενιά μου και τη σχεδόν ατελείωτη νεότητά της. Πιστεύω ότι η ματαίωση, ο θυμός και η αίσθηση της αποτυχίας είναι στοιχεία-κλειδιά. Υπάρχουν εκείνοι που στρέφουν αυτά τα συναισθήματα προς τα έξω και γίνονται βίαιοι, επιθετικοί προς τους άλλους, και εκείνοι που τα στρέφουν προς τον εαυτό τους, καταλήγοντας να υποφέρουν από όλο αυτό το τρομερό άγχος που συσσωρεύεται με τον χρόνο. Είναι διαφορετικές πτυχές της ίδιας αφήγησης.
Κ.Α.: Κατάλαβα. Γενικά στα βιβλία σας οι νέοι άνθρωποι εμφανίζονται χωρίς καθαρό ορίζοντα. Δεν λείπουν μόνο τα χρήματα ή οι ευκαιρίες· λείπει κυρίως μια αίσθηση μέλλοντος. Είναι αυτό ένα από τα μεγάλα θέματα της γενιάς σας;
G.C.: Ναι, το μέλλον είναι ένας μεγάλος άγνωστος για όσους έχουν την ηλικία μου, και είναι κάτι που έχουμε αποφασίσει συλλογικά να το αναβάλουμε όσο μπορούμε. Είμαστε μια γενιά αμετανόητων αναβλητικών, με βραχυπρόθεσμα σχέδια ζωής, με ξαφνικές αλλαγές πορείας, με καταρρεύσεις και περιπέτειες. Έχουμε πολύ μεγαλύτερη ελευθερία να επανεφεύρουμε τον εαυτό μας, ίσως μάλιστα και υπερβολική. Το να ακολουθήσουμε τα τυπικά κοινωνικά κανάλια δεν είναι πλέον τόσο απλό, τα στάδια της ανάπτυξης πρέπει να επανεξετάζονται και να επαναπροσδιορίζονται κάθε φορά. Θα γίνουμε ποτέ ενήλικες; Και τι σημαίνει να είμαι ενήλικας; Αυτό είναι το ερώτημα που βρίσκεται στη βάση πολλών πραγμάτων που γράφω.
Είμαστε μια γενιά αμετανόητων αναβλητικών, με βραχυπρόθεσμα σχέδια ζωής, με ξαφνικές αλλαγές πορείας, με καταρρεύσεις και περιπέτειες
Κ.Α.: Στο βιβλίο υπάρχει επίσης και μια ερωτική σχέση, μια σχέση που δοκιμάζεται από τον φόβο, από την απορρόφηση στον εαυτό, από τη δυσκολία να μοιραστεί κανείς αυτό που του συμβαίνει. Θέλετε να μας μιλήσετε για την επίδραση του άγχους στην ερωτική οικειότητα;
G.C.: Ήθελα πολύ, μιλώντας για το σώμα, να συμπεριλάβω τη δυσκολία στη σεξουαλική σφαίρα. Μου φαίνεται ότι δεν μιλάμε ποτέ αρκετά γι’ αυτό. Το να υποφέρει κανείς από γενικευμένο άγχος, κατάθλιψη, υποχονδρία, ανορεξία και όλα αυτά, σημαίνει ότι βλέπει την προσωπική του σφαίρα να εξαφανίζεται ή έστω να συρρικνώνεται δραματικά. Το σώμα μας, λόγω των φαρμάκων ή της εξάντλησης από την αντιμετώπιση της αγωνίας που νιώθουμε, δεν καταφέρνει πλέον να αντιδράσει όπως θα θέλαμε στα ερωτικά ερεθίσματα. Με ενδιέφερε να μιλήσω για όλα αυτά από τη σκοπιά ενός νεαρού άντρα, από τον οποίο απαιτείται να βρίσκεται στο απόγειο των δυνάμεών του και να είναι αποδοτικός στις σεξουαλικές του δραστηριότητες. Όμως ο Λόρις δεν τα καταφέρνει, αδυνατεί, και αυτή η αποτυχία τον πλήττει ακόμα πιο βαθιά, τον ταπεινώνει.
Κ.Α.: Πείτε μου κάτι άλλο: πώς γράφει κανείς για την ψυχική ευαλωτότητα χωρίς να την εξηγεί υπερβολικά και χωρίς να γίνεται διδακτικός;
G.C.: Αρχικά, ελπίζω να τα κατάφερα· προσπάθησα να το κάνω παρουσιάζοντας έναν στρυφνό χαρακτήρα, έναν νεαρό άντρα που σε ορισμένες στιγμές γίνεται ανυπόφορος. Δεν ήθελα μια ιστορία που να προκαλεί οίκτο, αλλά την ιστορία μιας μάχης με τον εαυτό του και με τον κόσμο. Όποιος αντιμετωπίζει τόσο εξουθενωτικά ψυχολογικά προβλήματα είναι συχνά βάρος για την κοινωνία, για την οικογένειά του, για την ερωτική του σχέση, και θεωρώ σωστό να το λέμε, προσπαθώντας να ξεφύγουμε από μια ρητορική θυματοποίησης.
Δεν ήθελα μια ιστορία που να προκαλεί οίκτο, αλλά την ιστορία μιας μάχης με τον εαυτό του και με τον κόσμο
Κ.Α.: Στα βιβλία σας μιλάτε επίσης πολύ για την παιδική ηλικία και την εφηβεία. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο σε αυτές τις ηλικίες: η ευαλωτότητα, η αγριότητα, η δύναμη της μνήμης; Το γεγονός ότι εκεί σχηματίζεται ένας συμπαγής τρόπος να βλέπουμε τον κόσμο;
G.C.: Με ενδιαφέρει το γεγονός ότι είναι θεμελιώδεις. Πάρα πολλά στοιχεία της ενήλικης ύπαρξής μας βασίζονται σε όσα ζήσαμε ως παιδιά, πολύ περισσότερα από όσα φανταζόμαστε. Υπάρχουν πολλές απωθημένες αναμνήσεις που πρέπει να ανασυρθούν, πολλές τραυματικές εμπειρίες που πρέπει να κατανοηθούν, πολλές στιγμές ανάπτυξης που πρέπει να επανεξεταστούν. Η παιδική ηλικία είναι μια ανεξάντλητη δεξαμενή αφηγηματικών ερεθισμάτων στην οποία επιστρέφω συχνά και πολύ. Χωρίς την εξιστόρηση της παιδικής ηλικίας του Λόρις, πιστεύω ότι αυτό το βιβλίο δεν θα ήταν ολοκληρωμένο και δεν θα μπορούσε να αποδώσει τα προβλήματά του με σύνθετο τρόπο.
Κ.Α.: Ας πάμε σε κάποια άλλα θέματα. Μετά την επιτυχία του «Νερού της λίμνης», που μεταφράστηκε σε πολλές χώρες και σας έκανε γνωστή σε ένα πολύ ευρύτερο κοινό, πόσο άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο βλέπετε πια τη δουλειά σας; Πώς ξεκινάτε το επόμενο βιβλίο σας;
G.C.: Εξαρτάται, προσπαθώ να εργάζομαι πάντα κρατώντας σημειώσεις για τις ιδέες μου και δομώντας σωστά τα αφηγηματικά βήματα του σχεδίου μου. Ωστόσο, το «Νερό της λίμνης» μού έμαθε ότι το πιο σημαντικό είναι να αφήνομαι ελεύθερη όταν γράφω, να βουτάω στη γλώσσα και στις εικόνες χωρίς φόβο.
Κ.Α.: Οπότε να υποθέσω πως δεν νιώσατε πίεση να γράψετε κάτι πιο κοντά στο προηγούμενο βιβλίο σας; Είχατε ίσως ανάγκη να απομακρυνθείτε από το «Νερό»;
G.C.: Είχα την ανάγκη να απομακρυνθώ από αυτό, επειδή δεν θέλω να γράφω πάντα το ίδιο βιβλίο. Τα θέματα μπορούν να επανέρχονται, ασφαλώς, αλλά θέλω η αφηγηματική τους διατύπωση να αλλάζει με τον χρόνο, να αντανακλά τις δικές μου αλλαγές, τις νέες μου συνειδητοποιήσεις, τα καινούργια μου ενδιαφέροντα, τα νέα μου διαβάσματα, τις νέες φόρμες που ανακαλύπτω. Διαφορετικά, θα έβρισκα τα πάντα εξαιρετικά βαρετά και επαναλαμβανόμενα, χωρίς ζωτική ενέργεια.
Κ.Α.: Η ιταλική λογοτεχνία των τελευταίων ετών έχει δώσει αρκετές έντονες φωνές που γράφουν γύρω από θέματα φύλου, οικογένειας, τραυμάτων, και επισφάλειας. Θα ήθελα να μου μιλήσετε γι’ αυτή τη γενιά συγγραφέων. Αλλά και για τις συγκρίσεις που κάνουν με εσάς και τη Φεράντε. Σας αρέσουν; Σας φαίνονται περιοριστικές;
G.C.: Ναι, υπάρχουν διάφορα θέματα που μας ενώνουν, ειδικά μέσα στην ίδια γενιά. Τα ερωτήματα είναι τα ίδια: Θα γίνουμε ποτέ ενήλικες; Τι σχέση έχουμε με το γεγονός ότι γεννηθήκαμε στη χώρα μας και με το προνόμιο να είμαστε μέρος μιας κοινωνίας ευημερίας; Θα γίνουμε ποτέ γονείς, και τι παιδιά θα κάνουμε; Πόσο διαφέρουν από εμάς οι οικογένειές μας, και πόσο θέλουμε να αποστασιοποιηθούμε από αυτές; Τι σημαίνει να εργάζεσαι σήμερα; Τι σημαίνει να μην έχεις σπίτι ή δουλειά σήμερα; Από την άλλη, βέβαια, ο καθένας διατυπώνει τις απαντήσεις με προσωπικό τρόπο. Ένα βιβλίο που διαβάστηκε πολύ φέτος στην Ιταλία είναι ενός συγγραφέα σχεδόν συνομήλικού μου, του Αλτσίντε Πιεραντότσι (Alcide Pierantozzi), που μιλάει για την ψυχική ασθένεια σε πρώτο πρόσωπο· ένα μυθιστόρημα των τελευταίων ετών που εκτιμήθηκε πολύ στο εξωτερικό είναι η «Τελειότητα» («Le perfezioni») του Βιντσέντσο Λατρόνικο (Vincenzo Latronico), που πραγματεύεται τους expats και την ταυτότητα· διαβάζουμε ενδιαφέροντα μυθιστορήματα γραμμένα από τη δεύτερη γενιά μεταναστών στην Ιταλία, όπως το «Βρόμικο νερό» («Acqua sporca») της Ναντίσα Ουγιανγκόντα (Nadeesha Uyangoda)· υπάρχουν εκείνοι που αφηγούνται με χιούμορ τα σαράντα ως μια ηλικία σύγχυσης και ελάχιστων στηριγμάτων, όπως το «Τίποτα αληθινό» («Niente di vero») της Βερόνικα Ράιμο (Veronica Raimo) ή το «Η πιο ικανή» («La più brava») της Καρολίνα Μπαντινέλι (Carolina Bandinelli)· υπάρχουν εκείνοι που μιλούν για τις ερωτικές σχέσεις και τις παραδοξότητές τους, όπως το «Άγριο κολύμπι» («Wild Swimming») της Τζόρτζια Τόλφο (Giorgia Tolfo), αλλά υπάρχει επίσης και πολλή αφήγηση του παρελθόντος, πολλή ιστορική και γενεαλογική έρευνα. Θεωρώ ότι η πεζογραφία μας βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα.
Θα γίνουμε ποτέ ενήλικες; Τι σχέση έχουμε με το γεγονός ότι γεννηθήκαμε στη χώρα μας και με το προνόμιο να είμαστε μέρος μιας κοινωνίας ευημερίας; Θα γίνουμε ποτέ γονείς, και τι παιδιά θα κάνουμε; Πόσο διαφέρουν από εμάς οι οικογένειές μας, και πόσο θέλουμε να αποστασιοποιηθούμε από αυτές; Τι σημαίνει να εργάζεσαι σήμερα; Τι σημαίνει να μην έχεις σπίτι ή δουλειά σήμερα;
Κ.Α.: Αν έπρεπε να περιγράψετε το «Κακό που δεν υπάρχει» όχι σαν μια ιστορία για την ασθένεια ή τον φόβο, αλλά σαν ιστορία επιστροφής… προς τι επιστρέφει τελικά ο ήρωάς σας;
G.C.: Προς το γεμάτο φαντασία και περιέργεια παιδί που υπήρξε κάποτε.
Κ.Α.: Σας ευχαριστώ θερμά!
* * *
ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ:
Στη ζωή υπάρχουν εκείνοι που δεν τους τρομάζει ο κόσμος, και εκείνοι που κάτω από το δέρμα τους κατοικεί ένα κρυφό κακό.
Για τον Λόρις όλα ξεκίνησαν όταν ήταν μικρός, τότε που τα καλοκαίρια ήταν μαγευτικά σαν το περιβόλι του παππού του. Όταν βρισκόταν μαζί του, η μανιώδης ανάγκη του να διαβάζει καταλάγιαζε, και μάθαινε πράγματα θαυμαστά, όπως να φτιάχνει περιστερώνες και να εκτρέφει περιστέρια με ιριδίζοντα φτερά. Σήμερα, ο Λόρις είναι τριάντα χρονών. Η θέση του στον εκδοτικό οίκο όπου εργάζεται είναι επισφαλής και το άγχος του μήπως δεν φανεί αντάξιος των περιστάσεων της ζωής τον συνθλίβει. Κλείνεται στον εαυτό του, αρχικά για να αμυνθεί και στη συνέχεια για να αφουγκραστεί τα σήματα κινδύνου που του στέλνει το σώμα του. Γιατί –είναι βέβαιος– μέσα του φωλιάζει ένα κακό ικανό να σαρώσει κάθε ίχνος ελπίδας και μέλλοντος. Κι ενώ οι γιατροί, η κοπέλα του, οι γονείς του φαντάζουν όλο και πιο απόμακροι, στον Λόρις απομένουν μόνο δύο σύμμαχοι: τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης –ανακούφιση και τροφή για τα φαντάσματά του– και η Καταστροφή, ένα πλάσμα που αλλάζει συνεχώς μορφή –ουρά γάτας, δέρμα φιδιού, αυτιά λύκου– και στέκεται δίπλα του στις πιο δύσκολες στιγμές.
Η Τζούλια Καμινίτο αφηγείται την ιστορία μιας ολόκληρης γενιάς που βιώνει τη μοναξιά του διαδικτύου και την εργασιακή ανασφάλεια. Δημιουργεί μια ονειρική ατμόσφαιρα, στήνοντας, ανάμεσα στα κτίρια της πόλης, αυτό το σκοτεινό δάσος που πρέπει να διασχίσει κανείς προκειμένου να επιστρέψει στο φως.
Η Τζούλια Καμινίτο (1988) γεννήθηκε και ζει στη Ρώμη. Το πρώτο της μυθιστόρημα, «La grande A» (2016), απέσπασε τα βραβεία Bagutta Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα, Berto, και Brancati Giovani. Το 2019 κυκλοφόρησε το «Un giorno verrà», και το 2021 ακολούθησε το μυθιστόρημά της «Το νερό της λίμνης δεν είναι ποτέ γλυκό», το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Campiello και βρέθηκε στη βραχεία λίστα του βραβείου Strega. Το «Κακό που δεν υπάρχει» (2024) είναι το τέταρτο μυθιστόρημά της. Έχει γράψει επίσης διηγήματα και βιβλία για παιδιά, αρθρογραφεί σε εφημερίδες και περιοδικά και εργάζεται ως editor ιταλικής λογοτεχνίας. Τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 27 χώρες.
* * *
Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού, ή μιας Άλλης Γυναίκας. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Μην ξεχνάτε, επίσης, πως κάθε Τρίτη πρωί έχουμε και πόντκαστ! Σας ευχαριστούμε πολύ.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η απόλυτη βίβλος για τον αθλητισμό, την πολιτική και το παιχνίδι που κατέκτησε, κυριολεκτικά, τον κόσμο
Μιλήσαμε μαζί τους για τους νέους επιτυχημένους τίτλους τους, τα προβλήματα που προκύπτουν από την υπερπληροφόρηση και την Τεχνητή Νοημοσύνη αλλά και για την επίδραση της Key Books στους αναγνώστες
Στον φετινό διαγωνισμό οι νικητές και οι νικήτριες αναδείχτηκαν με 200.000 ψήφους αναγνωστών
Η ATHENS VOICE ξεφυλλίζει σελίδες για το καλοκαίρι
Η ATHENS VOICE ξεφυλλίζει σελίδες για το καλοκαίρι
Η ATHENS VOICE ξεφυλλίζει σελίδες για το καλοκαίρι
Η ATHENS VOICE ξεφυλλίζει σελίδες για το καλοκαίρι
Η παιδική και νεανική λογοτεχνία εξακολουθεί να αποτελεί ένα εξαιρετικά γόνιμο πεδίο επιστημονικής διερεύνησης
Μια μεγάλη συζήτηση με αφορμή το νέο της μυθιστόρημα «Το κακό που δεν υπάρχει» (μετάφραση Δήμητρα Δότση, 336 σελίδες, Εκδόσεις Utopia)
Ο Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ και ο Αντρέα Μπαγιάνι γράφουν για την άνοια των γονιών τους
«Μόνο με την επίκληση της νομιμότητας δεν θα έχει κανείς μέλλον», λέει ο Αντώνης Κλάψης στην ATHENS VOICE
Ήρθε στη Θεσσαλονίκη καλεσμένος του Φεστιβάλ ΛΕΑ για να παρουσιάσει το μυθιστόρημά του «Και οι επτά ήταν υπέροχοι»
Πανελλαδική έρευνα αποκαλύπτει τις συνήθειες, τα κίνητρα και τις νέες τάσεις των Ελλήνων αναγνωστών
Το πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα μεταφέρεται στη σκηνή σε διασκευή του Βαγγέλη Κωνσταντινίδη και μουσική του Δημήτρη Κοντόπουλου
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Loggia
Το μυθιστόρημα «Εκεί εκεί» του Tommy Orange (μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια) κυκλοφορεί στις 19 Ιουνίου
Μια συλλογή διηγημάτων που δεν θα σε αφήσει να ησυχάσεις ούτε λεπτό
Μια νουβέλα γραμμένη σαν μια σχοινοτενής ευχή με τη μορφή νουβέλας: μακάρι ένα παιδί να στραφεί νωρίς μέσα του και να αναρωτηθεί βαθιά και ουσιαστικά ποια είμαι, πού πάω, τι θέλω, γιατί το θέλω
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.