Βιβλιο

Nicci French, «Τι συνέβη εκείνη τη νύχτα;»: Αποκλειστική προδημοσίευση

Το μυθιστόρημα «Τι συνέβη εκείνη τη νύχτα;» των Nicci French (μετάφραση Κίκα Κραμβουσάνου, Εκδόσεις Διόπτρα), κυκλοφορεί στις 20 Μαΐου

Athens Voice
A.V. Team
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Nicci French, «Τι συνέβη εκείνη τη νύχτα;»: Αποκλειστική προδημοσίευση

Από τους αγαπημένους μετρ του σασπένς Nicci French, ένα νέο ανατριχιαστικό ψυχολογικό θρίλερ!

Το μυθιστόρημα «Τι συνέβη εκείνη τη νύχτα;» των Nicci French (504 σελίδες, μετάφραση Κίκα Κραμβουσάνου), κυκλοφορεί στις 20 Μαΐου από τις Εκδόσεις Διόπτρα. Διαβάστε παρακάτω ένα απόσπασμα — μια αποκλειστική προδημοσίευση για την A.V.:

Nicci French, «Τι συνέβη εκείνη τη νύχτα;»: Αποκλειστική προδημοσίευση

Η Μπίατρις Μακμίλαν, εξέχουσα δικηγόρος, παρακολουθούσε την ανθοπώλισσα να τακτοποιεί τα λουλούδια, να τα τυλίγει σε καφέ χαρτί και ύστερα να τα δένει με φυτικό σπάγκο. Μέσα στο μαγαζί ήταν δροσερά κι ευωδιαστά, ενώ έξω η μέρα ήταν αμείλικτη, με τη ζέστη να ανεβαίνει από τα πεζοδρόμια και να πυρώνει τους τοίχους. Για μια στιγμή, ευχήθηκε να μπορούσε να μείνει σ’ αυτόν τον νωχελικό, πράσινο κόσμο, ανάμεσα στις παιώνιες, τις μιμόζες και τ’ ασημόχρωμα κλωνάρια του ευκαλύπτου.

Κοίταξε το ρολόι της. Σε μισή ώρα θα άρχιζαν να καταφθάνουν. Ένιωσε να την κατακλύζει ένα ορμητικό κύμα άγχους, το στήθος της να σφίγγεται και μια παράξενη γεύση ν’ απλώνεται στο στόμα της, μεταλλική, σαν σίδερο ή αίμα. Για μια στιγμή ζαλίστηκε από την παραδοξότητα αυτών που την περίμεναν. Επτά άνθρωποι, που ήταν κάποτε οι πιο στενοί της φίλοι, θα έρχονταν στο σπίτι της. Δεν είχαν απλώς απομακρυνθεί μεταξύ τους· είχαν αποσπαστεί βίαια ο ένας από την τροχιά του άλλου, είχαν εκτιναχθεί σε διαφορετικές ζωές. Για χρόνια αισθανόταν την απουσία τους σαν κάτι καθαρά σωματικό: σαν δόντι που λείπει κι η γλώσσα το αναζητά ξανά και ξανά, σαν άκρο που ο εγκέφαλος αρνείται να παραδεχτεί πως δεν υπάρχει πια. Μια αίσθηση μυρμηγκιάσματος, πόνου. Συναντούσε ακόμη περιστα-σιακά τον Γουίλ και την Άλι, όμως θα το έλεγες και χειρότερο αυτό. Αντάλλασσαν φιλιά στα μάγουλα, τυπικές φιλοφρονήσεις, χαμόγελα που δεν έφταναν στα μάτια, ανούσιες κουβέντες. Η μαγκωμένη τους ευγένεια δεν ήταν παρά μια υπενθύμιση όσων είχαν χαθεί. Οι παλιοί τους εαυτοί έμοιαζαν με θολές μορφές ιδωμένες από πολύ μεγάλη απόσταση.

Η Μπίατρις χάιδεψε τα λαμπερά γαλάζια καμπανάκια ενός δελφίνιου και πήρε μια ανάσα, προσπαθώντας να εστιάσει τις σκέψεις της στα πρακτικά της βραδιάς. Το φαγητό θα έφτανε σύντομα. Το τραπέζι ήταν ήδη στρωμένο. Στο ψυγείο υπήρχε λευκό κρασί και ανθρακούχο νερό, στην κατάψυξη τζιν. Εξα-κολουθούσαν να πίνουν όλοι; Έτρωγαν ψάρι; Θα τους αναγνώ-ριζε όλους; Ο Γουίλ και η Άλι δεν είχαν αλλάξει πολύ – απλώς είχαν παγιωθεί σε καρικατούρες του εαυτού τους. Οι άλλοι όμως; Εκείνοι με τους οποίους είχε χάσει κάθε επαφή; Και ο Τάιλερ – πώς θα ήταν ο Τάιλερ;

Πήρε τα μπουκέτα στην αγκαλιά της σαν να κρατούσε μωρό. Το παρελθόν κοιμόταν ατάραχο εδώ και δεκαετίες. Κι έρχο-νταν τώρα να το ταράξουν με ένα ριγιούνιον. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά σκόπευαν να το ταράξουν μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Ο Γουίλ είχε πει ότι αυτό ήταν το πιο λογικό μέρος. Βρισκόταν στο Λονδίνο και ήταν το μοναδικό σπίτι που θα τους χωρούσε όλους μαζί. Και αυτό, με κάποιον τρόπο, καθιστούσε εκείνη υπεύθυνη. Θα ήταν αλλιώς αν ήταν και ο άντρας της, ο Σεμπά-στιαν, παρών. Φλεγματικός και διπλωματικός, θα κρατούσε τις ισορροπίες. Όμως ο Σεμπάστιαν έλειπε – στο Νότιγχαμ δεν ήταν; Θα έδινε ακόμα μία ομιλία σε ακόμα ένα συμπόσιο. Αν και μάλλον καλύτερα που δεν θα ήταν παρών.

Ήθελε να ξαναδεί τον Τάιλερ – το ήθελε από τότε που έμαθε ότι θα αποφυλακιζόταν. Όμως, είχε φανταστεί μια συνάντηση μονάχα μεταξύ τους, σε ουδέτερο έδαφος, έναν ωραίο περίπατο ίσως, κάπου όπου οι δυο τους θα περπατούσαν χωρίς να χρειάζεται να κοιτάζονται όσο εκείνη θα του έκανε διακριτικές ερωτήσεις για το τι πραγματικά συνέβη εκείνο το μοιραίο Σαββατοκύ-ριακο. Όμως ο Τάιλερ δεν ήθελε κάτι τέτοιο. Τους ήθελε όλους μαζί, όλους όσοι βρίσκονταν τότε εκεί. Η Μπίατρις δεν περίμενε να έρθουν όλοι, αλλά θα έρχονταν. Όλοι εκτός από τον Ρούντι. Ήταν καταξιωμένη δικηγόρος, σύμβουλος του Στέμματος.

Η διαχείριση αιφνίδιων κρίσεων ήταν η δουλειά της: να θέτει δομή και πλαίσιο γύρω από ένα άσχημο χάος. Αυτό, όμως, ήταν διαφορετικό. Κανείς δεν ήξερε τους κανόνες και εκείνη δεν μπορούσε να φορέσει περούκα και τήβεννο, να κρυφτεί πίσω από τον μηχανισμό του νόμου. Άλλωστε, δεν ένιωθε πραγματικά σαν πενηντάχρονη νομικός, σύζυγος υπουργού, κάτοικος ενός μεγάλου σπιτιού στο Τάφνελ Παρκ, με μια ζωή ομαλή, επιτυχημένη, καλολαδωμένη από το χρήμα, τις διασυνδέσεις και την καθημερινή οικιακή βοήθεια. Ένιωθε σαν τη νεαρή, ντροπαλή, ανυπόμονα πρόθυμη Μπίατρις Μακμίλαν – ανασφαλή για τον εαυτό της και τη θέση της στην παρέα, με μια απίστευτα έντονη ανάγκη του ανήκειν.

Βγήκε από το μαγαζί, με το άρωμα των λουλουδιών να την ακολουθεί, τον ήλιο στο πρόσωπό της σαν ζεστό χέρι. Ένιωθε μετέωρη. Ήταν πενήντα. Ήταν είκοσι ενός. Προχωρούσε με πόδια που ξαφνικά δεν την κρατούσαν προς το μεγαλόπρεπο σπίτι της και, ταυτόχρονα, ήταν ξαπλωμένη στο γρασίδι με τους φίλους της, πλάι σε μια μικρή, υφάλμυρη λίμνη, φορώ-ντας βαμβακερό φόρεμα, με τα μαυρισμένα της πόδια γυμνά, τα μέλη της βαριά από τη ζέστη, κοιτάζοντας με μισόκλειστα μάτια τα πράσινα φύλλα από πάνω της.

«Ποιος ψήνεται για βουτιά;»

Αυτός ήταν ο Λίο. Τραβούσε κι έβγαζε την μπλούζα του. Το σώμα του ήταν δυνατό, μυώδες. Είχε σκούρες τρίχες στους ώμους, στο στήθος και μια γραμμή να κατεβαίνει στην κοιλιά του σαν βέλος. Έβγαλε το τζιν, ύστερα το μποξεράκι του. Λευκοί γλουτοί, ανοιχτές πλάτες. Μπήκε στο νερό, φωνάζοντάς τους να τον ακολουθήσουν.

Η Μπίατρις στηρίχτηκε στον αγκώνα και ανασηκώθηκε για να τον κοιτάξει κι ύστερα το βλέμμα της πέρασε στους υπόλοιπους της παρέας, που ήταν διασκορπισμένοι στο χορτάρι. Λίγα μέτρα πιο πέρα ήταν ξαπλωμένοι ο Τάιλερ και η Άλι, με τα μέλη τους μπλεγμένα. Ο Τάιλερ φορούσε κομμένο τζιν και λευκό μπλουζάκι· η Άλι ένα κίτρινο φόρεμα με τιράντες, που είχε ανέβει ως τους μηρούς της. Το μελαχρινό κεφάλι της ήταν ακουμπισμένο στην κοιλιά του Τάιλερ· το χέρι του βρισκόταν στην αιχμηρή καμπύλη του ισχίου της. Τα μάτια της Άλι ήταν κλειστά, τα δικά του όμως ανοιχτά, καρφωμένα πάνω της, με μια έκφραση που συνδύαζε τρυφερότητα και πόθο. Ο Τάιλερ ήταν ο μόνος από την παρέα που θα επέστρεφε στο πανεπιστήμιο το φθινόπωρο – ήταν φοιτητής Ιατρικής και του έμεναν άλλα δύο χρόνια σπουδών. Οι υπόλοιποι γιόρταζαν την ελευθερία τους. Έτσι το έθετε ο Μάρκο. Είμαστε ελεύθεροι κι ωραίοι, έλεγε.

Ο Μάρκο, γυμνόστηθος και οκλαδόν κοντά στη λίμνη, γρατζούνιζε ξανά και ξανά την ίδια συγχορδία στη δεύτερη καλύτερη κιθάρα του. Η Μπίατρις άκουγε τις κοφτές δονήσεις των χορδών, πού και πού μια δοκιμαστική λέξη ή φράση. Η φωνή του ήταν βραχνή μα ευχάριστη και με έναν τρόπο καθηλωτική. Ήταν απολύτως συγκεντρωμένος, πειραματιζόταν με κάτι. Κάποτε, σκέφτηκε, θα γινόταν διάσημος και ο κόσμος θα εντυπωσιαζόταν που εκείνη γνώριζε τον τραγουδοποιό Μάρκο Μπέρνι.

Όμως δεν θα έπαιρναν τα μυαλά του αέρα. Θα παρέμενε πάντα μέλος της παρέας – σκανταλιάρης, αστείος και κεφάτος. Ο προσωπικός τους τροβαδούρος.

Το φως αναπηδούσε στην επιφάνεια της λίμνης σε θρυμματισμένες αντανακλάσεις. Η Μπίατρις έκανε σκιά με το χέρι πάνω από τα μάτια της. Ο Λίο είχε μπει στη λίμνη και κολυμπούσε προς τα μέσα. Και ο Γουίλ, όρθιος στα ρηχά, πετούσε πλακέ πέτρες. Είχε ανεβάσει τα μπατζάκια του τζιν του κι είχε διπλώσει τα μανίκια του πουκαμίσου του, ήταν όμως εμφανές ότι έσκαγε από τη ζέστη. Ήταν παχύς και ανασφαλής με το σώμα του, ακόμη κι όταν έκανε αυτοσαρκαστικά αστεία για αυτό. Το προηγούμενο βράδυ, αφού είχαν ξεφορτώσει το αυτοκίνητο, ο Γουίλ είχε μαγειρέψει για όλους κι είχε ρίξει ένα βαρβάτο μεθύσι. Είχε χορέψει πάνω στο τραπέζι και είχε σπάσει μια πιατέλα που ανήκε στη θεία του Λίο, στο σπίτι της οποίας φιλοξενούνταν για το Σαββατοκύριακο.

Ο Γουίλ έγειρε, χαμήλωσε, σημάδεψε. Μια επίπεδη πέτρα γλίστρησε ξυστά πάνω στην επιφάνεια.

«Έξι γκέλες!» φώναξε. «Ποιος με παραβγαίνει; Ρούντι! Έλα, ρε φίλε. Ξύπνα».

Δίπλα της, ο Ρούντι Σκοτ αναστέναξε και μισοσηκώθηκε. Εκείνη του χαμογέλασε κι εκείνος ανταπέδωσε. Το μικρό του δάχτυλο άγγιξε φευγαλέα την άκρη του χεριού της και ένα κύμα ηλεκτρισμού τη διαπέρασε.

«Μπι», της είπε σιγανά. «Ξέρεις τι θα ήθελα να κάνω αυτή τη στιγμή;»

«Σσς… Θα μας ακούσει κανείς!»

Η Μπίατρις και ο Ρούντι ήταν μυστικό, γιατί εκείνη είχε σχέση με άλλον πίσω στο σπίτι. Ήταν με τον Σεμπάστιαν από τα δεκάξι της και σκόπευαν να συγκατοικήσουν τώρα που είχε δώσει τις τελικές εξετάσεις της. Έλεγε στον εαυτό της πως αυτό ακριβώς ήθελε και δεν έπρεπε να θέσει σε κίνδυνο ένα μέλλον για το οποίο είχε δουλέψει τόσο πολύ. Σύντομα, ο Ρούντι δεν θα ήταν παρά μόνο μια ηδυπαθής ανάμνηση – θα τον θυμόταν ως κάτι απολαυστικό, ερωτικό, κόντρα στο ρεύμα της μετρημένης ζωής της και των συνετών σχεδίων της. Αν μάθαιναν οι φίλοι της γι’ αυτούς, ίσως τους ξέφευγε. Μπορούσε κάλλιστα να φανταστεί τον Λίο να το κάνει επίτηδες, να του ξεφεύγει τάχατες κατά λάθος μ’ ένα χοντροκομμένο αστείο ή από απλή κακεντρέχεια.

* * *

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: Ο Τάιλερ Γκριν, που καταδικάστηκε για τη δολοφονία του φίλου του, Λίο, σε ένα πάρτι το 1993, αποφυλακίζεται μετά από σχεδόν τρεις δεκαετίες. Όμως ποτέ δεν σταμάτησε να διαμαρτύρεται για την αθωότητά του. Μια ζεστή βραδιά στο Λονδίνο, με πρωτοβουλία του Τάιλερ όλοι οι φίλοι από το πανεπιστήμιο που ήταν παρόντες εκείνη τη μοιραία νύχτα συναντιούνται ξανά. Είναι απλώς μια επανένωση ή κάτι περισσότερο; Με το κρασί και τις κατηγορίες να ρέουν άφθονα, η επανένωση καταλήγει σε βίαιο χάος και ένας από την παρέα θα τελειώσει τη νύχτα με τον λαιμό κομμένο στο υπνοδωμάτιο του επάνω ορόφου... όπως ακριβώς και ο Λίο το 1993. Όταν η επιθεωρήτρια Μοντ O’Κόνορ καλείται να διερευνήσει την υπόθεση, έχει τις αμφιβολίες της για την ενοχή του Τάιλερ, παρά τα όσα θα ήθελαν να την κάνουν να πιστέψει οι παλιοί του φίλοι, η υπόλοιπη Μητροπολιτική Αστυνομία, ακόμη και ο Υπουργός Εσωτερικών...

Nicci French, «Τι συνέβη εκείνη τη νύχτα;»: Αποκλειστική προδημοσίευση

ΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ: Το όνοµα Nicci French είναι ψευδώνυµο για το συγγραφικό ζεύγος των δηµοσιογράφων Nicci Gerrard και Sean French. Δεν είναι ζευγάρι µόνο στη συγγραφή, αλλά και στη ζωή. Είναι παντρεµένοι και κατοικούν στο Σάφολκ. Από τις εκδόσεις Διόπτρα κυκλοφορεί η σειρά ψυχολογικών θρίλερ µε ηρωίδα τη Φρίντα Κλάιν «Blue Monday», «Tuesday’s Gone», «Σκοτεινή Τετάρτη», «Σηµαδεµένη Πέµπτη», «Οργισµένη Παρασκευή», «Το ρέκβιεμ του Σαββάτου», «Ματωμένη Κυριακή» και «Η 8η μέρα», καθώς και τα stand-alone θρίλερ «Επιστροφή από το σκοτάδι», «Το κόκκινο δωμάτιο», «Το δωμάτιο με τα ψέματα», «Κατηγορούμενη», «Αόρατος μάρτυρας», «Η Χάρη», «Δεν την είδε κανείς» και «Δεν θα τελειώσει έτσι».

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Εύα Καραϊτίδη
Vidcast Μακριά από το πλήθος | Εύα Καραϊτίδη: Για να εκδοθείς πρέπει να δοκιμαστείς· δεν πατάς ένα κουμπί και γίνεσαι συγγραφέας

Συνομιλίες με ενδιαφέροντες ανθρώπους για ενδιαφέροντα πράγματα, εντός κι εκτός επικαιρότητας - πάντα με βλέμμα λοξό

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY