Βιβλιο

«Σπασμένος χρόνος»: Στο κελί του Βασίλη Παπαθεοδώρου

Η προσωπική δοκιμασία, η δημόσια διαπόμπευση και ένα βιβλίο που καταγράφει τη ζωή πίσω από τα κάγκελα

59189009_2154225567959075_3788618135297327104_n.jpg
Κώστας Κυριακόπουλος
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Σπασμένος χρόνος: Στο κελί του Βασίλη Παπαθεοδώρου

Βασίλης Παπαθεοδώρου: Ο συγγραφέας που φυλακίστηκε για 11 μήνες για κατοχή υλικού παιδικής παιδικής πορνογραφίας και αθωώθηκε αμετάκλητα μιλά στην ATHENS VOICE για το βιβλίο του με πρωταγωνιστή τον κρατούμενο εαυτό του, την εμπειρία του, την «καταδίκη» του από τα media αλλά και από μέρος του συγγραφικού χώρου.

«Σπασμένος χρόνος», είναι ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου του Βασίλη Παπαθεοδώρου. Η μεγάλη γραμματοσειρά του στο εξώφυλλο των εκδόσεων Bell είναι ικανή να τραβήξει το μάτι. Μια άλλη μικρότερη, όμως, το αιχμαλωτίζει, κυριολεκτικά: «343 μέρες στη φυλακή». Η εικαστική του σύνθεση παραπέμπει στα κάγκελα ενός κελιού. Και αυτό ακριβώς είναι το βιβλίο. Έντεκα μήνες της ζωής του συγγραφέα, πίσω από τα κάγκελα, στις φυλακές της Τρίπολης μετά από τη σύλληψή του τον Οκτώβριο του 2022 για «κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας». Το αποκρουστικό υλικό ήταν κομμάτι της έρευνάς του για το μυθιστόρημα που ετοίμαζε, τελικά το έγραψε μέσα στη φυλακή.

Μέχρι, όμως, να κατορθώσει να το αποδείξει και να πείσει την ελληνική Δικαιοσύνη ότι δεν είναι «παιδόφιλος» αλλά συγγραφέας και να αθωωθεί αμετάκλητα στις 24 Μαΐου 2024 - σε λίγες ημέρες έχει γενέθλια της νέας του ζωής- συνέβησαν δύο πράγματα: Καταδικάστηκε από το λαϊκό δικαστήριο των κίτρινων ελαφρολαϊκών media που τον κατέταξαν ως «ένα από τα τέρατα της χρονιάς» αλλά και από ένα μέρος του δικού, του συγγραφικού σιναφιού από ανθρώπους, ανάμεσά τους και φίλοι του, που βιάστηκαν να εισπράξουν το μερίδιό τους από τα περιτρίμματα της δημοσιότητας και είτε τον κατήγγειλαν με φλογερές δηλώσεις, είτε του γύρισαν επιδεικτικά την πλάτη. Ανθρώπινα όλα αυτά, θα πει κάποιος.

Αυτό ανατέμνει και ο Βασίλης Παπαθεοδώρου. Τους ανθρώπινους μηχανισμούς που λειτουργούν κάτω από αυτές τις πολύ δύσκολες συνθήκες. Ένας άνθρωπος που έχει συλληφθεί για κάτι επαίσχυντο -νομικά, ηθικά, κοινωνικά- και ο οποίος πασχίζει να πατήσει στα πόδια του για να μπορέσει να υποστηρίξει την αθωότητά του ενώπιον της Δικαιοσύνης που τον προφυλάκισε. Περιγράφει τον κόσμο της φυλακής, με τον φόβο, την ελπίδα, το βούλιαγμα σε μια άβυσσο που κανείς δεν ξέρει τι έχει στο βάθος της, τους ανθρώπους που ζουν πίσω από τα σίδερα, στις «παρυφές της κοινωνίας εκεί όπου ο χρόνος λειτουργεί διαφορετικά», τα στερεότυπα, την μικροκοινωνία των φυλακών και τις φυλές των κρατουμένων. Όλα αυτά που ούτως ή άλλως είναι ανθρώπινα. Αλλά το πιο περίεργο, σε βαθμό άθλου, είναι ότι ο συγγραφέας κάνει πολλά βήματα πίσω από την πραγματικότητα και περιγράφει τον ίδιον τον εαυτό ως τον πρωταγωνιστή. Σαν να παρατηρεί το ίδιο του το φάντασμα, βρίσκοντας χώρο ακόμα και να κάνει χιούμορ…

Βασίλης Παπαθεοδώρου: Πώς ξαναβρίσκεις τη φωνή σου μετά από μια τέτοια εμπειρία

- 343 μέρες πίσω από τα κάγκελα. Μαζί με όλα τα άλλα που συνέβαιναν είχες να αντιμετωπίσεις τη σκληρή στάση τόσο των ΜΜΕ όσο και ορισμένων ανθρώπων ή φορέων του εκδοτικού χώρου. Τι σε ενόχλησε περισσότερο, ότι σύμφωνα με ορισμένα ΜΜΕ ήσουν ένα «από τα τέρατα της χρονιάς» ή ότι ανακάλυψες ότι έχεις πολύ περισσότερους εχθρούς από όσους νόμιζες πριν αναγκαστείς να κλείνεις τα αυτιά σου με τα χέρια ή με το μαξιλάρι της φυλακής, όπως γράφεις;

Καταρχάς το μόνιμο αίσθημα αδικίας, που έχω ακόμα, είναι ότι κατά τη διάρκεια των 11 μηνών δεν προφυλακίστηκε ούτε ένα άτομο με αυτή την κατηγορία αυτοτελώς. Επίσης σε κανένα άτομο με αυτή την κατηγορία δεν έχει διαρρεύσει όνομα και φωτογραφία, όπως συνέβη στην περίπτωσή μου. Ας σημειώσω ότι δεν το διέταξε αυτό εισαγγελέας, η διαρροή ήταν από την αρχή μέχρι το τέλος παράνομη. Κοινώς, αυτοί που έσκουζαν για δικαιοσύνη τότε, πατούσαν ήδη πάνω σε παρανομία, δημοσιοποιώντας τα στοιχεία μου.

Αναφορικά με τους φίλους και τους εχθρούς, μπορώ να πω ότι αντιλαμβάνομαι το σοκ, την ταραχή, το να κρατήσει κάποιος αποστάσεις, ακόμα και το να σπεύσει να καταδικάσει. Αυτά για τις πρώτες στιγμές. Δεν μπορώ να πω ότι τα ενστερνίζομαι ή μου άρεσαν, αλλά τουλάχιστον τα κατανοώ σε ένα βαθμό, γιατί είναι ανθρώπινα. Παρόλο βέβαια που υπήρξαν πολλά άτομα που μου συμπαραστάθηκαν από την πρώτη στιγμή και δεν αμφέβαλαν στο παραμικρό για μένα, δέχομαι τις εξηγήσεις αυτών των ατόμων που έσπευσαν να καταδικάσουν. Και το έχω κάνει, αρκετά άτομα μου έστειλα μηνύματα εξηγώντας μου τις θέσεις τους και προχωράμε παρακάτω. Όπως είπα, είναι ανθρώπινο. 

Σπασμένος χρόνος: Στο κελί του Βασίλη Παπαθεοδώρου

Όταν όμως υπάρχει αθωωτική απόφαση, όταν και το ίδιο το Κράτος με έχει αποζημιώσει, παραδεχόμενο την αδικία, όταν προσπαθώ να ξανασηκωθώ, όταν είμαι λαβωμένος, ταπεινωμένος και γονατιστός και υπάρχουν τέως φίλοι/ες που δεν έχουν στείλει ούτε ένα «συγχαρητήρια», ούτε ένα «χρόνια πολλά», ούτε - για να το θέσω και εντός της σύγχρονης μορφής επικοινωνίας - ούτε ένα λάικ, αυτό το θεωρώ απάνθρωπο και πιστεύω ότι κρύβονται άλλου είδους σκέψεις και σκοπιμότητες, όπως μικροσυμφέροντα, ανταγωνισμοί και αντιπάθειες επί προσωπικού. Υπάρχουν δηλαδή «φίλοι/ες» που για 15 μήνες τώρα δεν έχουν δώσει το παραμικρό σημείο ζωής (επικοινωνίας δηλαδή, άμεσης ή έμμεσης), παρόλο που γνωρίζουν τα πάντα. Αυτό, όπως είπα, το θεωρώ απάνθρωπο και δεν έχω στην παρούσα φάση την παραμικρή διάθεση να το κατανοήσω ή δικαιολογήσω.

- Διαβάζοντας το βιβλίο, πέρα από τις συγκλονιστικά ειλικρινείς περιγραφές ανθρώπων και χαρακτήρων, σαν να έβλεπα ένα ντοκιμαντέρ για τις φυλές των κρατουμένων, είχα την αίσθηση ότι προσπαθούσες να εξηγήσεις τον τρόπο σκέψης και λειτουργίας της ελληνικής Δικαιοσύνης, κάτι που έχει διαρκή επικαιρότητα. Κατέληξες κάπου;

Εδώ ανοίγει μια τεράστια κουβέντα, που δεν έχει μονοσήμαντη απάντηση. Κι αυτό γιατί έχω ταυτόχρονα μια πολύ πικρή επίγευση, αυτή της προφυλάκισης και του γεγονότος ότι δεν με άκουγε κανείς και μαζί την γλυκιά αίσθηση της δικαστικής δικαίωσης, ότι δηλαδή τελικά εισακούστηκα. Είναι εξαιρετικά εύκολο να πετροβολούμε απρόσωπους θεσμούς, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι με τη στάση μας ενίοτε διαιωνίζουμε την συκοφάντησή τους. Σίγουρα οι προφυλακίσεις είναι πάρα πολλές και γίνονται, ας μου επιτραπεί, ελαφρά τη καρδία.

Η Δικαιοσύνη πρέπει να έχει υπόψη της ότι στις συνειδήσεις του κόσμου, όλες οι προδικαστικές διαδικασίες (προανάκριση, προφυλάκιση, βουλεύματα, κλπ) παράγουν δικαστικό αποτέλεσμα, δηλαδή ο κάθε κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικαστεί από τον κόσμο πριν καν πατήσει στην αίθουσα του δικαστηρίου. Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι όλη αυτή η υπερβολή, τελικά εμποδίζει τον εκάστοτε κατηγορούμενο να προετοιμάσει επαρκώς την υπεράσπισή του, καθώς ούτε στοιχεία μπορεί να αναζητήσει, ούτε ήρεμος να είναι, ούτε καλή ή έστω ουδέτερη εικόνα να δώσει στο δικαστήριο ερχόμενος απευθείας από την φυλακή. Για να μη μιλήσω για οικονομική, επαγγελματική, ηθική, κοινωνική, κλπ εξόντωση, που απορρέουν από τη στέρηση ελευθερίας.

Από την άλλη, στην περίπτωσή μου, η τελική δικαίωση και το σκεπτικό της αθωωτικής απόφασης αποτελούν νομικό ορόσημο, πράγμα που δείχνει την τόλμη του εφετείου. Συνεπώς, πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στον θεσμό, πιέζοντας για βελτιώσεις και αλλαγές, που σε κάποιες περιπτώσεις πρέπει να είναι ριζικές.

- Η μεγάλη αντίφαση και πρόκληση μαζί: Το βιβλίο είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο αλλά μοιάζει να έχει γραφεί από έναν εξωτερικό παρατηρητή. Συμβαίνει, όμως, να είσαι εσύ που καταγράφεις ως συγγραφέας τον ίδιο σου τον εαυτό ως κρατούμενο. Πώς λειτούργησε αυτό συγγραφικά;

Πιστεύω ότι δεν είναι κάποιο συγγραφικό τερτίπι ή επιδεξιότητα λόγω εμπειρίας. Στην Τρίπολη βίωσα μία «σχάση» μεταξύ σώματος και πνεύματος, δηλαδή εκεί ήταν το σώμα μου, αλλά το μυαλό μου ήταν σαν να με έβλεπε από απόσταση. Ναι, προσπαθούσα να αποστασιοποιηθώ, να κρατήσω τις αποστάσεις μου, να λέω συνέχεια στον εαυτό μου πως δεν ανήκει εκεί μέσα. Συνεπώς ό,τι με αφορούσε αποτυπώθηκε πιο προσωπικά και συναισθηματικά στο βιβλίο, ό,τι αφορούσε πρόσωπα και πράγματα με τα οποία δεν εμπλεκόμουν άμεσα, θεωρώ πως γράφτηκε πιο ουδέτερα, πιο δημοσιογραφικά. Προσπάθησα όμως σε κάθε κεφάλαιο να δώσω την ψυχολογική κατάσταση που βίωνα εκείνη τη στιγμή και όχι να κάνω έναν εκ των υστέρων απολογισμό, λειαίνοντας κάποια πράγματα ή παρουσιάζοντάς τα χειρότερα, απλά για δραματουργική κορύφωση ή εντυπωσιασμό.

Σπασμένος χρόνος: Στο κελί του Βασίλη Παπαθεοδώρου

- Πώς ξαναβρίσκει κανείς τη φωνή του μετά από μια τέτοια εμπειρία; Ποια είναι τα κατάλοιπα που σου έχει αφήσει;

Προσπαθώ κάθε μέρα να το αφήνω πίσω μου, χωρίς να πολυσκάβω στο γεγονός. Είμαι ακόμα σε άρνηση, κατά βάθος δεν το δέχομαι αυτό που έγινε, αλλά...έγινε. Έτσι, η θεώρησή μου πλέον είναι να κοιτώ μπροστά και να προσπαθώ να ξαναμπώ στις ράγες μου. Θέλω παράλληλα να εστιάζω σε κάποια καλά: Στη δύναμη που βρήκα και που νόμιζα πως δεν είχα, στην επιμονή, στην υπομονή, στον σχεδιασμό και οργάνωση. Αυτές οι ιδιότητες είναι που με βοήθησαν να ανταπεξέλθω. Τώρα, αν έχω αλλάξει σε άλλα πράγματα, θετικά ή αρνητικά, αυτό είναι κάτι που μάλλον μπορούν να το κρίνουν καλύτερα αυτοί που με γνωρίζουν.

«Φεύγει ο αδερφός μου, θα βάλω τα καλά μου»

Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου γράφει στο βιβλίο του για τον Αλί, έναν συγκρατούμενό του από το Αφγανιστάν. Κλειστός χαρακτήρας, δεν πολυμιλούσε, είχε «το χαμόγελο που παίρνει κάποιος όταν δεν καταλαβαίνει τίποτα αλλά παρ' όλα αυτά θέλει να είναι μέσα στην παρέα. Ήταν ένα χαμόγελο αμηχανίας, έως και δυστυχίας».

«Τρεις μέρες πριν φύγω οριστικά, τον είδα να φορά κάποια ρούχα που καλά για τη φυλακή: Μια μαύρη μπλούζα, ένα μακρύ μαύρο παντελόνι, ένα ζευγάρι γκρι Nike, που κάποιος του είχε δώσει. Ήταν Σεπτέμβρης, είχε έναν σχετικό καύσωνα και το ότι φορούσε τα ρούχα που κρατούσε καλοδιπλωμένα για το δικαστήριο παραξένεψε πολλούς. Όλοι τον ρωτούσαν προς τι αυτό και τους απαντούσε ότι καιρός ήταν να τα βάλει, έτσι ήθελε. Όταν τον ρώτησα κι εγώ, γύρισε και μου είπε με το πιο φυσιολογικό ύφος (ελεύθερη μετάφραση): "Φεύγει ο αδερφός μου και εγώ θα βάζω για τρεις μέρες τα καλύτερά μου ρούχα«». Για να με τιμήσει. Ήταν από τις λίγες φορές που έκλαψα στην Τρίπολη».

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Θεόδωρος Πελαγίδης «Από τον πληθωρισμό στους δασμούς. Η υπονόμευση της φιλελεύθερης διεθνούς οικονομικής τάξης», εκδόσεις Παπαζήση
Η δύση της Δύσης;

Οι μεγάλες οικονομικές αλλαγές της τελευταίας πενταετίας μετασχηματίζουν την παγκόσμια οικονομία σε βαθμό που να υπονομεύουν τη φιλελεύθερη διεθνή οικονομική και γεωπολιτική τάξη

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY