- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
«Ο ψυχρός πόλεμος» του Γιάννη Στεφανίδη: Η αλήθεια είναι η καλύτερη προπαγάνδα
Μια σύντομη συζήτηση με τον καθηγητή ΑΠΘ με αφορμή το βιβλίο του
«Ο ψυχρός πόλεμος» του Γιάννη Στεφανίδη (εκδόσεις Επίκεντρο): Μια συνοπτική χαρτογράφηση της περιόδου 1945-1989, σε παγκόσμιο και ελληνικό επίπεδο
Το βιβλίο του Γιάννη Στεφανίδη, ένα εγχειρίδιο για τον Ψυχρό Πόλεμο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Επίκεντρο, απευθύνεται στους φοιτητές του ΑΠΘ — και σε όλους εμάς. Ήταν η αφορμή για μερικές σκέψεις σχετικά με την περίοδο 1945-1991 και τον αντίκτυπό της στο πώς σκεφτόμαστε τον κόσμο στον 21ο αιώνα.
Προτού αρχίσω να απαντώ, να πω γιατί θεωρώ σημαντική τη γνώση μας για την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο: Στη διάρκειά της γεννήθηκαν ή εκδηλώθηκαν οι κρίσεις που ταλανίζουν την υφήλιο σήμερα. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πώς φτάσαμε, π.χ. σε πολεμικές κρίσεις όπως στην Ουκρανία, τη Γάζα ή το Ιράν. Και, δυστυχώς, η ιστορία του Ψυχρού Πολέμου δεν περιλαμβάνεται στη σχολική ύλη. Προσπάθησα, λοιπόν, με βάση τη διδακτική μου εμπειρία στο πανεπιστήμιο, να δώσω μια όσο το δυνατόν συνοπτική αλλά σφαιρική αφήγηση, που μπορεί να γίνει αφορμή για περαιτέρω εμβάθυνση.
Στο βιβλίο σας αφηγείστε πώς ο μεταπολεμικός κόσμος πέρασε στη φάση του επονομαζόμενου Ψυχρού Πολέμου και βεβαίως τι ήταν αυτή η φάση, ποια ήταν τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα, τα στάδια και οι συνέπειές της. Οι παλιοί ιστορικοί και οι μαρξιστές πιστεύουν ότι τα ιστορικά συμβάντα είναι σχεδόν αναπόφευκτα, «νομοτελειακά» όπως συνηθίζουν να λένε. Αλλά, η ιστορία είναι απείρως πιο περίπλοκη και χαώδης. Ήταν άραγε αναπόφευκτος ο Ψυχρός Πόλεμος; Πώς θα μπορούσε να διαμορφωθεί μια εναλλακτική ιστορία μετά το 1945;
Μία από τις βασικές «σχολές» στη μελέτη του Ψυχρού Πολέμου, η «αναθεωρητική» που αναπτύχθηκε στη Δύση στη σκιά του Πολέμου του Βιετνάμ, υποστήριζε ότι ο Ψυχρός Πόλεμος θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν οι ΗΠΑ έδειχναν μεγαλύτερη κατανόηση για τις «νόμιμες» ανησυχίες της σοβιετικής ηγεσίας γύρω από την ασφάλεια της χώρας αυτής, που είχε επωμιστεί το μεγαλύτερο βάρος του πολέμου εναντίον του Χίτλερ. Επίσης, αν στις ΗΠΑ δεν επικρατούσε η ψύχωση του «ερυθρού κινδύνου», η ακραία κομμουνιστοφοβία. Η ερμηνεία αυτή υποβαθμίζει τον αντίκτυπο από την επέκταση της ΕΣΣΔ σε μεγάλο μέρος της Ευρασίας και από τις διεκδικήσεις του Στάλιν σε βάρος της Τουρκίας και του Ιράν, τον αντίκτυπο των εμφυλίων στην Ελλάδα και στην Κίνα, καθώς και των διαφωνιών στο γερμανικό ζήτημα. Η στάση του Κρεμλίνου στα πεδία αυτά ενέτεινε την αμοιβαία καχυποψία και οδήγησε στον τερματισμό του απευθείας διαλόγου μεταξύ των νικητών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι και μετά τον θάνατο του Στάλιν. Πέρα από τις εκατέρωθεν προκαταλήψεις, η απουσία διαλόγου συνέβαλε καθοριστικά στην ψύχρανση των σχέσεων μεταξύ Ανατολής-Δύσης. Δεν πρέπει, όμως, να διαφεύγει της προσοχής ένας ακόμα παράγοντας: η ιδεολογική φόρτιση των διεθνών σχέσεων της περιόδου. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους, ο Β’ Παγκόσμιος είχε διεξαχθεί για την επικράτηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας (τουλάχιστον στην Ευρώπη) απέναντι στην τυραννία. Για τη σοβιετική ηγεσία, ο Πόλεμος ήταν μια φάση της επιθανάτιας αγωνίας του καπιταλιστικού συστήματος, προτού επέλθει, νομοτελειακά, η παγκόσμια επικράτηση του κομμουνισμού.
Ποια πιστεύετε πως ήταν τα πιο αποφασιστικά γεγονότα, οι σημαντικότερες κοινωνικές και οικονομικές τάσεις που προκάλεσαν την κλιμάκωση του ανταγωνισμού και της εχθρότητας μεταξύ του καπιταλιστικού και του κομμουνιστικού μπλοκ;
Ήδη από τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου, υπέβοσκαν οι διαφορές που θα τροφοδοτούσαν στη συνέχεια το ψυχροπολεμικό κλίμα: η τύχη των εδαφών που η Σοβιετική Ένωση είχε προσαρτήσει μετά το Σύμφωνο με τη ναζιστική Γερμανία τον Αύγουστο του 1939 (εδάφη που περιλάμβαναν ολόκληρα κράτη ή τμήματα κρατών)· η τύχη της Γερμανίας μετά την ήττα και τη διαίρεσή της σε ζώνες κατοχής· η απόκτηση της ατομικής βόμβας από τις Ηνωμένες Πολιτείες· οι διεκδικήσεις του Στάλιν σε βάρος της Τουρκίας και του Ιράν· η απροσχημάτιστη επιβολή καθεστώτων σοβιετικού τύπου στους γείτονες της ΕΣΣΔ (με εξαίρεση τη Φινλανδία)· η αναμενόμενη απόπειρα των κομμουνιστικών κομμάτων να επωφεληθούν από την πολύπλευρη κρίση (νομιμοποίησης, οικονομική, κοινωνική) που κληροδότησε ο Πόλεμος για να αυξήσουν την επιρροή τους ή και να κυριαρχήσουν σε χώρες της Ευρώπης και της Ασίας – εκτός του σοβιετικού μπλοκ.
Ήταν η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ παρανοϊκή; Ο Hofstadter χρησιμοποιεί για τις ΗΠΑ τον όρο «paranoid style»: υπερβολική καχυποψία, θεωρίες συνωμοσίας, αίσθημα υπαρξιακής απειλής και πίστη σε μυστικές δυνάμεις που ελέγχουν την ιστορία.
Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ κατά την περίοδο της προεδρίας Tρούμαν δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «παρανοϊκή». Αυτό που συνέβη ήταν ότι, σε κλίμα αμοιβαίας καχυποψίας και περιορισμένης πληροφόρησης για τις προθέσεις του Στάλιν, η Ουάσιγκτον σύντομα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Κρεμλίνο ταύτιζε την ασφάλειά του με περαιτέρω επέκταση της ζώνης επιρροής του (κάτι αντίστοιχο με την πολιτική του καθεστώτος του Πούτιν σήμερα). Με βάση αυτή την εκτίμηση και την εισήγηση ενός ανθρώπου με εμπειρία της σοβιετικής πραγματικότητας, του George Kennan, η προεδρία Tρούμαν υιοθέτησε την πολιτική της ανάσχεσης, που αποσκοπούσε να πείσει το Κρεμλίνο ότι περαιτέρω κινήσεις επέκτασης στην παγκόσμια σκακιέρα θα προκαλούσαν την αμερικανική αντίδραση. Η πολιτική αυτή, ωστόσο, παρέμενε αρκετά ευέλικτη μέχρι τις αρχές της επόμενης δεκαετίας: (α) Οι ΗΠΑ δεν δεσμεύονταν να αντιδράσουν εξίσου σε σοβιετικές κινήσεις (υπαρκτές ή εικαζόμενες) σε όλες τις περιοχές της υδρογείου· η περιοχή ύψιστου ενδιαφέροντος ήταν η Δυτική Ευρώπη, η Ανατολική Μεσόγειος και η Μέση Ανατολή. (β) Οι Αμερικανοί έδωσαν σαφή προτεραιότητα στα οικονομικά μέσα (Δόγμα Τρούμαν, Σχέδιο Μάρσαλ) και, σε δεύτερο χρόνο, στην οικοδόμηση της δυτικής άμυνας μέσω του ΝΑΤΟ. Προσέφυγαν σε στρατιωτικά μέσα μόνο μετά την εισβολή της κομμουνιστικής Βόρειας Κορέας στη Νότια. Έκτοτε, η πολιτική της ανάσχεσης στρατιωτικοποιήθηκε, αποκτώντας και μια πρωτόγνωρη διάσταση: την κούρσα των πυρηνικών εξοπλισμών.
Στην περίπτωση της Κούβας που έχει συνδεθεί με δύο στιγμές μεγάλης έντασης και πυρηνικού κινδύνου, τι θα μπορούσε να έχει κάνει η Δύση και δεν έκανε; Τι έκανε που θα ήταν προτιμότερο να είχε αποφύγει; Πώς εκτιμάτε την αμερικανική πολιτική έναντι του καθεστώτος του Φιντέλ Κάστρο από το 1959;
Η ταύτιση της προεδρίας των Ρεπουμπλικανών υπό τον Άιζενχάουερ, τον Nίξον και τον υπουργό Εξωτερικών John Foster Dulles με τον –εγχώριας προέλευσης και κατανάλωσης– ακραίο αντικομμουνισμό, καθώς και η παραδοσιακή ιδέα ότι ολόκληρη η Λατινική Αμερική είναι προνομιακό πεδίο εκμετάλλευσης για τα αμερικανικά συμφέροντα, οδήγησαν στο θεμελιώδες σφάλμα της αποξένωσης από την επανάσταση του Φιντέλ Κάστρο και των συντρόφων του. Η εχθρότητα των ΗΠΑ έσπρωξε τον Κάστρο στην αγκαλιά της Σοβιετικής Ένωσης και συνέβαλε αποφασιστικά στη στροφή του καθεστώτος του προς τον υπαρκτό σοσιαλισμό. Μέχρι που φτάσαμε στην απονενοημένη εισβολή Κουβανών αντιφρονούντων στον Κόλπο των Χοίρων, επιχείρηση που βοήθησε όσο λίγα πράγματα στην παγίωση της κουβανικής «Επανάστασης».
Οπωσδήποτε από το 1946 μέχρι το 1990 έγιναν προσπάθειες ειρηνικής συνύπαρξης και, εκ του αποτελέσματος, θα λέγαμε ότι ήσαν λίγο-πολύ επιτυχημένες. Δεν γίναμε παρανάλωμα του πυρός. Αν βεβαίως αφαιρέσει κανείς τις συγκρούσεις δια πληρεξουσίου... Μπορείτε να συγκρίνετε την αμερικανική και τη σοβιετική εξωτερική πολιτική; Ποιες ήταν οι διαφορές και ποιες οι ομοιότητες;
Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ μάλλον γνώρισε περισσότερες διακυμάνσεις, πράγμα φυσικό, αφού εκεί λειτουργεί η εναλλαγή δύο, έστω, κομμάτων στην εξουσία. Από την λελογισμένη πολιτική της ανάσχεσης του Tρούμαν, πέρασαν στη ρητορεία των «μαζικών αντιποίνων» και του «roll-back» —με σκοπό τη συρρίκνωση της σοβιετικής σφαίρας επιρροής— της προεδρίας Άιζενχάουερ. Στη συνέχεια ακολούθησε μια μακρά περίοδος, κατά την οποία η αποδοχή της ειρηνικής συνύπαρξης συνυπήρχε με επεμβάσεις, άμεσες (Ινδοκίνα) ή συγκεκαλυμμένες (Λατινική Αμερική) με επίκληση του κομμουνιστικού κινδύνου: αυτή την πολιτική εφάρμοσαν οι προεδρίες Άιζενχάουερ, Κέννεντυ, Τζόνσον και Nίξον. Έγινε ένα διάλειμμα με την προεδρία Τζίμμυ Κάρτερ, προτού ακολουθήσει η ενεργός πολιτική αποδυνάμωσης του αντιπάλου επί προεδρίας Ρόναλντ Ρέιγκαν, η οποία, κάπως αναπάντεχα, στέφθηκε με επιτυχία. Βέβαια, η αποδυνάμωση της σοβιετικής ισχύος δεν οφειλόταν μόνο στις αμερικανικές πιέσεις· όπως είχε προβλέψει ο Kennan από το 1947, ήρθε ως συνέπεια των αντινομιών του σοβιετικού συστήματος, το οποίο, για να χρησιμοποιήσουμε την παρατήρηση του Mαρξ για τον καπιταλισμό, έφερε μέσα του τους σπόρους της ίδιας της καταστροφής του.
Όσο για τη σοβιετική εξωτερική πολιτική, μετά το μίγμα Realpolitik και παθολογικής καχυποψίας-ξενοφοβίας που χαρακτήριζε την εποχή του Στάλιν, οι διάδοχοί ασπάστηκαν το δόγμα της ειρηνικής συνύπαρξης, επιχειρώντας παράλληλα να επωφεληθούν από τα ευάλωτα σημεία του αντιπάλου. Ο Χρουστσώφ το θεωρούσε ενδιάμεσο στάδιο στην πορεία προς την αναπόφευκτη επικράτηση του σοσιαλισμού έναντι του καπιταλισμού («θα σας θάψουμε», είχε πει το 1956 σε δυτικούς διπλωμάτες)· ο δε Μπρέζνιεφ και οι συν αυτώ, αν και φάνηκαν να ενδιαφέρονται για τη σταθερότητα εξοπλισμών μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ και των συνόρων στην Ευρώπη, ήταν πρόθυμοι να αναμειχθούν στον Τρίτο Κόσμο, άμεσα (Αφγανιστάν) ή έμμεσα (Αφρική, με εγκατάσταση «λαΐκών δημοκρατιών»). Μέχρι που ήρθε ο Γκορμπατσόφ, με πρόθεση να διασώσει τον σοσιαλισμό με ενέσεις ελευθερίας· όμως, το σύστημα τού έμεινε στα χέρια.
Σήμερα γίνεται πολύς λόγος για την απόσταση μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης στην πρόσληψη της εξωτερικής πολιτικής, της διπλωματίας και των διεθνών σχέσεων γενικά. Όμως, δεν πρόκειται για καινούργιο φαινόμενο… Ήταν λογικό οι Δυτικοευρωπαίοι να αντιμετωπίζουν το ανατολικοευρωπαϊκό σύστημα με όρους détente (ύφεσης)· εξάλλου, ο κομμουνισμός ήταν εξαιρετικά δημοφιλής στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Το ενδιαφέρον των κυβερνήσεων της Δυτικής Ευρώπης για τη συντήρηση και ενίσχυση του κλίματος ύφεσης στις σχέσεις Ανατολής-Δύσης είναι κυρίως φαινόμενο των δεκαετιών 1960 και 1970. Στη δεκαετία του 1950 πρωτοστατούσε ο Τσώρτσιλ που είχε επανέλθει στην πρωθυπουργία το 1951-55, χωρίς όμως να βρίσκει ιδιαίτερη απήχηση: οι Βρετανοί είχαν στραφεί προς την αριστερά. Μερικά χρόνια αργότερα, την ύφεση προώθησαν ο Ντε Γκωλ (ως ευκαιρία απεμπλοκής από την επιρροή των ΗΠΑ και ανάκτησης του γαλλικού «μεγαλείου»), και ο Βίλλυ Μπραντ (μέσω της Ostpolitik, με σκοπό οι δύο Γερμανίες της εποχής να βγουν από την πρώτη γραμμή της ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης). Να μη ξεχνάμε, όμως, ότι η Βρετανία και οι Δυτικοευρωπαίοι είχαν πρωτοστατήσει στην ίδρυση του ΝΑΤΟ και έκαναν ό,τι μπορούσαν για να διατηρηθεί η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ σε ευρωπαϊκό έδαφος. Κι αυτό διότι η ΕΣΣΔ ενέπνεε φόβο, αίσθημα που αναζωπυρωνόταν με τα γεγονότα που εκτυλίσσονταν στην Κορέα (1950-54), στην Ανατολική Γερμανία (1953), στην Ουγγαρία (1956), αλλά και στο πεδίο της πυρηνικής απειλής (που «αναβαθμίστηκε» με την εκτόξευση του πρώτου σοβιετικού διηπειρωτικού πυραύλου το 1957).
Σχετικά με τη δημοτικότητα του κομμουνισμού στις ΗΠΑ —η οποία ίσως δεν πρέπει να υποτιμάται ούτε στη διάρκεια του 20ού αιώνα, ούτε σήμερα αν και φυσικά με ποικίλες μορφές— καταγράφεται κάποιου είδους αναθεώρηση της ιστορίας του μακαρθισμού. Ενός φαινομένου που προπαγανδίστηκε ευρέως από τη διεθνή αριστερά και πήρε τερατώδεις διαστάσεις στο συλλογικό φαντασιακό. Διαστάσεις που δεν είχε.
Σήμερα γνωρίζουμε πως ορισμένα από τα πρόσωπα που στοχοποιήθηκαν την εποχή που συλλήβην (και εσφαλμένα) ταυτίζεται με τον γερουσιαστή Τζόζεφ ΜακKάρθυ (πολύ σημαντικότερη ήταν η δράση της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών του Κογκρέσου) είχαν πράγματι συνεργαστεί με τις σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες. Κορυφαία παραδείγματα το υψηλόβαθμο κυβερνητικό στέλεχος Alger Hiss και το ζεύγος Rosenberg. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι την περίοδο εξαπολύθηκε κυνήγι μαγισσών, από το οποίο υπέφεραν χιλιάδες Αμερικανοί πολίτες. Το ενδιαφέρον είναι ότι η δράση του Μακκάρθυ και των συνεργών του τερματίστηκε μετά τη δημόσια παρέμβαση ενός αξιοσέβαστου δικηγόρου, του Joseph Welch, που ενεργοποίησε τα αντανακλαστικά του Κογκρέσου, της Δικαιοσύνης και του κοινωνικού σώματος – με τη βοήθεια μάλιστα του τότε σχετικά καινούργιου μέσου επικοινωνίας, της τηλεόρασης. Το αυξανόμενο πολιτικό κόστος για την προεδρία Αϊζενχάουερ την ώθησε στο να περιορίσει δραστικά τις ακρότητες. Σήμερα ιδεολογικά φορτισμένες ρητορείες και πολιτικές, που στηρίζονται σε θεωρίες συνωμοσίας και μαζικές προκαταλήψεις, θυμίζουν έντονα την εποχή του μακαρθισμού, με τη διαφορά ότι θιασώτης, αν όχι και εμπνευστής τους, είναι ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ.
Σε ένα μέρος του βιβλίου αναφέρεστε στην Ελλάδα, τη θέση και τη στάση της στον Ψυχρό Πόλεμο. Ποιες ήταν οι ιδιαιτερότητες της ελληνικής εμπειρίας κατά την περίοδο αυτή;
Στην Ελλάδα αναμετρήθηκαν, κατά κάποιον τρόπο, οι δύο «κόσμοι» του Ψυχρού Πολέμου, και μάλιστα προτού ακόμα τελειώσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και, συνεπώς, η συμμαχία των Δυτικών με τη Σοβιετική Ένωση. Ο ελληνικός Εμφύλιος προεικόνιζε τις εξελίξεις, καθώς έθεσε αντιμέτωπους τους κομμουνιστές με τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις και ενέπλεξε άμεσα τη Βρετανία, σε πρώτο στάδιο (1943-46), και, εμμέσως πλην σαφώς, τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ, στην ύστερη φάση του (1946-49). Για τους Αμερικανούς, μάλιστα, η έκβασή του συμβόλιζε την ικανότητά τους να αναχαιτίζουν την κομμουνιστική εξάπλωση με οικονομική και στρατιωτική βοήθεια αλλά χωρίς εμπλοκή δικών τους στρατιωτών. Το μάθημα αυτό λησμονήθηκε στη νοτιοανατολική Ασία.
Στο βιβλίο υποστηρίζω ότι, αν η Ελλάδα υπήρξε το πρώτο «θερμό μέτωπο», η χώρα εγκατέλειψε την αρένα της ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης ήδη από τη δεκαετία του 1970. Για τους Έλληνες ο Ψυχρός Πόλεμος έληξε το 1974, με την κυπριακή τραγωδία. Τότε, μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένου αντιαμερικανισμού και ουδετεροφιλίας, εγκαταλείφθηκε πλήρως το δόγμα του «από βορράν κινδύνου» και αντικαταστάθηκε από την «εξ ανατολών απειλή». Αυτό σήμανε, εκτός από την οριστική εγκατάλειψη της ψυχροπολεμικής λογικής και του αντικομμουνισμού ως επίσημης κρατικής ιδεολογίας, τα ανοίγματα προς τα κομμουνιστικά καθεστώτα (που συντελέστηκαν μεταξύ 1972 και 1979) και την αποστασιοποίηση, τουλάχιστον σε επίπεδο ρητορείας και εντυπώσεων, από την κοινή γραμμή που υπαγόρευαν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ (μετά τη εκλογική νίκη του Ανδρέα Παπανδρέου, το 1981). Η ειρωνεία είναι ότι οι χειρονομίες φιλίας και καλής θέλησης προς το ανατολικό μπλοκ έγιναν πολύ αργά για να αποφέρουν απτά οφέλη στην Ελλάδα. Τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού έπνεαν ήδη τα λοίσθια.
Μετά από λίγα χρόνια αμηχανίας και αναμονής, φαίνεται ότι στον 21ο αιώνα ζούμε έναν καινούργιο Ψυχρό Πόλεμο, μια καινούργια σύγκρουση πολιτισμών στην οποία κεντρικό ρόλο παίζει η τεχνολογία. Ανταγωνισμός τεχνολογίας, συγκρούσεις με όπλα υψηλής τεχνολογίας, κυβερνοεπιθέσεις…
Σύγχρονοι θεωρητικοί –π.χ. ο John Mearsheimer, o Appleman Williams, o John Lewis Gaddis– έχουν κάνει διαφορετικές αναγνώσεις του Ψυχρού Πολέμου. Φαίνεται όμως ότι ολόκληρη η πείρα και οι θεωρίες γύρω από εκείνη την εποχή καταλήγουν σε κάποια συναίνεση σχετικά με το σήμερα. Ότι δηλαδή μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τη σταθερή άνοδο της Κίνας, παρατηρούνται σαφώς δύο στρατόπεδα με την ευρεία έννοια, με εμφανή την αντιπαράθεση ανάμεσα σε φιλελεύθερο και ανελεύθερο τρόπο διακυβέρνησης. Η χρήση ωμής βίας (από τη Ρωσία εναντίον της Ουκρανίας ή της Γεωργίας παλαιότερα, από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν, ή των ΗΠΑ εναντίον του Ιράκ, παλαιότερα), εμφανίζεται ως αναχρονισμός που, λόγω, των πολύ οδυνηρών επιπτώσεών του, δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί. Ταυτόχρονα, όμως, η αντιπαράθεση διεξάγεται σε ένα άλλο επίπεδο που θυμίζει έντονα τον Ψυχρό Πόλεμο του 20ού αιώνα: ο τελευταίος ήταν κατεξοχήν πόλεμος ιδεών και προπαγάνδας, με βασικά μέσα τα έντυπα, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Σήμερα, ο πόλεμος των ιδεών και της προπαγάνδας διεξάγεται κυρίως μέσω του διαδικτύου, εσχάτως μέσω της τεχνητής νοημοσύνης. Τα ανελεύθερα καθεστώτα δεν θα διστάσουν να χρησιμοποιήσουν όλα τα μέσα, προπάντων την παραπληροφόρηση – τα fake news. Η πρόκληση για τις φιλελεύθερες δημοκρατίες είναι να αποφύγουν έναν κίνδυνο που είχε επισημανθεί ήδη από την ψυχροπολεμική περίοδο του 1945-90: πολεμώντας με τα όπλα του αντιπάλου να καταλήξουν να του μοιάσουν. Αξίζει να θυμηθούμε τη φράση του Ed Murrow, του κορυφαίου, ίσως, Αμερικανού ανταποκριτή δύο πολέμων, του Β’ Παγκοσμίου και του Ψυχρού: «Η αλήθεια είναι η καλύτερη προπαγάνδα».
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Μια σύντομη συζήτηση με τον καθηγητή ΑΠΘ με αφορμή το βιβλίο του
Τα δεδομένα της Ελληνικής Βιβλιοπαραγωγής του 2025 και μερικές σκέψεις
Το ποίημα της ημέρας είναι από την ποιητική συλλογή «Η άλλη Περσεφόνη»
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Διόπτρα
Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος, ο ουρανός ήταν καλυμμένος από συμπαγή γκρίζα σύννεφα, ενώ η βροχή διαρκώς ξεκινάει και σταματάει
Συνομιλίες με ενδιαφέροντες ανθρώπους για ενδιαφέροντα πράγματα, εντός κι εκτός επικαιρότητας - πάντα με βλέμμα λοξό
Τι αποκαλύπτουν τα στοιχεία του ΕΛΙΒΙΠ για την ελληνική βιβλιοπαραγωγή
Όσο περισσότερο συζητιέται η ποίηση, τόσο το καλύτερο για όλους
Το βιβλίο συγκεντρώνει ογδόντα ποιήματα — «οδόσημα μιας πορείας», όπως τα χαρακτήριζε ο ίδιος ο ποιητής
Η συγκλονιστική αυτοβιογραφική μαρτυρία της γυναίκας που μετέτρεψε μια προσωπική φρίκη σε παγκόσμιο σύμβολο αντίστασης απέναντι στην κουλτούρα βιασμού
Το τέλος, η ασθένεια και η εναλλασσόμενη κοινωνική πραγματικότητα
«Η ζωή είναι γεμάτη απροσδόκητα - το θέμα είναι πώς τα αντιμετωπίζεις», λέει στην Athens Voice ο επίτιμος πρόεδρος του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας
Η επιστημονική φαντασία δεν προβλέπει μόνο το μέλλον αλλά καθρεφτίζει και το παρόν
Με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου του Θανάση Δρίτσα, «Θεραπευτικές Ιστορίες: Τετράδιο Ασκήσεων Ποιητικού Λόγου»
Γραμμένο τον ενδέκατο αιώνα, το μυθιστόρημα αποτελεί μια υπερπολύτιμη πηγή πληροφοριών για την Αυλική ζωή της περιόδου Χεϊάν
Η προσωπική δοκιμασία, η δημόσια διαπόμπευση και ένα βιβλίο που καταγράφει τη ζωή πίσω από τα κάγκελα
Ο πολυγραφότατος Βρετανός δημιουργός Άντονι Χόροβιτς αποκαλύπτει ότι βασίζεται συχνά στην τεχνητή νοημοσύνη
Ένα εξαιρετικό νέο βιβλίο, μια πολυεπίπεδη ανατομία της πόλης μέσα από 45 ιστορίες και χαρτογλυπτικά έργα
Η παρουσίασή του θα γίνει στις 20 Μαΐου στο Πολιτιστικό Κέντρο Μελίνα Μερκούρη
Οι μεγάλες οικονομικές αλλαγές της τελευταίας πενταετίας μετασχηματίζουν την παγκόσμια οικονομία σε βαθμό που να υπονομεύουν τη φιλελεύθερη διεθνή οικονομική και γεωπολιτική τάξη
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.