- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Δήμητρα Κωτούλα: Η ποίηση, η μητρότητα και τα σκοτάδια της εφηβείας στη «Λάμια»
Όσο περισσότερο συζητιέται η ποίηση, τόσο το καλύτερο για όλους
Δήμητρα Κωτούλα: Η κάτοχος του φετινού Κρατικού Βραβείου Ποίησης μιλά για τη «Λάμια», την εφηβεία και τη λυτρωτική δύναμη της τέχνης
«Λάμια»: μυθολογική βασίλισσα της Λιβύης, που έγινε δαίμονας και καταβρόχθιζε παιδιά· η Ήρα την καταδίκαζε να μην κοιμάται και, για να τη λυτρώσει, ο Δίας τής επέτρεψε να μπορεί να βγάζει τα μάτια της για να ξεκουραστεί και να τα ξαναβάζει. Στις σύγχρονες λαϊκές δοξασίες, η Λάμια είναι περισσότερο ένα απροσδιόριστο δαιμονικό, που συχνά παίρνει τη μορφή όμορφης γυναίκας για να ξελογιάσει άντρες και να κοροϊδέψει παιδιά και γυναίκες, πάντα με σκοπό ανθρωποφαγικό· ένα πλάσμα που μεταμορφώνεται και ξεγλιστρά.
Πώς να μην αναρωτηθώ, λοιπόν, γιατί διάλεξε η Δήμητρα Κωτούλα τον τίτλο αυτό σ’ ένα βιβλίο που ασχολείται, κατ’ εξοχήν, με τη σχέση μητέρας-κόρης; Ένα βιβλίο-μουσική σύνθεση, όπου η ποιήτρια-μαέστρος, η μητέρα, ενορχηστρώνει φωνές διαφορετικών ανθρώπων για να αποτυπώσει την εξέλιξη του παιδιού της: το πώς ανακαλύπτει κι αντιμετωπίζει τον κόσμο καθώς μεγαλώνει, πώς τον νοηματοδοτεί, τον χαίρεται ή τον αποστρέφεται.
Μια συζήτηση με τη Δήμητρα Κωτούλα για τη μητρότητα, τη μεταμόρφωση και την τέχνη
— Γιατί αυτός ο τίτλος, Δήμητρα, το όνομα ενός λαϊκού δαίμονα, σ’ ένα βιβλίο που ασχολείται κατ’ εξοχήν με τη σχέση μητέρας-κόρης;
Ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο όταν η κόρη μου ήταν μικρή. Γράφω, όμως, αρκετά αργά, επιμελούμαι τα ποιήματά μου σε βαθμό σχεδόν εκνευριστικό, και κάποια στιγμή εκείνη μπήκε στην εφηβεία. Ξαφνικά είχα μπροστά μου μια ύπαρξη που μεταμορφωνόταν από ώρα σε ώρα. Τη μια ήταν το κοριτσάκι που είχα όταν ήταν μικρή, μετά γινόταν ένα ξέφρενο πλάσμα που δεν ήξερα σε πιο φύλο θα μπορούσα να το τοποθετήσω, μετά ένα τρομερό αγοροκόριτσο που έτρεχε με τ’ αγόρια στο ποδόσφαιρο, στο μπάσκετ, και μια με αποκαλούσε γλυκά «μανούλα μου», μια δεν μπορούσες να την πλησιάσεις… Και στο δικό μου σύμπαν, η Λάμια είναι μια μορφή απροσδιόριστη σχεδόν, ένα ακαθόριστο πλάσμα που σαγηνεύει τους άλλους, και ταυτόχρονα ένα θανατηφόρο τέρας που παρασέρνει και δαγκώνει. Ήταν τόσο ακραίες οι μεταμορφώσεις της ύπαρξης αυτής που είχα φέρει στον κόσμο, που μου ήρθε σχεδόν φυσικά ο τίτλος. Δεν ξέρω, ίσως και να κρύβεται εδώ μια ανομολόγητη επιθυμία να το ξορκίσω όλο αυτό, το παιδί μου να παραμείνει το παιδάκι που ήξερα κάποτε. Γιατί κάποια στιγμή χρειάστηκε να ξανασυστηθούμε η μία στην άλλη, με καινούργιους όρους, με τους δικούς της όρους αυτή τη φορά.
— Δεν είναι σαν να ζεις μια δεύτερη ζωή όταν μεταμορφώνεται τόσο πολύ ένας δικός σου άνθρωπος; (εν τω μεταξύ, το τραγούδι που παίζει από πίσω λέει: «πόσο άλλαξες, πόσο άλλαξα…»). Σαν να σου ανοίγονται πόρτες σε μια νέα ζωή;
Ναι, έτσι είναι. Κι εγώ άλλαξα μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία, αυτή τη διάδραση. Άλλαξαν οι υπαρξιακές συντεταγμένες και των δυο μας. Ανακαλύπτω κι εγώ πτυχές του εαυτού μου που δεν είχα καν υποψιαστεί.
— Άρα το βιβλίο το έγραψες για σένα ή για να το διαβάσει εκείνη στο μέλλον;
Κάθε φορά που εκδίδω ένα βιβλίο το κάνω για να μιλήσω για ένα θέμα που με απασχολεί, για μένα, αλλά σε σχέση με τους άλλους. Για να το κοινοποιήσω, να το εκθέσω στον κόσμο.
— Γιατί;
Όταν έχω κάτι μέσα μου και το πλάθω, αν δεν το εξωτερικεύσω, δεν το βλέπω καλά. Χρειάζομαι αυτή την ανοικείωση, την απόσταση. Να είναι κάτι από μένα, μεν, αλλά όχι πια δικό μου. Έτσι μπορώ να το δω σε όλες του τις διαστάσεις, τους χρωματισμούς. Και να κατανοήσω καλύτερα και τον εαυτό μου όταν το έγραφε – και τώρα που βγήκε. Η διαδικασία της γραφής ολοκληρώνεται όταν φτάνει να αγγίξει τον άλλον· δεν μπορώ να διανοηθώ ότι θα μείνει σ’ εμένα.
— Κοίτα, σύμπτωση· σήμερα το πρωί μόλις διάβαζα στον 6ο τόμο του «Ο αγώνας μου» του Καρλ Ούβε Κνάουσγκορ, τη δική του οπτική στο γιατί γράφει – και μάλιστα γιατί γράφοντας ξεγυμνώνει τον εαυτό του και εκθέτει τους δικούς του ανθρώπους. Διότι είναι μια υπέρβαση των κοινωνικών ορίων, λέει, «που ζουν όλοι, κάτι που είναι κοινό για όλους τους ανθρώπους, που όμως δεν παραδίδεται πουθενά, εκτός από την αυστηρά ιδιωτική σφαίρα». Είναι λες και είναι ένα βάρος που ο καθένας μας κουβαλάει μόνος του. Πράγμα που δεν είναι αλήθεια.
Ναι, είναι κι αυτή μια σοβαρή άποψη. Τώρα τελευταία γράφονται αρκετά τέτοια βιβλία. Κοίταξε, εγώ είχα ορισμένους ενδοιασμούς για τη «Λάμια». Επειδή είναι όντως ένα πολύ ιδιωτικό βιβλίο, περίμενα ότι γενικά δεν θα άρεσε – πόσο μάλλον να πάρει ένα βραβείο. Και σκέφτομαι τώρα ότι είναι αυτό που είπες: ότι μάλλον βρήκαν πολλοί αρκετά οικεία στοιχεία μέσα του. Δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον που να το διαβάζει με προσοχή και να μην αναγνωρίσει έστω και λίγο από τον εαυτό του στον τρόπο, ας πούμε, που η κόρη, μικρούλα, ανακαλύπτει και νοηματοδοτεί τον καινούργιο, λαμπερό κόσμο που ανοίγεται μπροστά της, έτσι όπως το περιγράφεις. Και να έχουμε ξεχάσει πώς ήταν να είσαι παιδί, το θυμηθήκαμε μέσα από τα ποιήματά σου.
Η ποίηση ανάμεσα στο ιδιωτικό βίωμα και τη δημόσια σφαίρα
— Γιατί οι εκδότες σου κι εσύ νιώσατε ότι πρέπει να αντιπαραβάλετε την ιδιωτικότητα του βιβλίου με την Ιστορία; Τα ποιήματα, γράφει το οπισθόφυλλο, «φαίνονται να μένουν έξω από την ιστορία […] όμως τα ποιήματα αυτά γίνονται μάρτυρες σ’ εκείνες τις αυστηρά ιδιωτικές στιγμές που τρέφουν τον ηρωισμό προτού αυτός μετατεθεί στη δημόσια αρένα εκκολάπτοντας ιστορικά το όποιο “θαύμα”». Γιατί δεν μιλάτε απενοχοποιημένα για μια ποίηση «ιδιωτική» και νιώθετε την ανάγκη να υπάρχει αντίστιξη με την Ιστορία;
Γιατί τόσο εγώ όσο και η «οικογένεια» στις εκδόσεις Πατάκη, που με στηρίζει χρόνια και ποικιλοτρόπως, θέλαμε να γίνει κατανοητό ότι με απασχολούσε το κατά πόσο το ιδιωτικό σύμπαν και οι εμπειρίες του έχουν αντίκτυπο στον δημόσιο χώρο: όταν το παιδί αυτό βγει (όσο μπορέσει) από το κουκούλι της σχέσης μαμάς-παιδιού και μπει στον έξω κόσμο, θα μείνει κάτι απ’ όλα αυτά που έζησε; Την ανάγκη για δημιουργικότητα, το πείσμα και την ανθεκτικότητα στο «κακό» και το δυστοπικό, τη φαντασία, το παιχνίδι; Θεωρώ πως, όσο πιο έντονα ζήσει κανείς ως παιδί και όσο πιο πολύ φροντίσουν οι οικείοι του να του αφήσουν ελευθερία και αέρα να ξεδιπλώσει όλες τις δυνατότητες που δυνάμει φέρει μια παιδική/εφηβική ύπαρξη, τόσο περισσότερο θα κάνει τη διαφορά όταν βγει στον κόσμο. Και θέλω αυτή η πεποίθησή μου να αποτυπωθεί – γιατί ενώ η παιδική/εφηβική ηλικία στο βιβλίο αυτό είναι ένας κλειστός χώρος, η ποίηση έχει και τον ρόλο να σχολιάζει το δημόσιο, το πέρα-από-το-ιδιωτικό-βάσανο. Το βιβλίο δεν αφορά τόσο τη συνθήκη της μητρότητας, όσο την ανθρώπινη συνθήκη γενικώς, στο στάδιο που αυτή διαμορφώνεται: τα μπαγκάζια, δηλαδή, που θα κουβαλήσουμε και θα αποθέσουμε δημοσίως όταν μεγαλώσουμε.
— Κατά κάποιον τρόπο, λοιπόν, πηγαίνοντας πίσω σ’ αυτά που λέγαμε πριν, είναι κι ένα βιβλίο που θα σε βοηθήσει να κρατήσεις στιγμιότυπα-αναμνήσεις από την εποχή που το παιδί σου δεν είχε «εισέλθει ακόμα στον κόσμο». Ανάμεσα σ’ αυτά, όμως, υπάρχουν και σκοτεινά σημεία: μιλάς για τον Αύγουστο που θα έρθει στο μέλλον κι εσύ δεν θα είσαι πια εκεί· μιλάς για την απώλεια, την απουσία, τον θάνατο.
Προσπάθησα να καλύψω όλες τις αποχρώσεις του φάσματος που λέγεται «ζωή». Στην εφηβεία, μάλιστα, αυτό το πράγμα κάνει κάθε παιδί με τον τρόπο του: εκφράζει αυτό το σκοτάδι που έχει ο άνθρωπος, γιατί ακριβώς τότε το συνειδητοποιεί και προσπαθεί να το αντιμετωπίσει. Επομένως, στην εφηβεία καλείται να είναι γενναίο και, πιθανόν, να μεταμορφωθεί με διάφορους τρόπους, σε διάφορους ρόλους, μέχρι να βρει πού είναι η δική του ισορροπία. Αυτό είναι επώδυνο για το ίδιο το πλάσμα αλλά και για τους γύρω του, που το παρατηρούν και καλούνται, με τη σειρά τους, να επινοήσουν πλευρές του εαυτού τους για να μπορέσουν να συγχρονιστούν μαζί του.
— Εσύ πότε βρήκες τη δική σου ισορροπία;
Πολύ μεγάλη! Η δική μου εφηβεία δεν είχε τις εκρήξεις της εφηβείας του παιδιού μου. Βρήκα υπαρξιακές ισορροπίες πολύ αργά, τα χρόνια που ήμουν στο εξωτερικό, στις μεταπτυχιακές και διδακτορικές μου σπουδές: τότε επινόησα τρόπους για να καταφέρω να αντιμετωπίσω τα σκοτάδια του εαυτού μου, ώστε να μπορέσω να ισορροπήσω. Η αγάπη μου για την τέχνη και την ποίηση έπαιξε καθοριστικό ρόλο σ’ αυτό.
— Με ποιον τρόπο;
Ήταν το εργαλείο που είχα στη διάθεσή μου για να αντιμετωπίσω τα σκοτάδια μου. Ο τρόπος να ανασυστήσω τον εσωτερικό μου κόσμο αλλά και να απευθυνθώ στον κόσμο εκεί έξω. Είχα πάντοτε μια ευκολία με τις λέξεις και με τη γραφή· άλλος το επιχειρεί με τη μουσική. Άλλοι μπορούν να ισορροπήσουν, ακόμα και προσλαμβάνοντας τα έργα των άλλων· δεν χρειάζεται όλοι να δημιουργούμε, αλλά γι’ αυτό έχει σημασία να εξωτερικεύεται το έργο που πλάθουμε, η δουλειά δηλαδή που κάνουμε με τον εαυτό μας να ανακοινώνεται. Γιατί ο καθείς μας προσλαμβάνει ένα έργο με τον δικό του τρόπο. Άρα και το ποίημα ολοκληρώνεται στον εκάστοτε αναγνώστη, αυτό που έλεγα πριν. Αυτή είναι και η λειτουργία της τέχνης: ότι η πρόσληψή της και μόνο μπορεί να λυτρώσει.
— Εσένα σε έχει λυτρώσει ποίημα άλλου ποιητή;
Ω ναι, πάρα πολλά. Ιαματικά για μένα ήταν τα πρώιμα έργα του Σεφέρη, ο «Ερωτικός Λόγος», το «Μυθιστόρημα». Ηχούσαν μέσα μου θεραπευτικά, μαγικά, όπως μερικές μουσικές: κάποιες μελωδίες της Καραΐνδρου, η μουσική του Ζμπίγκνιεφ Πράισνερ για την κινηματογραφική τριλογία του Κισλόφκσι «Τρία χρώματα». Αλλά τα έργα του λόγου, για να επιστρέψουμε σ’ αυτά, δεν χρειάζεται να είναι πράγματα «ποιητικά». Λυτρώθηκα διαβάζοντας και το έργο της φιλοσόφου Σιμόν Βέιλ, κυρίως το «Η βαρύτητα και η χάρη», τα «Ημερολόγια» της Τσβετάγιεβα, τα «Κύματα» της Γουλφ, τις μεταφράσεις της Γιουρσενάρ, τον Σιοράν, τους Ψαλμούς στη μετάφραση του Κάλβου… Η ποίηση είναι απλώς μια πτυχή, μεταξύ άλλων, της δημιουργικότητας του ανθρώπινου νου.
— Πες μου τώρα και για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Πώς ένιωσες όταν το έμαθες;
Χάρηκα πάρα πολύ! Δεν το περίμενα καθόλου κι ευχαριστώ θερμά τα μέλη της σχετικής επιτροπής. Εν αντιθέσει με αυτό που συνήθως λέγεται, θεωρώ ότι τα βραβεία και οι βραβεύσεις μόνο καλό μπορούν να κάνουν αν αντιμετωπίζονται σωστά, γιατί προσφέρουν ορατότητα στο σύνολο της ποίησης: ξεκινούν –ή τουλάχιστον έτσι θα πρέπει να συμβαίνει– διαφωνίες για το κατά πόσο ένα βιβλίο άξιζε ή δεν άξιζε να βραβευτεί, κατά πόσο τα βιβλία στις λίστες προσφέρουν πραγματικά στην ελληνική λογοτεχνία. Μακάρι να υπήρχαν περισσότεροι τόποι να συζητούμε την ποίηση. Οι βραχείες λίστες και τα βραβεία είναι μια αφορμή να ποτιστεί ένα τοπίο άνυδρο ποιητικά, να συζητηθεί η ποίηση σε εφημερίδες, έντυπα, ραδιόφωνο. Γκρινιάζουμε αν είναι δίκαια ή άδικα… Ωραία, ας ανοίξει ο διάλογος! Όσο περισσότερο ενσωματώνεται η ποίηση στις καθημερινές συνθήκες της ζωής μας, τόσο περισσότερο κέρδος έχουμε και εμείς και η ποίηση. Όλοι μας γνωρίζουμε τα δύο Νόμπελ που έχουμε πάρει· θα ήξερε το ευρύ κοινό τον Σεφέρη και τον Ελύτη αν δεν είχαν βραβευτεί; Ό,τι βοηθά στο να ακουστεί περισσότερο η ποίηση αποφέρει κέρδος για όλους.
→ Η Δήμητρα Κωτούλα (Ξάνθη, 1974) έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές. Ποιήματα, δοκίμια και μεταφράσεις της, κυρίως των σύγχρονων Αμερικανίδων ποιητριών Louise Glück, Jorie Graham και Sharon Olds, έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε δεκατρείς γλώσσες. Η ανθολογία ποιημάτων της που κυκλοφόρησε στην Αμερική, σε μετάφραση της Ελληνο-Αμερικανίδας ποιήτριας Μαρίας Νάζος και με πρόλογο της A.S. Stallings, παρουσιάστηκε στο TLS, συμπεριλήφθηκε στη λίστα του βραβείου Runciman και σταθερά προτείνεται από την Poetry Society of America. Δείγματα της νέας της δουλειάς πάνω στην Ιλιάδα του Ομήρου παρουσιάστηκαν πρόσφατα σε τιμητική εκδήλωση για τα 80 χρόνια των ιστορικών εκδόσεων Penguin Classics. Εργάζεται ως αρχαιολόγος/ιστορικός τέχνης στο Υπουργείο Πολιτισμού.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Όσο περισσότερο συζητιέται η ποίηση, τόσο το καλύτερο για όλους
Το βιβλίο συγκεντρώνει ογδόντα ποιήματα — «οδόσημα μιας πορείας», όπως τα χαρακτήριζε ο ίδιος ο ποιητής
Η συγκλονιστική αυτοβιογραφική μαρτυρία της γυναίκας που μετέτρεψε μια προσωπική φρίκη σε παγκόσμιο σύμβολο αντίστασης απέναντι στην κουλτούρα βιασμού
Το τέλος, η ασθένεια και η εναλλασσόμενη κοινωνική πραγματικότητα
«Η ζωή είναι γεμάτη απροσδόκητα - το θέμα είναι πώς τα αντιμετωπίζεις», λέει στην Athens Voice ο επίτιμος πρόεδρος του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας
Η επιστημονική φαντασία δεν προβλέπει μόνο το μέλλον αλλά καθρεφτίζει και το παρόν
Με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου του Θανάση Δρίτσα, «Θεραπευτικές Ιστορίες: Τετράδιο Ασκήσεων Ποιητικού Λόγου»
Γραμμένο τον ενδέκατο αιώνα, το μυθιστόρημα αποτελεί μια υπερπολύτιμη πηγή πληροφοριών για την Αυλική ζωή της περιόδου Χεϊάν
Η προσωπική δοκιμασία, η δημόσια διαπόμπευση και ένα βιβλίο που καταγράφει τη ζωή πίσω από τα κάγκελα
Ο πολυγραφότατος Βρετανός δημιουργός Άντονι Χόροβιτς αποκαλύπτει ότι βασίζεται συχνά στην τεχνητή νοημοσύνη
Ένα εξαιρετικό νέο βιβλίο, μια πολυεπίπεδη ανατομία της πόλης μέσα από 45 ιστορίες και χαρτογλυπτικά έργα
Η παρουσίασή του θα γίνει στις 20 Μαΐου στο Πολιτιστικό Κέντρο Μελίνα Μερκούρη
Οι μεγάλες οικονομικές αλλαγές της τελευταίας πενταετίας μετασχηματίζουν την παγκόσμια οικονομία σε βαθμό που να υπονομεύουν τη φιλελεύθερη διεθνή οικονομική και γεωπολιτική τάξη
Το νέο βιβλίο του Ομότιμου Καθηγητή κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Quaestor
Mapping the Walk: Ένα μονοπάτι που ανθίζει σε κάθε σελίδα
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Πατάκη
Το βιβλίο του Ξενοφώντος Κοντιάδη «Δωσίλογοι και Ονειροπόλοι» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Τόπος
Το μυθιστόρημα «Το κρυφτό» του Søren Sveistrup (μετάφραση Βαγγέλης Γιαννίσης, Εκδόσεις Διόπτρα), κυκλοφορεί στις 6 Μαΐου
Η Μπάνου Μουστάκ αναφέρεται στην ιδιαίτερη θέση της γυναίκας στον κόσμο του Ισλάμ της Ινδίας
Αυτό το βιβλίο να το διαβάσετε, γιατί μπορεί να σας σώσει. Αν θέλετε να σωθείτε – κι αν αντέχετε να σωθείτε.
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.