- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Sebastian Fitzek, «Playlist»: Αποκλειστική προδημοσίευση
«Playlist»: Το νέο ψυχολογικό θρίλερ του Sebastian Fitzek κυκλοφορεί στις 22 Απριλίου από τις Εκδόσεις Διόπτρα
Η μουσική είναι η ζωή της. Δεκαπέντε τραγούδια δείχνουν πόση τής απομένει…
Το μυθιστόρημα «Playlist» του Sebastian Fitzek (432 σελίδες, σκληρόδετο εξώφυλλο, μετάφραση Ειρήνη Γεούργα), κυκλοφορεί στις 22 Απριλίου από τις Εκδόσεις Διόπτρα. Διαβάστε παρακάτω ένα απόσπασμα — μια αποκλειστική προδημοσίευση για την ATHENS VOICE:
«Να σε πάλι», είπε η γυναίκα που ονομαζόταν Ταμπία και η Φελίνε ευχόταν να μην υπήρχε παρά μόνο στους εφιάλτες της. Ωστόσο ήταν ακόμη εκεί. Η χλωμή και μικροκαμωμένη μαυ-ρομάλλα με το κοντό καρέ και τις αφέλειες που θύμιζαν κράνος και την έκαναν να μοιάζει με φιγούρα Playmobil. Ήταν η δεύτερη φορά που η Φελίνε συνερχόταν από λήθαργο σ’ εκείνη τη φυλακή και βρισκόταν κοντά στην παράξενη σύντροφό της στον πόνο, η οποία ήταν τρελή σαν ιγκουάνα που έχει πάρει κρακ, όπως θα έλεγε και ο φίλος της ο Όλαφ. Ο καλύτερός της φίλος, που δεν μπορούσε πια να τη βοηθήσει ακόμα κι αν το ήθελε.
Από την πρώτη φορά –από το ξύπνημα μετά την απαγωγή της– η Φελίνε είχε μόνο αποσπασματικές αναμνήσεις. Θυμόταν κάποιον που της είχε στήσει ενέδρα κοντά στον σταθμό του ηλεκτρικού Νίκολασζεε, στο μικρό δασικό μονοπάτι που συνήθιζε να παίρνει για να κόψει δρόμο όταν πήγαινε με το ποδήλατο. Ο μουσάτος με τον σκούφο κατεβασμένο χαμηλά στο πρόσωπό του της είχε φωνάξει ότι της είχε πέσει το κασκόλ από το καλαθάκι του ποδηλάτου και η Φελίνε είχε σταματήσει για να το ελέγξει. Αυτό είχε σφραγίσει τη μοίρα της. Είχε ακούσει έναν θόρυβο, το ράγισμα ενός κλαδιού κάτω από μια
βαριά μπότα. Πριν προλάβει να στραφεί, ένιωσε ένα χέρι να της σκεπάζει το στόμα, μετά την αψιά μυρωδιά στη μύτη της κι έπειτα όλα σκοτείνιασαν.
Όταν συνήλθε, φορούσε, όπως η Ταμπία, ένα τραχύ νυχτικό που έδενε πίσω στην πλάτη. Όπως διαπίστωσε πολύ σύντομα, εκεί κάτω δεν υπήρχαν άλλα ρούχα για ν’ αλλάξει. Ο απαγωγέας της (ή μήπως ήταν περισσότεροι από έναν;) είχε τουλάχιστον προνοήσει για προϊόντα υγιεινής, όπως οδοντόβουρτσα, οδοντόκρεμα, σαμπουάν. Και ευτυχώς για μια κουρτίνα πίσω από την οποία βρισκόταν η χημική τουαλέτα.
Ένιωσε αναγούλα καθώς συνειδητοποιούσε σιγά σιγά την αδιέξοδη κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Ένας άγνωστος την είχε σύρει σε μια φυλακή, την οποία έπρεπε να μοιραστεί με μια παράξενη, αν όχι εντελώς σαλεμένη, άγνωστη, και την είχε γδύσει ενώ ήταν αναίσθητη.
Και τώρα ήταν η δεύτερη φορά.
Δίπλα της καθόταν πάλι η σύντροφός της στην ομηρία. Και πάλι η Φελίνε ένιωθε το χέρι της στο μέτωπό της σαν ψόφιο ψάρι. Της ζήτησε να σταματήσει να της χαϊδεύει το κεφάλι και η Ταμπία, που σίγουρα ήταν είκοσι χρόνια μεγαλύτερή της, κατέβηκε από το υπερυψωμένο κρεβάτι μουτρωμένη σαν μικρό παιδάκι.
Η Φελίνε ανακάθισε, κοίταξε γύρω της και αυτό που είδε την έκανε να νιώσει ακόμα μεγαλύτερη αναγούλα.
Μπαμπά, μ’ έστειλες πίσω σ’ αυτή την τρύπα. Και τίποτα δεν έχει αλλάξει.
Αυτό που έκανε εκείνο το μέρος ανυπόφορο δεν ήταν η έλλειψη παραθύρων, αλλά η ύπαρξη όλων των υπόλοιπων πραγμάτων: υπήρχε ένα γκρι χαλί, ένα τραπεζάκι που μπορούσε να ψηλώσει και να μετατραπεί σε τραπέζι φαγητού. Το υπερυψωμένο κρεβάτι βρισκόταν όσο το δυνατόν πιο κοντά στον κοίλο τοίχο. Στο πάνω επίπεδό του είχε χώρο για να κοιμηθούν δυο άτομα. Στο κάτω υπήρχαν εντοιχισμένα ράφια και ντουλάπια, καθώς και ένα πτυσσόμενο κρεβάτι για «φιλοξενούμενους», όπως της είχε εξηγήσει πολύ σοβαρά η τρελή με την οποία ήταν κλεισμένη εκεί μέσα.
Ξύπνησα από ένα κακό όνειρο και βρέθηκα σ’ έναν εφιάλτη, είχε σκεφτεί τότε η Φελίνε, για να συνειδητοποιήσει αμέσως μετά ότι το κοκαλιάρικο πλάσμα με το λεκιασμένο νυχτικό και τα φαγωμένα μέχρι τη ρίζα νύχια δεν ήταν της φαντασίας της. Η Ταμπία ήταν τόσο αληθινή όσο και ο φούρνος μικροκυμάτων πάνω στο έπιπλο της κουζίνας και οι στρογγυλεμένοι τοίχοι της «δεξαμενής».
Δεξαμενή.
Έτσι την αποκαλούσε η Φελίνε, επειδή, αντίθετα από τα κελιά, τα μπουντρούμια και τα παραπήγματα που γνώριζε από τις ταινίες τρόμου, η φυλακή της δεν είχε πόρτα αλλά καπάκι. Μια καταπακτή στη μέση της οροφής, παρόμοια με την είσοδο ενός υποβρυχίου, όπως τη φανταζόταν η Φελίνε. Αιωρούνταν περίπου τρία μέτρα πάνω από το κεφάλι της και, ακόμα κι αν ανέβαινε στο κρεβάτι, δεν μπορούσε να τη φτάσει χωρίς σκάλα. Επίσης, ακόμα κι αν κατάφερνε ν’ αγγίξει με τα ακροδάχτυλά της το θολωτό ατσάλινο καπάκι, πάλι δεν θα κατάφερνε τίποτα, αφού η καταπακτή άνοιγε μόνο απ’ έξω.
Και μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε ανοίξει μόνο μία φορά.
Η βαριά καταπακτή είχε ανοίξει ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση, και μια σχοινένια σκάλα είχε πέσει από το άνοιγμα μέσα στη δεξαμενή. Με ένα σημείωμα στο κάτω σκαλί της, που έγραφε: Φελίνε, θα πάμε μια εκδρομούλα. Φόρα ένα σακί στο κεφάλι σου, έχει μέσα στην ντουλάπα. Μετά ανέβα τη σκάλα. Η Φελίνε είχε υπακούσει. Είχε ανεβεί στα τυφλά τη σκάλα μέχρι που ένα ζευγάρι δυνατά χέρια την είχαν αρπάξει και την
είχαν τραβήξει έξω από τη δεξαμενή. Μετά ο παρανοϊκός, που δεν ήθελε να της πει τι σχέδια είχε, της έκανε μια ένεση. Δεύτερη φορά μέσα σε λίγες μέρες που την αναισθητοποιούσαν. Όταν, ύστερα από μια αιωνιότητα, συνήλθε, βρισκόταν καθισμένη και αλυσοδεμένη μέσα σε ένα φορτηγάκι· βάλθηκε να φτιάχνει με τη φαντασία της τα πιο ζοφερά σενάρια σχετικά με το τι μπορούσε να της συμβεί. Η Φελίνε δεν απέκλειε τίποτα. Βασανιστήρια, πόνο, ακόμα και τον θάνατο. Δεν περίμενε όμως με τίποτα ν’ ανοίξει η πόρτα του βαν και να εμφανιστεί μπροστά της ο πατέρας της.
Που την έστειλε πίσω στην καταδίκη της.
Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της, καθώς σκεφτόταν πόσο κοντά στην ελευθερία είχε βρεθεί.
Γιατί, μπαμπά, γιατί;
Της έκαναν κι άλλη ένεση. Και τώρα βρισκόταν πάλι σ’ εκείνη τη δεξαμενή για μέρες ή βδομάδες, σε κατάσταση απόλυτης απελπισίας, προσπαθώντας ν’ αντέξει και να μη χάσει τα λογικά της.
Δεν υπήρχαν ρολόγια ούτε παράθυρα και δεν μπορούσε να καταλάβει πότε ήταν μέρα και πότε νύχτα. Υπήρχε μόνο μια πηγή φωτισμού, μια σειρά λαμπάκια που κρεμόταν ανάμεσα από το κρεβάτι και το έπιπλο της κουζίνας. Το μοναδικό φως μέσα στο μπουντρούμι, κι αυτό έμενε (όπως και τώρα) σβηστό για ώρες, πιθανώς για να θυμίζει την εναλλαγή της μέρας με τη νύχτα μέσα σ’ εκείνο το σκοτεινό λαγούμι. Η Φελίνε ήταν αναγκασμένη να κάθεται στο σκοτάδι μαζί μ’ εκείνη τη θεότρελη που σε άσχετες στιγμές άρχιζε να ξύνει τον λαιμό και τα χέρια της. Κάθε φορά που την έβλεπε, η Φελίνε ένιωθε κι εκείνη φαγούρα.
Εδώ κάτω δεν θ’ αργήσω να χάσω κι εγώ τα λογικά μου και θα αρχίσω να κάνω κακό στον εαυτό μου σαν την Ταμπία.
Η Φελίνε έκλεισε τα μάτια και βυθίστηκε σ’ έναν σύντομο, ανήσυχο ύπνο, που όμως δεν ήταν αρκετός για να ανακτήσει πλήρως τις δυνάμεις της μετά τις δύο ναρκώσεις. Την ξύπνησαν οι ταλαντώσεις που ανά τακτά διαστήματα δονούσαν τη δεξαμενή. Και οι οποίες προκαλούσαν προφανώς και κάτι άλλο, το οποίο είχε ανακαλύψει τυχαία μια μέρα η Φελίνε. Κάτι που κάποια μέρα μπορεί να σήμαινε για κείνη τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου, αν το χρησιμοποιούσε σωστά.
Ανασηκώθηκε και αφουγκράστηκε το σκοτάδι. Κοιμάται η Ταμπία;
Άκουσε τη ρυθμική αναπνοή της «συγκατοίκου» της, που διακοπτόταν πότε πότε από ένα ροχαλητό. Άπλωσε αθόρυβα το χέρι της και άγγιξε το μυστικό που είχε χώσει κάτω από το στρώμα της κουκέτας στο ύψος του κεφαλιού της.
Ο απαγωγέας της είχε παραβλέψει το ρολόι που ήταν ανάμεσα στα βιβλία, τα μολύβια και τα χαρτιά της στην εσωτερική τσέπη της σχολικής τσάντας της, η οποία βρισκόταν στην ντουλάπα μαζί με τα ρούχα της. Ή μήπως της το είχε αφήσει επίτηδες;
Γιατί να πάρεις κάτι από μιαν όμηρο, αν είναι να της πάρεις έτσι κι αλλιώς σύντομα τη ζωή;
Η Φελίνε τράβηξε την κουβέρτα πάνω από το κεφάλι της πριν πατήσει το κουμπί που φώτιζε την οθόνη του ρολογιού, για να μην την αντιληφθεί η Ταμπία. Δεν είχε εμπιστοσύνη στη συγκρατούμενή της, η οποία έπασχε προφανώς από σύνδρομο της Στοκχόλμης και αναφερόταν στον απαγωγέα της ως
«ο φίλος μου». Η Ταμπία γινόταν όλο και πιο παράξενη κάθε μέρα που περνούσε μέσα στη δεξαμενή. Ξυνόταν όλο και πιο δυνατά, έβγαζε λόγους επαινώντας τον δεσμοφύλακά τους, τον οποίο ήθελε να παντρευτεί και για χάρη του οποίου θα ήταν πρόθυμη μέχρι και να πεθάνει.
Μήπως ήταν απλώς καταπληκτική ηθοποιός; Μήπως την είχε βάλει εκεί μέσα ο απαγωγέας για να παρακολουθεί τη Φελίνε;
Αν ναι, τότε σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να καταλάβει ότι έχω στην κατοχή μου ένα…
«Τι στον διάολο…;»
Η Φελίνε άφησε μια δυνατή κραυγή.
Η φάτσα του Playmobil βρέθηκε ξαφνικά από πάνω της· η τρελή τής είχε τραβήξει την κουβέρτα από το κεφάλι της.
Η Ταμπία τής βούτηξε οργισμένα το ρολόι από τα χέρια. «Τι μου κρύβεις εκεί πέρα, σκατό;»
* * *
ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: Πριν από έναν μήνα, η δεκαπεντάχρονη Φελίνε Γιάγκοβ εξαφανίστηκε, χωρίς ούτε ένα ίχνος, στον δρόμο για το σχολείο. Τώρα, ο ιδιωτικός ερευνητής Αλεξάντερ Τσόρμπαχ, τον οποίο έχει προσλάβει η μητέρα της, κάνει μια παράξενη ανακάλυψη: η playlist της Φελίνε, στην υπηρεσία streaming από την οποία άκουγε μουσική, έχει αλλάξει τις τελευταίες μέρες. Είναι, λοιπόν, ζωντανή; Κι αν ναι, μήπως με την playlist στέλνει ένα κωδικοποιημένο μήνυμα για το πού την κρατούν οι απαγωγείς της; Ο Τσόρμπαχ προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει το μυστήριο της playlist, χωρίς να γνωρίζει ότι η αναζήτηση της Φελίνε και η λύση του γρίφου θα τον βυθίσουν σε έναν φρικιαστικό εφιάλτη. Ένας ανελέητος αγώνας ενάντια στον χρόνο ξεκινά, όπου οι πιθανότητες επιβίωσης όλων των εμπλεκομένων αγγίζουν το μηδέν… Ο Αλεξάντερ Τσόρμπαχ και η Αλίνα Γκρεγκόριεφ, από τα ΜΑΤΙΑ I & II, επανέρχονται σ’ αυτό το καταιγιστικό ψυχολογικό θρίλερ του Sebastian Fitzek, που κάνει το Κακό να ηχεί.
Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Ο Sebastian Fitzek γεννήθηκε το 1971 και είναι ο πιο επιτυχημένος συγγραφέας ψυχολογικών θρίλερ στη Γερμανία. Το πρώτο του μυθιστόρημα, «Η θεραπεία», κυκλοφόρησε το 2006 κι έγινε αμέσως best seller. Έκτοτε τα βιβλία του έχουν κυκλοφορήσει σε 37 χώρες κι έχουν πουλήσει πάνω από 20 εκατομμύρια αντίτυπα διεθνώς, ενώ πολλά έχουν διασκευαστεί για τον κινηματογράφο, την τηλεόραση και το θέατρο. Το 2017 ήταν ο πρώτος Γερμανός συγγραφέας που τιμήθηκε με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Αστυνομικής Λογοτεχνίας. Ο Sebastian Fitzek ζει με την οικογένειά του στο Βερολίνο. «Από τις εκδόσεις Διόπτρα κυκλοφορούν τα βιβλία του: «Το δέμα» (Βραβείο Κοινού στα Βραβεία Public 2019 για το Καλύτερο Μεταφρασμένο Μυθιστόρημα), «Η θεραπεία», «Η θέση 7Α», «Το πείραμα», «Ο τρόφιμος», «Μαθήματα νεκροψίας», «Πείραμα μνήμης», «Τα ψάρια που σκαρφαλώνουν στα δέντρα», «Αναλφάβητος», «Μάτια I: Ο Συλλέκτης», «Μάτια ΙΙ: Ο Κυνηγός», «Το τελεσίγραφο», «Επιβάτης 23», «Mimik», «Η πρόσκληση» και «Το κορίτσι του ημερολογίου».
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
«Playlist»: Το νέο ψυχολογικό θρίλερ του Sebastian Fitzek κυκλοφορεί στις 22 Απριλίου από τις Εκδόσεις Διόπτρα
Η άφθαρτη ιεροτελεστία του χειρόγραφου
Η ποιητική συλλογή κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα
Ντιπ τίποτα δεν μου έμαθαν οι έρωτες, εμένα προσωπικά – αλλά στη Δήμητρα Ζάφειρα έμαθαν διάφορα πράγματα, τα οποία μοιράζεται μαζί μας με το χρήσιμο, τελικά, βιβλίο της.
Η Μάγκυ Κριθαρέλλη έγραψε ένα βιβλίο για τον καπνό, την ιστορία του, και την σύνδεσή του με την Ιστορία της Καβάλας
Burnout: Τι είναι, ποιους χτυπάει, και πώς μπορούμε να απαλλαγούμε από αυτό
Το βιβλίο «Μια βόλτα ρε γαμώτο, μια βόλτα να με κάψει ο Μάρτης – Ιστορίες από το παράθυρο» είναι μικρό αλλά με μεγάλη ψυχή
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Ίκαρος
Βιβλία για κάθε διάθεση: από επιστημονική φαντασία μέχρι βαθιά ανθρώπινες ιστορίες
Η woke ιστορία του Μεσαίωνα από δύο Αμερικανούς ιστορικούς
Τελετουργικές δολοφονίες με αναφορές στα παραμύθια του Άντερσεν συγκλονίζουν την Ευρώπη στο πρώτο μέρος της Τριλογίας των Δολοφόνων
Με το μυθιστόρημα «Η Βιβλιοθήκη των Ανήσυχων Κόσμων» συμμετέχει ενεργά στη συζήτηση για τα οφέλη και τους κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης και προσφέρει άφθονο υλικό για σκέψη
Ένα βιβλίο για τις ανθρώπινες σχέσεις και την εξουσία που μπήκε στα best seller από τον πρώτο κιόλας μήνα
Λίγα λόγια για ένα μυθιστόρημα που δεν μοιάζει με κανένα άλλο (μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου, 320 σελίδες, Εκδόσεις Δώμα)
Mοιράζεται σκέψεις της με αφορμή την έκδοση του «Goatsong»
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Ίκαρος
Ο πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και μεταφραστής μιλάει με αφορμή την επανακυκλοφορία του βιβλίου του «Η πόρτα – Una comedia humana» από τις εκδόσεις Βακχικόν
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.