- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Μάκης Διόγος, «Δύο πέτρες για δοκάρια, κι ένα άδειο κουτάκι»
Μια χορταστική συζήτηση για το ποδόσφαιρο με τον δημοσιογράφο, ραδιοφωνικό παραγωγό και συγγραφέα Μάκη Διόγο, με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο
Όψεις της πόλης, αναμνήσεις, πράγματα που συνέβησαν παλιά, και πράγματα που συμβαίνουν σήμερα γύρω μας. Ημερολογιακές καταχωρίσεις για κάθε χρήση
Γνωριζόμαστε πολλά χρόνια με τον Μάκη Διόγο, είμαστε φίλοι, έχουμε συνεργαστεί, είμαστε και συνομήλικοι, και αμφότεροι είμαστε οπαδοί παιδιόθεν. Ο Μάκης είναι ένας από τους κορυφαίους αθλητικογράφους μας, και μέγας ραδιοφωνικός παραγωγός, με μια αγάπη για το άθλημα που δεν λερώθηκε ποτέ όλα αυτά τα χρόνια που είναι στη δουλειά. Δουλεύει στις αθλητικές εφημερίδες, στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση από το 1982. Σήμερα εργάζεται στο Star Channel και από το 2000 κάνει μεταδόσεις, λέει ιστορίες και βάζει μουσικές στον Sport FM 94,6 και ιντερνετικά από το 2012 στο Amagi Radio και το Music Society Web Radio. Aρθρογραφεί στην Εποχή. Το πρώτο του βιβλίο, «Μικρές Αθλητικές Ιστορίες», εκδόθηκε το 2018 από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις. Τώρα, έβγαλε το δεύτερό του, από τις Εκδόσεις Λογότυπο. Αυτή ήταν και η αφορμή για την κουβέντα που θα διαβάσετε. Τον ευχαριστώ θερμά για την προθυμία και τον χρόνο του. Και βέβαια για τη φιλία του.
Κ.Α.: Αγαπημένε μου Μάκη, ήδη ο τίτλος του βιβλίου σου, «Δύο πέτρες για δοκάρια, κι ένα άδειο κουτάκι», μάς πάει σε μια πολύ πρωταρχική εικόνα του ποδοσφαίρου. Για εσένα, αυτή η εικόνα είναι απλώς μια παιδική ανάμνηση, είναι αισθητική θέση, ή και πολιτική δήλωση απέναντι στο σημερινό επαγγελματικό ποδόσφαιρο;
Μ.Δ.: Έχω παίξει πολλά… ματς στους δρόμους των Πετραλώνων με τέρμα δυο πέτρες και πλαστικές μπάλες ή άδεια κουτάκια. Συχνά-πυκνά έρχεται η ανάμνηση των παιδικών… ποδοσφαιρικών χρόνων. Η κοινωνία προχωράει, η τεχνολογία εξελίσσεται και το ποδόσφαιρο δεν θα μπορούσε να μείνει πίσω. Όμως είναι αλήθεια ότι η υπερεμπορευματοποίηση, τα εκατομμύρια που χορεύουν στις μεταγραφές, οι απρόσιτοι νεόπλουτοι ποδοσφαιριστές έχουν θολώσει την εικόνα του ποδοσφαίρου που μεγαλώσαμε. Ο τίτλος του βιβλίου προσπαθεί να θυμίσει τα αθώα χρόνια της μπάλας που αγαπήσαμε.
Κ.Α.: Το βιβλίο συγκεντρώνει 51 ιστορίες από τα γήπεδα όλου του κόσμου. Πώς έγινε η επιλογή τους; Υπήρχε από την αρχή ένας χάρτης στο μυαλό σου, ή το βιβλίο χτίστηκε σταδιακά, από ιστορία σε ιστορία; Επίσης, από πόσες συνολικά επέλεξες αυτές εδώ;
Μ.Δ.: Είναι περισσότερες από 150 οι ιστορίες που έχουν δημοσιευθεί στην Εποχή. Η επιλογή έγινε με κριτήριο να υπάρχουν ιστορίες από διαφορετικές περιοχές του πλανήτη, από διαφορετικούς ανθρώπους. Να υπάρχει πλουραλισμός. Σίγουρα έμειναν εκτός βιβλίου εξίσου ωραίες, δυνατές ιστορίες.
Κ.Α.: Πολλές από τις ιστορίες που επιλέγεις βρίσκονται μακριά από τα μεγάλα γήπεδα, τα τηλεοπτικά συμβόλαια και τα ονόματα των σούπερ σταρ. Τι είναι αυτό που σε ενδιαφέρει περισσότερο σε αυτές τις «δευτερεύουσες» ιστορίες του ποδοσφαίρου;
Μ.Δ.: Πρώτα και κύρια το ανθρώπινο στοιχείο. Η διαδικασία να παίξει κάποιος (άντρας ή γυναίκα) ποδόσφαιρο, με βασικό κριτήριο αρχικά την ευχαρίστηση του παιχνιδιού και φυσικά τη συμμετοχή στο σύνολο, γιατί μην ξεχνάμε ότι το ποδόσφαιρο είναι το κατεξοχήν ομαδικό άθλημα.
Κ.Α.: Στο βιβλίο το ποδόσφαιρο συναντά τη μετανάστευση, την εργατική τάξη, τον πόλεμο, το γυναικείο κίνημα, τη φτώχεια, την πολιτική αντίσταση. Πότε κατάλαβες ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να διαβαστεί και σαν κοινωνική ιστορία;
Μ.Δ.: Σχετικά νωρίς. Παρακολουθώ ποδόσφαιρο, με τον πατέρα μου αρχικά, από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Όταν βρέθηκα μόνος στις εξέδρες και στη συνέχεια στα δημοσιογραφικά γραφεία, κατάλαβα ότι το ποδόσφαιρο είναι πρώτα απ’ όλα κοινωνικό γεγονός. Από την ιεροτελεστία τού να πάει κάποιος στο γήπεδο, μέχρι τους παράγοντες που αγοράζουν μια ομάδα. Μην ξεχνάμε πόσοι κακοί άνθρωποι χρησιμοποίησαν (και θα το χρησιμοποιούν στο μέλλον…) το ποδόσφαιρο για δικό τους όφελος. Παράλληλα, εκατοντάδες άνθρωποι με μια μπάλα στα πόδια ανέδειξαν κοινωνικά προβλήματα, αγωνίστηκαν για το δίκιο τους, την πατρίδα τους.
Κ.Α.: Γενικά στο βιβλίο υπάρχουν ιστορίες ανθρώπων που «δεν χώρεσαν ποτέ στα στενά όρια του κανονικού». Είναι το ποδόσφαιρο ένας χώρος ένταξης ή ένας χώρος που συχνά αργεί πολύ να αποδεχτεί τη διαφορά;
Μ.Δ.: Στο ποδόσφαιρο του δρόμου παίζουν όλοι. Εντάξει, αυτός που ξέρει λιγότερο κάθεται τέρμα, αλλά έχουν δικαίωμα όλοι στο παιχνίδι. Το σύγχρονο ποδόσφαιρο διαφημίζει ότι είναι ενάντια στους αποκλεισμούς, αλλά θα μου επιτρέψεις να διατηρήσω τις επιφυλάξεις μου.
Κ.Α.: Η Λίλι Παρ είναι μια μορφή που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια του αθλητισμού. Τι σε συγκινεί περισσότερο στη δική της περίπτωση: το ποδοσφαιρικό ταλέντο, η αντοχή της απέναντι στις απαγορεύσεις, ή το γεγονός ότι το γυναικείο ποδόσφαιρο χρειάστηκε δεκαετίες για να αναγνωρίσει τις μεγάλες μορφές του;
Μ.Δ.: Συγκλονιστική μορφή και άγνωστη σε εκατομμύρια φίλους του ποδοσφαίρου δυστυχώς. Με συγκίνησε ότι μια γυναίκα σε ένα εχθρικό περιβάλλον κατάφερε σημαντικά πράγματα με όπλο μια μπάλα. Νομίζω ότι η Λίλι Παρ αξίζει μεγαλύτερη αναγνώριση, όχι μόνο από τους ανθρώπους του ποδοσφαίρου, αλλά γενικότερα από τη σύγχρονη ιστορία της Ευρώπης.
Κ.Α.: Το γυναικείο ποδόσφαιρο γνωρίζει σήμερα τεράστια ανάπτυξη, ύστερα από δεκαετίες υποτίμησης και απαγορεύσεων. Πιστεύεις ότι αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο αφηγούμαστε συνολικά την ιστορία του ποδοσφαίρου;
Μ.Δ.: Ναι, το ποδόσφαιρο γυναικών νομίζω ότι αλλάζει συνολικά την εικόνα του αθλήματος σε όλα τα επίπεδα. Αγωνιστικά νέες ιδέες μπαίνουν τόσο στο προπονητικό κομμάτι, όσο και στο τακτικό. Επίσης η ατμόσφαιρα των αγώνων ποδοσφαίρου γυναικών είναι πολύ πιο αθλητικές και αυτό εκπαιδεύει τους νέους φιλάθλους. Το ποδόσφαιρο γυναικών διατηρεί λίγο από τον ρομαντισμό του παλιού ποδοσφαίρου.
Κ.Α.: Η ιστορία του Τζάστιν Φάσανου, από την άλλη, είναι από τις πιο φορτισμένες στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Πιστεύεις ότι το ποδόσφαιρο έχει αλλάξει ουσιαστικά απέναντι στην ομοφοβία ή απλώς έχει μάθει να μιλά πιο προσεκτικά;
Μ.Δ.: Έχουν γίνει βήματα. Όχι όμως τόσα ώστε να μην κρύβονται οι άνθρωποι. Παλαιότερα στο ποδόσφαιρο πολλοί δεν έκρυβαν μόνο τις σεξουαλικές τους επιλογές, έκρυβαν τις πολιτικές απόψεις, ακόμα και την εθνική τους καταγωγή. Σήμερα, ευτυχώς, έχουν γίνει πολλοί αυτοί-ες που βρίσκουν το θάρρος να μιλήσουν ανοιχτά για τις σεξουαλικές τους προτιμήσεις. Είναι πολλοί, αλλά πρέπει να γίνουν περισσότεροι. Πρέπει όλοι να αποδεχθούμε το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού.
Κ.Α.: Αμήν. Ο Αλία Καμαρά, τώρα, που πέρασε από τη Μόρια για να φτάσει στον Πανιώνιο, φέρνει μέσα στο βιβλίο την προσφυγική εμπειρία. Τι μπορεί να σημαίνει μια μπάλα για έναν άνθρωπο που έχει χάσει τόπο, σπίτι, γλώσσα και κανονικότητα;
Μ.Δ.: Χιλιάδες νέοι άνθρωποι, αγόρια και κορίτσια, κάνουν όνειρα κλοτσώντας μια μπάλα. Το ποδόσφαιρο είναι μια παγκόσμια γλώσσα και πολλές φορές λειτουργεί λυτρωτικά. Για λίγες ώρες αφήνεις τα προβλήματα, ξεχνάς την προσφυγιά, ότι πιθανότατα δεν έχεις ακόμα και ένα πιάτο φαΐ, και προσπαθείς να βάλεις ένα γκολ. Και όταν αυτό συμβεί για λίγα λεπτά είσαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Μακάρι η ζωή μας να ήταν ένα ποδοσφαιρικό ματς…
Κ.Α.: Το βιβλίο ενδιαφέρεται πολύ για την ήττα, ιδίως για τον ηττημένο που διατηρεί την αξιοπρέπειά του. Πώς γίνεται και το ποδόσφαιρο παράγει τόσο δυνατές ιστορίες ηττημένων;
Μ.Δ.: Γιατί, όπως ξέρεις και εσύ, το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι που νικάει μόνο ένας. Υπάρχει βέβαια και η ισοπαλία, αλλά η νίκη είναι αυτή που σε ανεβάζει στα ουράνια. Αυτή λοιπόν η χαρά της νίκης δίνει στον ηττημένο αξία. Στο ποδόσφαιρο δεν υπάρχει μια ήττα. Μπορείς να χάσεις στο 90 με 1-0, μπορείς όμως και να συντριβείς από μια πολύ ανώτερη ομάδα. Όμως και στις δυο περιπτώσεις η γεύση είναι πικρή. Πρέπει λοιπόν να βρεις τη δύναμη να σηκωθείς και ν προσπαθήσεις την επόμενη φορά να είσαι εσύ ο νικητής.
Κ.Α.: Έχεις ζήσει το ποδόσφαιρο και σαν ρεπόρτερ και σαν φίλαθλος. Όταν γράφεις τέτοιες ιστορίες, ποια ιδιότητα προηγείται;
Μ.Δ.: Κάνω έρευνα, ψάχνω σάιτ και σελίδες ομάδων. Γράφω σαν δημοσιογράφος που θέλει να φτιάξει ιστορίες που θα αρέσουν σε φιλάθλους. Νομίζω ότι ικανοποιώ και τις δυο πλευρές του εαυτού μου!
Κ.Α.: Σήμερα το ποδόσφαιρο είναι ταυτόχρονα λαϊκό παιχνίδι και παγκόσμιο προϊόν. Πού τελειώνει η γοητεία του θεάματος και πού αρχίζει η απώλεια της παλιάς λαϊκότητάς του;
Μ.Δ.: Ωραίο ερώτημα. Νομίζω ότι το σύγχρονο ποδόσφαιρο έχει χάσει τη λαϊκότητά του λόγω των ποδοσφαιριστών. Τι εννοώ. Μέχρι τη δεκαετία του ’90 ο ποδοσφαιριστής, σε όλες σχεδόν τις χώρες, ήταν ο ήρωας της διπλανής πόρτας. Στην Αγγλία το απόγευμα θα τον έβλεπες να πίνει μπίρα στην παμπ, στην Αργεντινή μετα το ματς θα έψηνε με την οικογένεια, στην Ιταλία θα τον συναντούσες σε μια τρατορία, στην Ελλάδα στην καφετέρια της πόλης. Αυτό δυστυχώς έχει χαθεί. Οι ποδοσφαιριστές σήμερα έχουν γίνει σαν τους σταρ του Χόλιγουντ. Πολύ πλούσιοι και απρόσιτοι για τον μέσο οπαδό. Σήμερα ο Μέσι, ο Ρονάλντο, ο Εμπαπέ δεν θα πάνε ποτέ να παίξουν σε ένα λασπωμένο γήπεδο, όπως το 1985 ο Ντιέγκο Μαραντόνα πήρε τη Νάπολη και έπαιξαν στο λασπωμένο τερέν της Ατσέρα για να συγκεντρωθούν χρήματα για τον μικρό (τότε) Λούκα Κουάρτο.
Κ.Α.: Το VAR, τα data, οι αλγόριθμοι, οι αναλύσεις απόδοσης, οι παγκόσμιες πλατφόρμες έχουν αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε ποδόσφαιρο. Έχει γίνει το παιχνίδι πιο κατανοητό ή λιγότερο μυστηριώδες;
Μ.Δ.: Έχει γίνει καταναλωτικό προϊόν για τηλεθεατές. Το VAR και όλα τα σύγχρονα μέσα αφορούν κατά 95% τους τηλεθεατές. Όταν είσαι στο γήπεδο βλέπεις μόνο τον διαιτητή να πηγαίνει σε μια οθόνη. Στο σπίτι σου όμως έχεις τα πάντα. Τα πλάνα, τις γραμμές του οφσάιντ, ό,τι συμβαίνει στην αίθουσα του VAR. Τα μεγάλα έσοδα, παγκοσμίως, έρχονται από τους τηλεοπτικούς παρόχους και έτσι οι αρχές του ποδοσφαίρου μετατρέπουν το άθλημα σε… τηλεοπτικό προκειμένου να ικανοποιήσουν αυτούς που χορηγούν οικονομικά τις διάφορες διοργανώσεις.
Κ.Α.: Κλασικά πράγματα. Πες μου κάτι άλλο. Γιατί το ποδόσφαιρο έγινε η πιο παγκόσμια γλώσσα του 20ού και του 21ου αιώνα; Τι είχε αυτό το παιχνίδι που δεν είχαν, στον ίδιο βαθμό, άλλα αθλήματα;
Μ.Δ.: Γιατί είχε πάθος, δύναμη, εναλλαγή συναισθημάτων και κυρίως είχε κοινωνικότητα. Στο ποδόσφαιρο χρειάζεται ομαδικότητα, χρειάζεται ταλέντο, αλλά και μυαλό. Δύναμη, εξυπνάδα, υπομονή, τύχη αλλά και πονηριά. Ό,τι δηλαδή χρειάζεται ένας άνθρωπος για να πορευτεί στην καθημερινή ζωή. Το ποδόσφαιρο γεννήθηκε στα διαλείμματα των εργοστασίων της Αγγλίας. Ήταν η ευκαιρία για ξεκούραση και διασκέδαση. Τυχαίο;
Κ.Α.: Δε νομίζω. Τώρα, το ποδόσφαιρο ταξίδεψε και εδραιώθηκε σε κάθε γωνιά της γης, αλλά παντού παίρνει τοπικά χαρακτηριστικά. Άλλο το βρετανικό εργατικό γήπεδο, άλλο η λατινοαμερικανική εξέδρα και τρέλα, άλλο το βαλκανικό πάθος, άλλο η αφρικανική γιορτή. Ποια ποδοσφαιρική κουλτούρα σε έχει γοητεύσει περισσότερο;
Μ.Δ.: Αναμφισβήτητα το αγγλικό ποδόσφαιρο. Ακόμα και σήμερα που έχει «σιδερωθεί», καθώς οι ομάδες έχουν περάσει σε χέρια Αράβων, Ταϊλανδών, Αμερικάνων κ.ά., και που έχει γίνει ένα σπορ πολύ ακριβό και η αγγλική εργατική τάξη δεν μπορεί να το παρακολουθήσει (γι’ αυτό και τα γήπεδα της Γ΄ και Δ΄ κατηγορίας Αγγλίας γεμίζουν με χιλιάδες ανθρώπους που αναζητούν το ποδόσφαιρο που αγάπησαν), ακόμα και τώρα διατηρεί μια σπίθα από την παλιά καλή εποχή με τις θύρες των ορθίων, τα λασπωμένα γήπεδα και τους παίκτες με τα μακριά μαλλιά και τις φαβορίτες!
Κ.Α.: Οι οπαδοί συχνά λένε ότι η ομάδα τους είναι οικογένεια, πατρίδα, παιδική ηλικία, γειτονιά. Γιατί το ποδόσφαιρο φορτώνεται με τόσο συναίσθημα;
Μ.Δ.: Γιατί είναι όλα αυτά που περιέγραψες. Πας στο γήπεδο με τον πατέρα σου, με τους φίλους και τους συμμαθητές σου. Μετά μεγαλώνεις και αλλάζεις ρόλο. Γίνεσαι εσύ αυτός που παίρνεις τους μικρούς σου μαζί. Η ομάδα σε δένει με άλλους, αγνώστους που με τα χρόνια γίνονται όχι απλά γνωστοί, γίνονται οι δικοί σου άνθρωποι. Όλα αυτά γίνονται με την ψυχή, με την καρδιά, με συναίσθημα.
Κ.Α.: Σε πολλές χώρες, το γήπεδο υπήρξε χώρος έκφρασης ανθρώπων που δεν είχαν εύκολα δημόσιο λόγο. Ισχύει ακόμη αυτό ή οι σύγχρονες διοργανώσεις έχουν εξουδετερώσει μεγάλο μέρος αυτής της αυθεντικότητας;
Μ.Δ.: Κάποτε τα ποδοσφαιρικά γήπεδα όντως ήταν χώροι μαζικής έκφρασης απόψεων και διεκδικήσεων. Σήμερα τα social media έχουν αλλάξει τη ζωή των ανθρώπων. Ο καθένας μπορεί να έχει λίγα (ή πολλά) λεπτά δημοσιότητας, να καταθέσει απόψεις και να κινητοποιήσει άλλους ανθρώπους. Παρ’ όλα αυτά στα γήπεδα συχνά-πυκνά οι άνθρωποι εκφράζουν τις απόψεις τους.
Κ.Α.: Πώς βλέπεις τη σχέση ποδοσφαίρου και πολιτικής; Μπορεί το ποδόσφαιρο να μείνει έξω από την πολιτική, ή αυτό ήταν πάντα μια βολική ψευδαίσθηση;
Μ.Δ.: Ναι, ήταν μια βολική ψευδαίσθηση, Κυριάκο. Κράτη, κυβερνήσεις, κόμματα, οργανώσεις χρησιμοποίησαν το ποδόσφαιρο για να περάσουν τα δικά τους «θέλω». Το ποδόσφαιρο δεν μπορεί να μείνει έξω από την πολιτική γιατί είναι δεμένο με την καθημερινή ζωή.
Κ.Α.: Τα μεγάλα τουρνουά πουλάνε συχνά την ιδέα της παγκόσμιας ενότητας. Την ίδια στιγμή συνδέονται με χρήμα, με αυταρχικά καθεστώτα, με εργασιακή εκμετάλλευση, και προφανώς—εξ ορισμού— με την εμπορευματοποίηση. Πώς κρατά κανείς την αγάπη για το παιχνίδι χωρίς να κλείνει τα μάτια σε όλα αυτά;
Μ.Δ.: Η ισορροπία αυτή αποτελεί τη μεγαλύτερη υπαρξιακή κρίση του σύγχρονου ποδοσφαιρόφιλου. Η λύση δεν είναι η άρνηση της πραγματικότητας, αλλά ο διαχωρισμός του αθλήματος από τους παράγοντες. Το ποδόσφαιρο ανήκει στους ποδοσφαιριστές και στους οπαδούς, όχι στη FIFA ή στα fund. Ό,τι και να γίνει, η ομορφιά ενός γκολ δεν ακυρώνεται από τη διαφθορά της ομοσπονδίας. Βέβαια πολλοί στρέφουν την προσοχή τους στο τοπικό, ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο, αλλά όπως και να το κάνουμε ένα παγκόσμιο κύπελλο, ένας τελικός Τσάμπιονς Λιγκ πάντα έχει μια λάμψη.
Κ.Α.: Ποια είναι η μεγαλύτερη παρανόηση που έχουν οι άνθρωποι που δεν αγαπούν το ποδόσφαιρο για όσους το αγαπούν;
Μ.Δ.: Όσα χρόνια και να περάσουν, η μεγαλύτερη παρανόηση είναι ότι η αγάπη για το ποδόσφαιρο είναι απλώς μια πεζή εμμονή με 22 μαντράχαλους που κυνηγούν μια μπάλα. Δυστυχώς όσοι δεν ασχολούνται με το ποδόσφαιρο συχνά βλέπουν μόνο το επιφανειακό αθλητικό κομμάτι, χάνοντας την ουσία τού τι σημαίνει να είσαι φίλαθλος και τι ρόλο έχει το ποδόσφαιρο στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Κ.Α.: Μετά από τόσα χρόνια αθλητικής δημοσιογραφίας, τι εξακολουθεί να σε εκπλήσσει στο ποδόσφαιρο;
Μ.Δ.: Ειλικρινά, Κυριάκο, πλέον δεν με εκπλήσσει τίποτα, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για το ελληνικό πρωτάθλημα. Και είναι κρίμα γιατί οι Έλληνες φίλαθλοι αξίζουν ένα καλύτερο ποδόσφαιρο.
Κ.Α.: Ο Πανιώνιος είναι μεγάλο κομμάτι της δημόσιας ταυτότητάς σου. Όπως είναι για μένα ο Άρης. Τι σου έμαθε μια ομάδα σαν τον Πανιώνιο για την μπάλα, πέρα από τους τίτλους, τη δύναμη κι όλ’ αυτά; Και τι σου έμαθε για τη ζωή;
Μ.Δ.: Ο Πανιώνιος, ξεριζωμένος από τη Σμύρνη το 1922, κατάφερε να σταθεί στα πόδια του και να γίνει ένας μεγάλος σύλλογος. Με λίγους τίτλους, αλλά με πολύ ωραίες ιστορίες. Αγάπησα την ομάδα γιατί παλεύει κόντρα στους πολλούς, γιατί ανέδειξε μεγάλους παίκτες, γιατί έπαιξε ωραίο ποδόσφαιρο. Γιατί μού έμαθε να προσπαθώ για το καλύτερο άσχετο με το πόσους έχω δίπλα μου.
Κ.Α.: Αν κρατούσες μία μόνο φράση για τη γοητεία του ποδοσφαίρου, ποια θα ήταν: το παιχνίδι, η παρέα, η μνήμη, η εξέδρα, η ιστορία ή η δυνατότητα να αρχίζουν όλα ξανά από τη σέντρα;
Μ.Δ.: Η είσοδος των 22 ποδοσφαιριστών στο γήπεδο…
Κ.Α.: Σε ευχαριστώ πολύ για όλα, Μάκη, καλή πορεία στον Πανιώνιο, και καλοτάξιδο το βιβλίο.
ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ: Εδώ μέσα θα συναντήσεις τη Λίλι Παρ που σκόραρε χίλια γκολ σε μια εποχή που οι γυναίκες δεν είχαν δικαίωμα ούτε να πατήσουν σε γήπεδο. Τον Αλεχάντρο Φινιστέρε που εφηύρε το ξύλινο ποδοσφαιράκι σε ένα νοσοκομείο της Καταλονίας. Τον Μιχάλη Αναματερό που πέθανε στο Μεταξουργείο πολεμώντας, λίγα χρόνια αφού φορούσε την ερυθρόλευκη φανέλα. Τον Φάλι που αρνείται να έχει κινητό και ξοδεύει τον πρώτο του μισθό σε δώρα για τα παιδιά του. Τον Αλία Καμαρά που πέρασε από τη Μόρια για να φτάσει στον Πανιώνιο. Θα διαβάσεις για τον Τζάστιν Φάσανου που τόλμησε να πει ποιος είναι σε έναν κόσμο που δεν ήθελε να ακούσει. Για μια δεκαεννιάχρονη τερματοφύλακα στη Γαλικία που έφτιαξε δική της ομάδα πριν τη νικήσει η φυματίωση. Για φοιτητές στην Κοΐμπρα που μπήκαν σε τελικό κυπέλλου φορώντας τήβεννο εναντίον της χούντας. Ιστορίες που δεν χωράνε στα highlights και δεν τις αγοράζει κανένα τηλεοπτικό πακέτο. Ιστορίες που κρατάνε τη μπάλα ζωντανή.
* * *
Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού, ή μιας Άλλης Γυναίκας. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Μην ξεχνάτε, επίσης, πως κάθε Τρίτη πρωί έχουμε και πόντκαστ! Σας ευχαριστούμε πολύ.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Μια χορταστική συζήτηση για το ποδόσφαιρο με τον δημοσιογράφο, ραδιοφωνικό παραγωγό και συγγραφέα Μάκη Διόγο, με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο
Ο Ανδρέας Πετρουλάκης μίλησε για το βιβλίο του Τάσου Τέλλογλου «Πατριδογνωσία», στην παρουσίαση του βιβλιοπωλείου «Ευριπίδης στη Στοά» στο Χαλάνδρι
Η νέα γενιά της κυπριακής λογοτεχνίας μιλάει στην ATHENS VOICE
Από το ράφι στα ακουστικά: Η νέα εποχή του βιβλίου
Ο θεσμός επιστρέφει για πέμπτη χρονιά με εκδηλώσεις, παρουσιάσεις και δράσεις σε Ελλάδα και Κύπρο
Μπορεί μια μηχανή να γράψει λογοτεχνία;
«H Σκιά πέρα από τον χρόνο» και «H Ονειρική αναζήτηση της Άγνωστης Καντάθ»
Η «Μυστική ζωή των αριθμών» της Kate Kitagawa και του Timothy Revell (μετάφραση Τεύκρος Μιχαηλίδης, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια), κυκλοφορεί στις 29 Μαΐου
Μυθιστοριογράφος, ανθρωπολόγος, λαογράφος, θεατρική συγγραφέας και δημοσιογράφος
Από την «τιμωρημένη» στην «τιμωρό»: Μια πορεία διά πυρός και σιδήρου
Mία από τις πιο αναγνωρίσιμες εκπροσώπους της σύγχρονης σκανδιναβικής αστυνομικής λογοτεχνίας μιλάει στην ATHEN VOICE
Η εμπειρία της επίσκεψης σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο πρέπει να εμπλουτιστεί. Και η τεχνολογία δίνει αυτή τη δυνατότητα με ευκολία και σχετική οικονομία.
Mια γλυκόπικρη ιστορία αγάπης μεταξύ δύο γυναικών στην αποικιοκρατούμενη Ταϊβάν
Ένα βιβλίο που συνέβαλε στη σύγχρονη παιδαγωγική και σφράγισε τον δυτικό τρόπο ζωής
Μία ακόμη μεγάλη δωρεά φιλαναγνωσίας από τον Τζέιμς Πάτερσον
Ο διάσημος Ισπανός συγγραφέας μιλάει στην ATHENS VOICE με αφορμή το βιβλίο «Το τελευταίο πρόβλημα» που διαδραματίζεται σε ένα φανταστικό νησί κοντά στην Κέρκυρα
Τα βιβλία «Τονική μετάθεση» και «Στα Υστερόγραφα» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Βακχικόν
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.