Κοινωνια

Η νέα γεωγραφία του παραθερισμού

Αναζητώντας ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα

Άννα Μαρία Δρουμπούκη
Άννα Μαρία Δρουμπούκη
ΤΕΥΧΟΣ 1001
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
«Απόγευμα στην Ύδρα ΙΙ». Έργο του Παναγιώτη Τέτση, 1985
«Απόγευμα στην Ύδρα ΙΙ». Έργο του Παναγιώτη Τέτση, 1985

Η κρίση της κατοικίας στην ελληνική επαρχία: ακριβότερα ακίνητα, μειωμένη προσβασιμότητα και νέες συνθήκες παραθερισμού.

Υπάρχει μια στιγμή, κάπου ανάμεσα στο τρίτο ραντεβού με τον μεσίτη και στο πέμπτο «θα σας πάρω εγώ», που αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι η αναζήτηση σπιτιού στην ελληνική επαρχία δεν είναι απλώς μια πρακτική υπόθεση, αλλά μια δοκιμασία υπομονής, λογικής, ενίοτε και χιούμορ. Γιατί χωρίς χιούμορ δεν αντέχεται. Η αρχική ιδέα είναι συνήθως απλή: ένα μικρό σπίτι κοντά στη θάλασσα. Ένας χώρος λειτουργικός, που να επιτρέπει μια στοιχειώδη απόσταση από την πόλη. Όχι πολυτέλεια, αλλά μια βασική ποιότητα ζωής. Κάτι που παλαιότερα ήταν αρκετά συνηθισμένο για μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού. Βέβαια, στην πράξη η εικόνα είναι διαφορετική.

Πολλά από τα ακίνητα που διατίθενται στην επαρχία εμφανίζονται ως «γραφικά» ή «παραδοσιακά», αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για κατοικίες χωρίς ουσιαστική συντήρηση εδώ και δεκαετίες. Η έννοια της «ανακαίνισης» μεταφράζεται συχνά σε πλήρη ανακατασκευή. Παράλληλα, δεν είναι σπάνιο να συναντά κανείς ασαφείς ή και προβληματικές συνθήκες νομιμότητας: από ημιτελή συμβόλαια μέχρι προτάσεις για πληρωμές εκτός συστήματος, όπως η καταβολή λογαριασμών «στο χέρι».

Και μέσα σε όλα αυτά, οι τιμές. Τιμές που μοιάζουν να απέχουν από την πραγματικότητα. Μικρά, φθαρμένα διαμερίσματα, με ελάχιστες υποδομές, για τα οποία ζητούνται ποσά που κάποτε θα αντιστοιχούσαν σε αξιοπρεπή σπίτια. Η αγορά μοιάζει να λειτουργεί με μια δική της, παράλληλη λογική: όχι με βάση την αξία του χώρου, αλλά με βάση μια φαντασιακή προσδοκία κέρδους.

Σε αυτό το πλαίσιο, δεν λείπουν και αφηγήσεις που ενισχύουν αυτή τη λογική. Ιστορίες για ακίνητα που αγοράστηκαν σε χαμηλές τιμές και μέσα σε λίγα χρόνια πολλαπλασίασαν την αξία τους παρουσιάζονται ως ενδεικτικές της δυναμικής της αγοράς. Πρακτικά, αυτές οι περιπτώσεις λειτουργούν και ως μηχανισμός αναπροσαρμογής των προσδοκιών, επηρεάζοντας συνολικά το επίπεδο των τιμών.

Κάπου εκεί μπαίνει στο κάδρο και ο μεσίτης. Οδηγείτε μαζί σε δρόμους που διασχίζουν χωριά και ημιτελείς εξοχικές ζώνες. Σου δείχνει σπίτια αλλά και ιστορίες. «Αυτό εδώ το πήρε ένας Λιβανέζος 100 χιλιάρικα, πριν λίγα χρόνια. Τώρα κάνει 300». Το λέει με έναν τόνο σχεδόν θαυμασμού, σαν να πρόκειται για φυσικό φαινόμενο, όχι για κάτι που έχει άμεσες συνέπειες στους ανθρώπους που ζουν –ή προσπαθούν να ζήσουν– σε αυτά τα μέρη.

Και σκέφτεσαι ότι όλα έχουν πλέον μία τιμή. Και, κυρίως, έναν αντίκτυπο. Γιατί αυτό που αλλάζει δεν είναι μόνο η αγορά ακινήτων. Είναι η ίδια η έννοια του παραθερισμού. Εκεί που κάποτε υπήρχε μια σχετική αθωότητα –οικογένειες που περνούσαν μήνες σε απλά σπίτια δίπλα στη θάλασσα, με περιορισμένα μέσα αλλά με μια αίσθηση ελευθερίας–, τώρα υπάρχει μια διαρκής διαπραγμάτευση. Πόσο θα μείνεις, αν «σε παίρνει», αν αξίζει. Αυτό δεν είναι νοσταλγία. Ή τουλάχιστον δεν είναι μόνο νοσταλγία. Είναι μια διαπίστωση ότι οι συνθήκες έχουν μετατοπιστεί ριζικά. Οι οικονομικές κρίσεις, οι παγκόσμιες ανακατατάξεις, η πανδημία, η πίεση της αγοράς, η μετατροπή των κατοικιών σε επενδυτικά προϊόντα – όλα αυτά έχουν αναδιαμορφώσει το τοπίο. Οι καλοκαιρινές διακοπές δεν είναι πια αυτονόητες. Είναι κάτι που πρέπει να υπολογίσεις.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο όλης αυτής της εμπειρίας: ότι σε αναγκάζει να επαναπροσδιορίσεις αυτά που ζητάς. Όχι μόνο από ένα σπίτι, αλλά από τον ίδιο τον χρόνο της ανάπαυσης. Από το τι σημαίνει «φεύγω», «ξεκουράζομαι», «μένω κάπου αλλού».

Ο παραθερισμός όπως τον ξέραμε μπορεί να έχει αλλάξει. Μπορεί να έχει χάσει κάτι από την αθωότητά του. Βέβαια, δεν έχει εξαφανιστεί, έχει μεταμορφωθεί. Έχει γίνει πιο σύνθετος, πιο άνισος, πιο ταξικός, ίσως και πιο σκληρός. Όμως παραμένει μια ανάγκη. Όχι ως πολυτέλεια, αλλά ως τρόπος να ξαναβρίσκουμε, έστω για λίγο, μια αίσθηση χώρου και χρόνου, που δεν ορίζεται αποκλειστικά από την αγορά.

Μια φίλη σου, για παράδειγμα, που εδώ και χρόνια πηγαίνει με την οικογένειά της σε ένα συγκεκριμένο δωμάτιο στη Σίφνο, σου λέει ότι φέτος η τιμή έχει τριπλασιαστεί. Δεν θα πάνε για πολλές μέρες, ίσως προτιμήσουν να μείνουν λιγότερο. Έτσι, η σταθερότητα μιας συνήθειας, που κάποτε λειτουργούσε σχεδόν τελετουργικά, διαλύεται.

Κι εγώ η ίδια, χωρίς να το έχω αποφασίσει συνειδητά, έχω σταματήσει να πηγαίνω σε νησιά. To κόστος –οικονομικό, ψυχικό, οργανωτικό– έχει γίνει δυσανάλογο. Αναζητώ άλλες λύσεις. Πιο ήσυχες, πιο προσιτές. Ίσως λιγότερο «εντυπωσιακές», αλλά πιο αληθινές. Eυτυχώς που στα φοιτητικά μας χρόνια είχαμε τη δυνατότητα να γνωρίσουμε και να ζήσουμε αυτά τα νησιά σε συνθήκες που επέτρεπαν μια πιο ουσιαστική εμπειρία – μένοντας ακόμη και δεκαπέντε μέρες, όχι ως επισκέπτες αλλά σχεδόν ως ντόπιοι.

Η σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες –με τη Γερμανία, για παράδειγμα– είναι χρήσιμη για να κατανοηθεί καλύτερα η ιδιαιτερότητα της ελληνικής περίπτωσης. Σε αγροτικές περιοχές της ανατολικής Γερμανίας –στη Θουριγγία ή τη Σαξονία– μπορεί κανείς να βρει κατοικίες σε τιμές που κυμαίνονται περίπου στα 1.100-1.400 ευρώ/τ.μ. Οι τιμές αυτές είναι συγκρίσιμες ή και χαμηλότερες από πολλές ελληνικές επαρχιακές περιοχές.

Η διαφορά δεν εντοπίζεται τόσο στο απόλυτο επίπεδο των τιμών, όσο στο τι αντιστοιχεί σε αυτές. Στη γερμανική επαρχία, ακόμη και σε χαμηλότερες τιμές, τα ακίνητα είναι συνήθως πλήρως δηλωμένα, με σαφή νομική κατάσταση, βασικές υποδομές και ενεργειακά χαρακτηριστικά που ανταποκρίνονται σε σύγχρονα πρότυπα. Αντίθετα, στην ελληνική περίπτωση η ίδια τιμή μπορεί να αφορά ακίνητο που απαιτεί εκτεταμένες παρεμβάσεις για να καταστεί λειτουργικό.

Ενδεικτικά, ένα παλιό σπίτι 70 τ.μ. σε χωριό της Πελοποννήσου μπορεί να διατίθεται γύρω στις 90.000 ευρώ –δηλαδή περίπου 1.300 ευρώ/τ.μ.–, χωρίς να είναι άμεσα κατοικήσιμο. Την ίδια στιγμή, σε μια αγροτική περιοχή της Γερμανίας, ένα σπίτι αντίστοιχου κόστους ανά τετραγωνικό μπορεί να είναι ήδη σε χρήση, με βασικές παροχές και σαφές ιδιοκτησιακό καθεστώς.

Αυτή η απόκλιση δείχνει ότι το ζήτημα στην ελληνική επαρχία δεν είναι μόνο το ύψος των τιμών, αλλά η σχέση τους με την πραγματική αξία. Σε πολλές περιπτώσεις, η τιμή δεν αντανακλά την υφιστάμενη κατάσταση, αλλά μια προσδοκία μελλοντικής αξιοποίησης. Το ακίνητο αποτιμάται όχι ως κατοικία, αλλά ως εν δυνάμει επενδυτικό προϊόν.

Το σίγουρο είναι ότι η έννοια του «προσιτού καλοκαιριού» επαναπροσδιορίζεται. Τελικά, η αναζήτηση σπιτιού στην επαρχία (και όχι μόνο) λειτουργεί ως καθρέφτης μιας ευρύτερης στρέβλωσης. Δεν είναι μόνο ότι οι τιμές ανεβαίνουν· είναι και ότι η πραγματικότητα παύει να έχει σημασία. Όταν το κόστος δεν αντιστοιχεί σε αυτό που προσφέρεται δεν μιλάμε για «αγορά», αλλά για μια συλλογική αυταπάτη ή και απάτη – και εκεί, το διακύβευμα δεν είναι να βρεις σπίτι, αλλά να μην αποδεχτείς τους όρους της.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY