Κινηματογραφος

Η Μάρω Κοντού όπως τη γνώρισα. Ιστορίες πίσω από τον μύθο.

Μέσα από προσωπικές μου αναμνήσεις, δύο συνεντεύξεις μου με τη Μάρω Κοντού και μαρτυρίες αγαπημένων ηθοποιών που τη γνώριζαν

ego.jpg
Πηνελόπη Μασούρη
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Μάρω Κοντού
© Πηνελόπη Μασούρη

Η φωτογράφος Πηνελόπη Μασούρη θυμάται τις συναντήσεις της με τη Μάρω Κοντού, τις συνεντεύξεις που της πήρε, τις φωτογραφίσεις τους, και αφηγείται ιστορίες από τη ζωή και την πορεία της σπουδαίας ηθοποιού

  • Δεκαετία του ’70

Στην Πλουτάρχου, μες στην γκρι-μπλε Mercedes-Benz μας με τα καθίσματα από δερματίνη, περιμέναμε τον κύριο Λάμπρο Κωνσταντάρα στη σκιά των δέντρων κάτω από την αρχοντική του μονοκατοικία. Ο πατέρας μου, ταξιτζής των Αθηνών από το 1945, με πελατολόγιο ηθοποιών των κεντρικών θεατρικών σκηνών, κι εγώ, η μικρή του κόρη, που ονειρευόμουν να γίνω σοφερίνα. Όταν η πόρτα άνοιγε και καθόταν στο πίσω κάθισμα, αρχοντικός με το καλοραμμένο του κοστούμι, κι η μυρωδιά του, από γαλλική κολόνια, πλημμύριζε την καμπίνα, ήμουν εκατό τοις εκατό σίγουρη ότι κυκλοφορούσα με τον Θεό αυτοπροσώπως. Τον πηγαίναμε τις Κυριακές στον Ιππόδρομο στο Νέο Φάληρο για να ποντάρει στις κούρσες – ήταν το μεγάλο πάθος του.

Η λεωφόρος Συγγρού το ’71, ήταν γεμάτη λακκούβες, δεν είχε καμία σχέση με το σήμερα. Έτσι, κερδίζαμε χρόνο να μας μιλήσει για το θέατρο και το σινεμά και για τις συμπρωταγωνίστριές του. Τον θυμάμαι να μας λέει για τη «δική του» Μάρω. Ο εξηντάχρονος «γέρος» Κωνσταντάρας τότε μεταμορφωνόταν στα πεντάχρονα μάτια μου και την παιδική μου φαντασία. Συνήθιζα να βγάζω από το ντουλαπάκι του συνοδηγού μια φωτογραφία του, νεαρού ζεν πρεμιέ τότε, από το «Τραγούδι του χωρισμού», αποτυπωμένη σ’ ένα κιτρινισμένο από τον χρόνο απόκομμα εφημερίδας που κρατούσε ο μπαμπάς μου σαν υπόμνημα της δικής του εφηβικής προσπάθειας να χτίσει ταυτότητα. Ήταν η εποχή που γύριζαν τον «Φαφλατά», και μας διηγιόταν γελαστά τις φαφλατάδικες βόλτες του στο Ydra Beach της Αργολίδας, την τσαχπινιά και το πείσμα της Μάρως Κοντού στον ρόλο της αριστοκράτισσας Τζίνα Κόντε Ρόσα, ως ρεσεψιονίστ, χαρακτηρίζοντάς την κορυφαία παρτενέρ. «Απλώς, μερικές φορές μού κλέβει τη δόξα και τη λάμψη στα πλάνα!» χαριτολογούσε.

  • 1990 | Το τηλεφώνημα στο μπακάλικο της γειτονιάς

Την εικόνα της Μάρως Κοντού στην «παλιά Αθήνα», την οικειότητα των ηθοποιών της χρυσής εποχής, που, παρά τη λάμψη τους στο πανί, ζούσαν απλά στις γειτονιές τους, μου την έδωσε το 1990 ένας ηλικιωμένος κύριος σ’ ένα παραδοσιακό καφενείο της οδού Δράκου, κερνώντας με ελληνικό καφέ με λουκούμι.

Η Μάρω Κοντού, μου διηγήθηκε ο κύριος, στο διαμέρισμά της στο Κουκάκι δεν είχε δικό της τηλέφωνο. Όταν τη ζητούσαν για δουλειά ή από τα στούντιο, την καλούσαν στο τηλέφωνο του μπακάλικου απέναντι. Ο μπακάλης έβγαινε στον δρόμο και φώναζε το όνομά της δυνατά για να την ειδοποιήσει. Η εμφάνισή της «έκαιγε» το οδόστρωμα, εξομολογείται. Κατέβαινε τρέχοντας στον δρόμο φορώντας τη νεγκλιζέ της ρόμπα και με τα μαλλιά της τυλιγμένα για να προλάβει να απαντήσει ή να μιλήσει με τους παραγωγούς.

Φωτογραφία από το στούντιο του Κλεισθένη με τη Μάρω Κοντού και τη Μαίρη Χρονοπούλου στις πρόβες της παράστασης «Μωρά μου, καλησπέρα, βογκάμε όλη μέρα» στο Δελφινάριο, το 1992
Φωτογραφία από το στούντιο του Κλεισθένη με τη Μάρω Κοντού και τη Μαίρη Χρονοπούλου στις πρόβες της παράστασης «Μωρά μου, καλησπέρα, βογκάμε όλη μέρα» στο Δελφινάριο, το 1992 © Στούντιο Κλεισθένης
  • 1996 | Η Μαίρη Χρονοπούλου για τη Μάρω Κοντού

Όταν συνάντησα τη Μαίρη Χρονοπούλου, τα Χριστούγεννα του 1996, στο στούντιο του Κλεισθένη Δασκαλάκου για τη φωτογράφιση μαρκίζας του Θεάτρου Χατζηχρήστου στο «Σημίστε μας... κι αφήστε μας», δεν ήταν πλέον φίλες με τη Μάρω Κοντού. Τότε η Χρονοπούλου είχε δίπλα της τον κατά πολύ νεότερό της, γοητευτικό Νίκο Σταγόπουλο, ο οποίος στα σκαμπανεβάσματά της τη συγκρατούσε. Μέσα στο καμαρίνι, είδε αναρτημένη μια κοινή τους φωτογραφία, που ο Κλεισθένης αγαπούσε και είχε τραβήξει σε μεγάλα κέφια, και θυμήθηκε την αγαπημένη της φίλη και παλιά της συμμαθήτρια, Μάρω Κοντού. Η φωτογραφία είχε τραβηχτεί σε μια από τις πιο γνωστές κοινές τους εμφανίσεις. «Είχαμε το θάρρος να αυτοσατιριστούμε δημόσια για την ηλικία, τα λίφτινγκ, τους έρωτες και τη μοναξιά, το πώς ο κόσμος μάς είχε αποθεώσει», είπε για την «πρώην» φίλη της. «Χαθήκαμε στη διαδρομή… Άλλος χαρακτήρας από δω, άλλος χαρακτήρας από κει. Άλλα τα ενδιαφέροντα της μιας και άλλα τα ενδιαφέροντα της άλλης».

  • 1999 | Ο Ντίνος Κατσουρίδης και το «Έγκλημα στα παρασκήνια»

Όταν συνάντησα τον Ντίνο Κατσουρίδη στη Θεσσαλονίκη το 1999, μιλούσε για το βραβευμένο σκηνοθετικό του ντεμπούτο στο «Έγκλημα στα παρασκήνια» του 1960, που είχα δει κι εγώ πολλές φορές στην τηλεοπτική προβολή του από την κρατική τηλεόραση. Σε αυτό η Μάρω Κοντού εμφανιζόταν ως Έλενα Παυλίδη, σε έναν από τους πρώιμους κινηματογραφικούς της ρόλους. Η ατμόσφαιρα της εποχής, η δραματική παρουσία της ηθοποιού με φωτισμούς έντονους και πλαγιομετωπικούς, τα ασπρόμαυρα κορμάκια της, που της έρχονταν γάντι, το δικτυωτό μαύρο καλσόν και η φωνή της μέσα στο καμπαρέ ενίσχυαν τη σκηνική της κομψότητα, συνδυάζοντάς τη μ’ έναν υπαινικτικό αισθησιασμό.

  • 2010 | Στο σαλόνι του ψυχαναλυτή

Το 2010 συνάντησα αναπάντεχα τη Μάρω Κοντού στο σαλόνι ενός ψυχαναλυτή στη Βασιλίσσης Σοφίας. Είχα μόλις χωρίσει κι εκείνη την περίοδο ένιωθα μεγάλη αναστάτωση. Γνώριζα πόσο είχε πονέσει κι εκείνη όταν την απάτησε ο Αριστείδης Καρύδης-Φουκς, ο πιο όμορφος κινηματογραφιστής, ο πιο δυνατός της έρωτας. Η ηθοποιός είχε αναφέρει δημόσια, χωρίς δισταγμούς, ότι είχε απευθυνθεί σε ειδικό ψυχικής υγείας, αποδεικνύοντας ότι η αναζήτηση βοήθειας είναι μια πράξη δύναμης και αυτογνωσίας.

Μάρω Κοντού
Το 2018, προβάροντας μπροστά στον καθρέφτη τον ρόλο της ως «κυρία διευθύντρια» για τη θεατρική παράσταση «Χτυποκάρδια στο θρανίο» © Πηνελόπη Μασούρη
  • 2018 | Συνέντευξη με αφορμή το «Χτυποκάρδια στο θρανίο»

Τη Μάρω Κοντού τη συνάντησα το 2018, με αφορμή το έργο «Χτυποκάρδια στο θρανίο», στο οποίο είχε τον ρόλο της λυκειάρχη του σχολείου. Έναν χρόνο πριν, ήταν απολαυστική στο «Grease», όπου έπαιζε επίσης ρόλο καθηγήτριας, τραγουδώντας, χορεύοντας και κλέβοντας την παράσταση. Το άστρο της έλαμψε για δεκαετίες. Αναδείχθηκε σε μία από τις πιο αγαπητές και αναγνωρίσιμες μορφές του ελληνικού θεάτρου και του κινηματογράφου, ενώ υπήρξε μία από τις τέσσερις διασημότερες ξανθιές της χρυσής εποχής του ελληνικού σινεμά αλλά και η μακροβιότερη απ’ όλες.

Με αριστοκρατικό παρουσιαστικό, αδιαμφισβήτητο ταλέντο και ξεχωριστή προσωπικότητα, υπηρέτησε την τέχνη με αφοσίωση και συνέπεια. Το ταξίδι της ξεκίνησε απρόσμενα, όταν στα 14 της χρόνια πήρε ξαφνικά έντεκα πόντους ύψος. Εκείνη την εποχή, στη δεκαετία του 1940, το να ξεχωρίζει κάποιος λόγω του ύψους του δεν ήταν συνηθισμένο και συχνά προκαλούσε αμηχανία.

Όπως έχει εξομολογηθεί η ίδια: «Δεν ήταν όπως σήμερα. Το να διαφέρεις τραβούσε τα βλέμματα. Αυτό εγώ το έφερνα μαζί μου, βέβαια, πολλά χρόνια».

Όταν η ελληνική κινηματογραφική βιομηχανία βρισκόταν στην ακμή της, η Μάρω Κοντού εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο λαμπερά αστέρια της μεγάλης οθόνης. Συνεργάστηκε με κορυφαίους σκηνοθέτες και σπουδαίους πρωταγωνιστές, ενώ πρωταγωνίστησε σε ταινίες που εξακολουθούν μέχρι σήμερα να προβάλλονται αδιάκοπα από την τηλεόραση και να αγαπιούνται από το κοινό.

Ο πρώτος της σύζυγος ήταν ο διευθυντής φωτογραφίας της Finos Film, Αριστείδης Καρύδης-Φουκς, με τον οποίο έζησε ένα σημαντικό κεφάλαιο της προσωπικής της ζωής.

Η Μάρω Κοντού δεν φοβήθηκε ποτέ να μιλήσει για το πέρασμα του χρόνου. Αντίθετα, το αντιμετώπιζε με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία, αποδεικνύοντας ότι η ομορφιά και η γοητεία δεν έχουν ηλικία, αλλά πηγάζουν από τη στάση ζωής και την προσωπικότητα.

— Με αφορμή τη συμμετοχή σας στη θεατρική μεταφορά του «Χτυποκάρδια στο θρανίο», τι σημαίνει για εσάς το να καρδιοχτυπάς; Συμβαίνει μόνο από έρωτα;

Όχι πάντα. Μπορεί να είναι από διαφορετικές καταστάσεις, από αγωνία, από αγάπη, από θλίψη, από χαρά. Η ζωή είναι γεμάτη από έντονες καταστάσεις.

— Τι θυμάστε από τα θρανία;

Ότι ήμουν πολύ κακή μαθήτρια. Το χειρότερό μου μάθημα ήταν τα μαθηματικά και εξακολουθούν να είναι και σήμερα – γι’ αυτό και δεν έχω καλή σχέση με τα χρήματα. Αντίθετα, ήμουν εξαιρετική στην έκθεση, στη γυμναστική και σε ό,τι έχει σχέση με τα αθλητικά. Εκεί είχα πολύ καλούς βαθμούς.

— Ήσασταν όμορφη μικρή;

Ήμουν ένα νόστιμο κορίτσι, πολύ ψηλή για τα δεδομένα της εποχής. Ο κόσμος που δεν με γνώριζε νόμιζε ότι είμαι Γερμανίδα ή Αμερικανίδα. Τα πειράγματα του άλλου φύλου ξεκινούσαν με: «Hello Miss».

— Στην ταινία «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» μιλούσατε τέλεια ιταλικά!

Όταν επιλέχθηκα για τον ρόλο, δεν ήξερα ούτε λέξη. Αλλά ο συγγραφέας, Νίκος Τσιφόρος, που τα γνώριζε άπταιστα, μου τα έμαθε και, λόγω του ότι έχω ταλέντο στην απόδοση της προφοράς και της μουσικότητας των γλωσσών, πείσαμε το κοινό ότι τα μιλούσα τέλεια.

— Είναι η ηλικία περιοριστική σε μια σχέση;

Ο έρωτας δεν γνωρίζει ηλικία. Συναντιούνται δυο ζευγάρια μάτια κι εκεί ανάβει μια σπίθα, χωρίς να γνωρίζει ο ένας τον χαρακτήρα του άλλου ή την ηλικία του. Αυτά τα καταλαβαίνεις στη διαδρομή. Δεν πιστεύω ότι παίζει ρόλο η διαφορά ηλικίας.

— Από πού αντλείτε τη χαρά που μεταδίδετε μέσα από τον ρόλο στο κοινό σας;

Από μέσα μου, από τον ψυχικό μου κόσμο, που τον καλλιεργώ επισταμένως, από την αγωγή μου και τη διαδρομή μου. Από πολύ νέα ήμουν αισιόδοξη. Έβλεπα πάντα το ποτήρι μισογεμάτο και όχι μισοάδειο...

— Τι νομίζετε ότι φέρνει ξανά στο προσκήνιο μια ταινία του 1963;

Τα 60s και τα 70s ήταν εποχές ακμής στη μουσική, στο θέατρο, στον κινηματογράφο διεθνώς. Επειδή η σημερινή εποχή είναι το αντίστροφο, είμαστε μια χώρα σε κατάθλιψη, ανασύρουμε στιγμές ευχάριστες του παρελθόντος, διότι το παρόν είναι περίεργο και το μέλλον αβέβαιο, για ν’ απαλύνουμε τη μιζέρια και την υποβάθμιση που βιώνουμε.

— Αισθάνεστε όμορφη στην καθημερινότητά σας;

Αν με δεις, θα τρομάξεις... Κυκλοφορώ με μεγάλα γυαλιά, αμακιγιάριστη... κάνω τα πάντα μόνη μου, και το νοικοκυριό μου και τις πρόβες μου και τις μπιρίμπες μου. Δεν αισθάνομαι όμορφη, αλλά αγωνίστρια.

— Υπήρξατε όμως το απόλυτο θηλυκό στις ταινίες σας...

Στα νιάτα μου δεν είχα την αίσθηση ούτε την ωριμότητα να δω καθαρά τον εαυτό μου. Ήμουν γεμάτη κόμπλεξ, αμφιβολίες. Αργότερα κατάλαβα... Έφτασε κάποια στιγμή που είπα: «Α! Ήμουν τελικά ωραίο κορίτσι», αλλά τότε δεν είχα ιδέα. Σήμερα το αντιλαμβάνομαι.

— Σας το επιβεβαίωσαν κάποιοι;

Δεν χρειάστηκε να μου το επιβεβαιώσει κανείς. Αν το καταλάβεις, το εκπέμπεις.

— Βλέπετε τον εαυτό σας στις ταινίες;

Όχι πάνω από πέντε λεπτά. Δεν στέκομαι στο παρελθόν και στις αναμνήσεις. Μ’ ενδιαφέρει το παρόν και κοιτάζω πάντα το αύριο.

Η Μάρω Κοντού με τον Γιώργο Φούντα
Η Μάρω Κοντού με τον Γιώργο Φούντα στην τιμητική εκδήλωση βράβευσής τους στο Θέατρο Ακροπόλ το 1995. Είχαν συμπρωταγωνιστήσει σε δύο ταινίες της δεκαετίας του ’60. Όταν η φωτογραφία εκτέθηκε στο 48ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, στάθηκε η αφορμή για να αρχίσει ο Ντίνος Κατσουρίδης να περιγράφει τη συνεργασία του με τη Μάρω Κοντού στην ταινία «Έγκλημα στα παρασκήνια». © Πηνελόπη Μασούρη
  • Η συνέντευξη που μου έδωσε τον Μάρτιο 2021

Μαθήματα σοφίας υπήρξαν πάντα οι συνεντεύξεις της. Όταν έβλεπε τον χρόνο να τελειώνει και την υγεία της να φθίνει λόγω ηλικίας, βιαζόταν να παίξει κι άλλους ρόλους, όμορφη, αγέρωχη, με τη μαγεία της φωνής της. Παραθέτω μερικά αποσπάσματα από τη συνέντευξη:

«Η συνεργασία με τον Γιώργο Κωνσταντίνου πέτυχε, με την έννοια ότι το σποτ για τον εμβολιασμό θύμισε μια ταινία που έχει μείνει στον χρόνο. Το κάναμε με την καρδιά μας και πέτυχε τον σκοπό του. Επικυρώθηκε αυτό το ταίριασμα, η σύμπνοια που υπήρξε και τότε που γυρίσαμε την ταινία. Και το διεθνές βραβείο για τον σκηνοθέτη της, τον Γιώργο Τζαβέλλα, επικύρωσε με τη σειρά του ότι δεν ήταν καθόλου τυχαία».

«Με τον Κωνσταντίνου είχαμε κάνει ένα θεατρικό μαζί, λεγόταν “Δημοκρατία αλά ελληνικά”, και θυμάμαι ότι παίζαμε όλο τον χειμώνα με ουρές στα ταμεία. Μετά χαθήκαμε. Εγώ ταίριαξα με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Οι προτάσεις που μου γίνονταν ήταν με τον Κωνσταντάρα, και στο θέατρο και στο σινεμά. Όμως έχουμε κρατήσει τη φιλία μας με τον Γιώργο από το 1962, που γνωριστήκαμε στην “Οδό Ονείρων”».

«Όσο μεγαλώνουν οι άνθρωποι, εάν ο γάμος δεν διακοπεί, οι σχέσεις μαλακώνουν».

«Η μαύρη Ford από την “Οδό Ονείρων” έγινε το σύμβολο ενός προοδευτικού κοριτσιού. Ο Μάνος Χατζιδάκις είχε την έμπνευση γι’ αυτήν, την οποία εγώ ούτε συμμερίστηκα ούτε κατάλαβα εξαρχής. Μεταγενέστερα διαπιστώνω πως αυτά που έγραψε θα μείνουν. Δεν έχει αλλάξει αυτό που έλεγε τότε ο Χατζιδάκις. Σήμερα είναι όλα τα κορίτσια προοδευτικά. Οι νέες γενιές έχουν απαλλαχθεί από τα πολλά ταμπού που κρατούσαν δέσμια τη δική μας γενιά. Στην εποχή μας, μια κοπέλα μπορούσε να έχει έναν δεσμό, αλλά, αν έκανε ένα παιδί και ήταν ανύπαντρη, αυτό θα ήταν ένα τρομερό και καθοριστικό γεγονός. Μάλλον ήμουν μπροστά από την εποχή μου και χαίρομαι για τις αλλαγές που έχουν συμβεί υπέρ μας».

«Δεν έπαιρνα χαμπάρι τον τρόπο που μ’ έβλεπε το αντίθετο φύλο. Ως νέα ήμουν πολύ κλειστή και, στα πρώτα χρόνια της θεατρικής μου καριέρας, θα έλεγα ότι κυκλοφορούσα με ασπίδα, σ’ έναν χώρο που δεν τον ήξερα καλά. Σιγά σιγά αγάπησα το επάγγελμα και σήμερα λέω με σιγουριά ότι δεν έχω καμία κακή ανάμνηση από κανέναν συνάδελφο. Σε όλες τις συνεργασίες μου υπήρξε χαρά και επιτυχία».

«Μια γυναίκα, όταν τη φλερτάρουν, το αντιλαμβάνεται μόνο αν επιθυμεί η ίδια να τη φλερτάρουν. Συναντώ ανθρώπους μεγάλους σε ηλικία που μου λένε: “Εγώ ήμουν ερωτευμένος μαζί σας και προσπαθούσα να σας το δείχνω, αλλά όχι μόνο δεν καταλαβαίνατε, ούτε που μου ρίχνατε μια ματιά”».

«Όταν γίναμε φίλοι, ο άντρας μου μου εξομολογήθηκε ότι, από τότε που έκανε σχέση μαζί μου, άρχισε να ανεβαίνει η αξία του και οι γυναίκες να τον βλέπουν διαφορετικά».

«Αγαπούσα και θαύμαζα τον Γιώργο Τζαβέλλα, και ως σκηνοθέτη αλλά, πάνω απ’ όλα, ως άνθρωπο. Ήταν πολύ ταλαντούχος, ευγενής, μια άλλη κατηγορία ανθρώπου. Κάτω από τις οδηγίες του, η ταινία ολοκληρώθηκε μέσα σε μια ατμόσφαιρα γέλιου και φοβερής οργάνωσης για την εποχή της, χωρίς καν να το καταλάβουμε. Έγινε διαχρονική, αν κρίνω από το ότι, συνήθως, στις συναντήσεις μου οι συνομιλητές μου αναφέρονται σε δύο ταινίες μου: Σ’ αυτήν και στην «Ιταλίδα από την Κυψέλη».

«Σε προσωπικό επίπεδο, είμαι μια χαρά και χωρίς θέατρο. Μπορώ να επιζήσω. Έχω πολλά χόμπι, λουλούδια, φίλες, θεατρικές και μη».

  • 2026 – MARO FOR EVER

Η Μάρω Κοντού έσβησε σε ηλικία 92 ετών στις 15 Ιουλίου, τις πρώτες πρωινές ώρες, στο Νοσοκομείο «Άγιος Σάββας». Ήταν ένας μύθος προσιτός σε όλους, γιατί δεν ήταν ούτε αλαζόνας ούτε σνομπ. Η ωραία μορφή της, το ευγενές παίξιμό της θα συνεχίσουν για πολύ ακόμη να μας συγκινούν και να μας διασκεδάζουν.

Ακούραστη εργάτρια της υποκριτικής, παρέδωσε ρόλους που θα τους θυμόμαστε για πάντα. Η υψηλή θεαματικότητα των ταινιών όπου πρωταγωνίστησε απέδειξε περίτρανα πως η Μάρω Κοντού κατάκτησε την αθανασία. Θα συνεχίσει να ζει, να κινείται, να μας κάνει να χαμογελάμε ως Μπιάνκα, Ιταλίδα από την Κυψέλη, Ελενίτσα, η γυνή που δεν φοβάται τον άνδρα, Ρίτα από το «Αλίμονο στους νέους». Δίπλα στον Λαμπρούκο της, που από στρίγκλο τον έκανε αρνάκι, θα μας κλείνει το μάτι, με τη σιγουριά πως, ό,τι και να γίνει, το τέλος θα είναι συναρπαστικό και υπέρ των έξυπνων γυναικών, που βάζουν στη θέση του κάθε ασύδοτο αρσενικό. Σικάτη, δυναμική, εκλεπτυσμένη, θα μας χαρίζει αισιοδοξία, γοητεία, δράμα, αλλά και αμέτρητα χαμόγελα. Θεά!

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY