Το φωτογραφικό λεύκωμα «Η Ελλάδα που χάνεται» του Γιάννη Δήμου γίνεται ιστορικό αρχείο και εργαλείο οπτικής παιδείας για τις νέες γενιές.
© Γιάννης Δήμου
Φωτογραφια

Από την «Ελλάδα που χάνεται» στην Ελλάδα που χάθηκε;

Πενήντα χρόνια μετά την έκδοση του φωτογραφικού λευκώματος του Γιάννη Δήμου, οι εικόνες ενός κόσμου που σταθερά απομακρύνεται αποκτούν νέα σημασία. Τι μπορούν να πουν σήμερα στις γενιές που δεν τον γνώρισαν ποτέ;
Δώρα Λαβαζού
Δώρα Λαβαζού
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η «Ελλάδα που χάνεται» του Γιάννη Δήμου, 50 χρόνια μετά, αποκαλύπτει έναν κόσμο που χάθηκε και ένα πολύτιμο φωτογραφικό ιστορικό αρχείο.

Ορισμένες φωτογραφίες καταγράφουν μια εποχή, άλλες με το πέρασμα του χρόνου αποκτούν τη δύναμη του τεκμηρίου. Όταν το 1976 ο Γιάννης Δήμου εξέδωσε το φωτογραφικό λεύκωμα «Η Ελλάδα που χάνεται» ο ίδιος ο τίτλος αποτύπωνε μια απώλεια που βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη. Σχεδόν πενήντα χρόνια αργότερα, η χρονική απόσταση αλλάζει αναπόφευκτα και τον τρόπο με τον οποίο κοιτάζουμε αυτές τις φωτογραφίες. Αν η Ελλάδα που τότε κατέγραφε ο Δήμου «χανόταν», σήμερα ένα μεγάλο μέρος εκείνου του κόσμου έχει ήδη περάσει στο παρελθόν. Ασφαλώς όχι η Ελλάδα ως τόπος ή ως ταυτότητα, αλλά ένας συγκεκριμένος κοινωνικός και πολιτισμικός κόσμος: οι μικρές κοινότητες, τα καφενεία, οι χώροι εργασίας, οι καθημερινές τελετουργίες, οι σχέσεις ανθρώπων και τόπου, οι συμπεριφορές και οι  κώδικες μιας εποχής που για τις νεότερες γενιές δεν αποτελούν πλέον βιωμένη εμπειρία.

Ανδρίτσαινα, 1973 © Γιάννης Δήμου
Ανδρίτσαινα, 1973 © Γιάννης Δήμου

Στο κείμενο που συνοδεύει το λεύκωμα, ο Δήμου στρέφει την προσοχή ακριβώς σε αυτή την άυλη απώλεια. «Μαζί με τους ανθρώπους», σημειώνει, «χάνονται τρόποι ζωής, αξίες, συμπεριφορές και μια συσσωρευμένη εμπειρία που δύσκολα μεταβιβάζεται αυτούσια από γενιά σε γενιά». Παράλληλα, αναφέρεται στο «λεπτό παιχνίδισμα ανάμεσα στον άνθρωπο και στο περιβάλλον του», υποστηρίζοντας πως η φωτογραφία δεν αρκεί να δείχνει ποιος είναι κάποιος, χρειάζεται να αποκαλύπτει και πού και πότε ζει.

Αυτή ακριβώς η σχέση ανθρώπου και περιβάλλοντος αναβαθμίζει σήμερα το βιβλίο σε κάτι περισσότερο από ένα φωτογραφικό λεύκωμα. Το μετατρέπει σταδιακά σε οπτικό ιστορικό αρχείο.

Ανδρίτσαινα, 1973 © Γιάννης Δήμου
Ανδρίτσαινα, 1973 © Γιάννης Δήμου

Ανδρίτσαινα, 1973 © Γιάννης Δήμου

Σε ένα καφενείο της Ανδρίτσαινας το 1973, δύο άνδρες κάθονται μέσα σε ένα σκοτεινό εσωτερικό χώρο που τέμνεται από το φως. Στο Μοναστηράκι του 1970, μια λαϊκή ζωγραφισμένη φιγούρα και μια αρχαιοπρεπής κεφαλή συνυπάρχουν στο ίδιο κάδρο, σαν δύο διαφορετικές εκδοχές της ελληνικής ταυτότητας. Στη Σκύρο του 1972, ένα πρόσωπο αναδύεται από το σκοτάδι, ενώ μια δεύτερη ανθρώπινη παρουσία παραμένει σχεδόν αθέατη στο βάθος.

Οι άνθρωποι δεν απομονώνονται από τον χώρο τους. Τα κτίρια, οι τοίχοι, τα αντικείμενα, οι επιγραφές και τα ίχνη καθημερινής χρήσης συμμετέχουν στο πορτρέτο. Ο τόπος δεν είναι απλώς φόντο, αποτελεί μέρος της ιστορίας. Γι’ αυτό και οι φωτογραφίες του Δήμου δεν χρειάζεται να διαβαστούν σήμερα ως μια νοσταλγική επιστροφή σε μια υποτιθέμενα «καλύτερη» Ελλάδα. Η δύναμή τους βρίσκεται αλλού: μας επιτρέπουν να παρατηρήσουμε τη διαδικασία της αλλαγής. Να διακρίνουμε ένα κόσμο τη στιγμή που εξακολουθεί να υπάρχει μπροστά στον φακό, αλλά έχει ήδη αρχίσει να απομακρύνεται.

Το 1976 ο αναγνώστης μπορούσε ακόμη να αναγνωρίσει μεγάλο μέρος αυτού του κόσμου ως παρόν. Σήμερα, ένας νέος άνθρωπος μπορεί να τον προσεγγίσει μόνο ως παρελθόν. Και εδώ προκύπτει ίσως το πιο ενδιαφέρον ερώτημα: ποιον αφορά σήμερα ένα τέτοιο φωτογραφικό βιβλίο;

Αφορά μόνο όσους έζησαν εκείνη την Ελλάδα και μπορούν να αναγνωρίσουν στις εικόνες του προσωπικά βιώματα; Ενδιαφέρει τους φωτογράφους, τους ιστορικούς και τους ερευνητές; Ή μήπως η πραγματική του σημασία βρίσκεται ακριβώς σε εκείνους που δεν έχουν καμία προσωπική ανάμνηση από τον κόσμο που απεικονίζεται;

Για ένα παιδί ή έναν έφηβο σήμερα, πολλές από τις κοινωνικές συνθήκες που εμφανίζονται στις φωτογραφίες του Δήμου ανήκουν ήδη στην Ιστορία. Και η φωτογραφία, ως εικόνα, μπορεί να προσφέρει έναν ιδιαίτερα άμεσο τρόπο προσέγγισής τους.

Μια εικόνα δεν δίνει εξαρχής όλες τις απαντήσεις. Ζητά από τον θεατή να σταθεί, να παρατηρήσει και να αναρωτηθεί. Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι; Πώς ζουν; Τι μας λέει το δωμάτιο γύρω τους; Τι αντικείμενα χρησιμοποιούν; Πώς οργανώνεται ο δημόσιος χώρος; Πώς είναι ντυμένοι; Ποια είναι η σχέση τους με το περιβάλλον; Τι έχει αλλάξει και τι εξακολουθεί να μας φαίνεται οικείο;

Αυτή η διαδικασία δεν αφορά μόνο στην ιστορική γνώση. Αφορά στην ικανότητα να διαβάζουμε μια εικόνα, να αντλούμε πληροφορίες από αυτήν, να δημιουργούμε συσχετισμούς και να διατυπώνουμε ερωτήματα.

Η συζήτηση αποκτά επιπλέον ενδιαφέρον αν τη δούμε σε συνάρτηση με τα πρόσφατα ευρήματα της PISA 2025. Οι Έλληνες δεκαπεντάχρονοι καταγράφουν επιδόσεις χαμηλότερες από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ σε βασικά γνωστικά πεδία, ενώ οι ίδιοι δηλώνουν σε μικρότερο ποσοστό ότι λαμβάνουν εξατομικευμένη υποστήριξη και πρόσθετη βοήθεια μέσα στην τάξη. Η PISA δεν μετρά ιστορικές γνώσεις, επαναφέρει όμως το ερώτημα του πώς καλλιεργούνται η κατανόηση, η ερμηνεία και η κριτική σχέση με τη γνώση.

Σε αυτή τη συζήτηση ίσως αξίζει να συμπεριλάβουμε περισσότερο και την οπτική παιδεία.

Γιατί ένα φωτογραφικό λεύκωμα, όπως «Η Ελλάδα που χάνεται», και άλλα παρεμφερή να βρίσκονται κυρίως στις βιβλιοθήκες φωτογράφων, συλλεκτών, ιστορικών ή ανθρώπων που ήδη ενδιαφέρονται για τη φωτογραφία; Γιατί να μη βρουν τη θέση τους και στις σχολικές βιβλιοθήκες; Όχι ως υποκατάστατο ενός σχολικού εγχειριδίου, ούτε ως απλή εικονογράφηση ενός ήδη διατυπωμένου μαθήματος, αλλά ως αυτόνομο εργαλείο παρατήρησης και διερεύνησης.

Στο δημοτικό, στο γυμνάσιο και στο λύκειο, ένα φωτογραφικό αρχείο μπορεί να γίνει αφετηρία για συζητήσεις γύρω από την κοινωνική ιστορία, την εργασία, την οικογένεια, την αρχιτεκτονική, την επαρχία, την αστικοποίηση, τις κοινωνικές σχέσεις ή τη μεταβολή του δημόσιου χώρου. Μπορεί ακόμη να εισαγάγει τα παιδιά σε μια βασική αλλά συχνά παραμελημένη δεξιότητα. Να κατανοούν ότι η φωτογραφία δεν είναι απλώς «αυτό που συνέβη», αλλά αποτελεί μια επιλογή του φωτογράφου, ένα κάδρο, μια στιγμή, μια θέση απέναντι στην πραγματικότητα. Η Ιστορία, άλλωστε, δεν περιλαμβάνει μόνο ημερομηνίες, πολέμους και πολιτικές εξελίξεις. Αποτελείται επίσης από μικρές ζωές, καθημερινές χειρονομίες, επαγγέλματα που εξαφανίστηκαν, δωμάτια που άλλαξαν χρήση, τρόπους συνύπαρξης και αντικείμενα που κάποτε ήταν αυτονόητα και σήμερα χρειάζονται επεξήγηση.

Ίσως λοιπόν ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 1976 να έχει σήμερα έναν εντελώς διαφορετικό λόγο να επιστρέψει και να αποτελέσει αφορμή για συζήτηση. Η Ελλάδα που χάνεται ήταν τότε μια φωτογραφική μαρτυρία ενός κόσμου που μεταβαλλόταν. Σήμερα είναι ταυτόχρονα ένα αρχείο του μετασχηματισμού εκείνης της κοινωνίας και μια ευκαιρία να αναρωτηθούμε πώς μαθαίνουμε να «κοιτάζουμε» το παρελθόν.

Από την «Ελλάδα που χάνεται» στην Ελλάδα που χάθηκε, η απόσταση δεν είναι μόνο πενήντα χρόνια. Είναι η απόσταση ανάμεσα σε μια γενιά που μπορούσε ακόμη να αναγνωρίσει αυτόν τον κόσμο ως καθημερινότητα και σε μια γενιά που μπορεί να τον γνωρίσει μόνο μέσα από μαρτυρίες, αφηγήσεις και εικόνες. Ίσως λοιπόν εκεί ακριβώς βρίσκεται σήμερα η μεγαλύτερη αξία αυτών των φωτογραφιών. Όχι σε όσα κατάφεραν να διασώσουν, αλλά και στις ερωτήσεις που εξακολουθούν να μας αναγκάζουν να θέτουμε.

Δειτε περισσοτερα

Το φωτογραφικό λεύκωμα «Η Ελλάδα που χάνεται» του Γιάννη Δήμου γίνεται ιστορικό αρχείο και εργαλείο οπτικής παιδείας για τις νέες γενιές.
Από την «Ελλάδα που χάνεται» στην Ελλάδα που χάθηκε;

Πενήντα χρόνια μετά την έκδοση του φωτογραφικού λευκώματος του Γιάννη Δήμου, οι εικόνες ενός κόσμου που σταθερά απομακρύνεται αποκτούν νέα σημασία. Τι μπορούν να πουν σήμερα στις γενιές που δεν τον γνώρισαν ποτέ;