- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Η καλή, η κακή και η άσχημη λογοτεχνία
Όψεις της πόλης, αναμνήσεις, πράγματα που συνέβησαν παλιά, και πράγματα που συμβαίνουν σήμερα γύρω μας
Ημερολογιακές καταχωρίσεις για κάθε χρήση
Βιβλία για λίγους και καλούς
Έναν καιρό, τα βιβλία ήταν του Θεού. Βασικά, ΤΟ βιβλίο. Δεν είχε άλλα, ήταν μόνο ένα και να καίει: του Θεού. Ή μάλλον, υπήρχαν και μερικά ακόμη, αλλά βέβαια ήταν όλα τους αιρετικά, κατάλληλα μόνο για προσάναμμα — κατά προτίμηση, μαζί μ’ αυτούς που τα διάβαζαν. Όμως, εδώ και όχι πολύ λίγες γενιές, τα βιβλία είναι των ανθρώπων. Ποιων ανθρώπων; Λοιπόν, ΟΛΩΝ των ανθρώπων. Δηλαδή, αυτό που λέμε —και ακούγεται καλό, σε κάποιους κύκλους— «του λαού». Ή, για να το πούμε λίγο λιγότερο κομψά: τα βιβλία είναι λαϊκά πράγματα. Σαν τι λαϊκά; Λαϊκά σαν τα τραγούδια. Σαν την τηλεόραση. Και, μάλιστα, έχουν το ίδιο κοινό με τα τραγούδια και την τηλεόραση. Κι αν τα τραγούδια είναι υπεράνω υποψίας, ας μην ξεχνάμε πως το μεγαλύτερο ποσοστό των αναγνωστών είναι και τηλεθεατές. Παράξενο; Καθόλου: τα βιβλία είναι λαϊκά πράγματα.
Αλλά είναι και κάτι ακόμα: τα βιβλία υπήρξαν επίσης —ανέκαθεν— ένας χώρος αέναων παρεξηγήσεων, παρεξηγήσεων που ξεκινούν πάντα —ανά μισή γενιά και κάτι ψιλά— ξανά και ξανά από την αρχή, κάτι ορισμένως κάπως βαρετό για τους παλαιοτέρους. Π.χ. —κι αυτή είναι ίσως η πιο παλιά και πιο ακραία παρεξήγηση, που κυκλοφορεί σε κάποια πανεπιστήμια, στα λογοτεχνικά περιοδικά, στις στήλες κριτικής ορισμένων κυριακάτικων εφημερίδων, στις συζητήσεις μετά τις παρουσιάσεις βιβλίων σε σκοτεινά καφωδεία και αλλού—, ότι τα βιβλία, ή μάλλον τα ΚΑΝΟΝΙΚΑ βιβλία, είναι πολύ σοβαρά πράγματα — είναι δύσκολα — είναι ζόρικα — είναι τσεκούρια που σπάνε την παγωμένη θάλασσα εντός μας — ότι αν δεν αρέσουν στον Μπλουμ είναι για τ’ ανάθεμα, ξένα, άλιεν, επήλυδες: «λάθρο». Ή ότι η πραγματική λογοτεχνία —η λογοτεχνία που μετράει, που έχει αξία, που αξίζει να διαβαστεί, που ήρθε για να μείνει— αφορά κάποιους πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους. Μορφωμένους. Καλλιεργημένους. Ανθρώπους που ξέρουν να την εκτιμήσουν. Διανοούμενους. Ανθρώπους των γραμμάτων. Στεναχωρημένους ανθρώπους. Με ένα μόνιμο κοινωνικό συνοφρύωμα. Με ένα παγωμένο ρίγος στην καρδιά. Με πόνο στο διάφραγμα. Με κάτι ακαταλαβίστικο στον λόγο τους. Και πάντως όχι την πλέμπα.
Ή ότι η πραγματική λογοτεχνία —η λογοτεχνία που μετράει, που έχει αξία, που αξίζει να διαβαστεί, που ήρθε για να μείνει— αφορά κάποιους πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους. Μορφωμένους. Καλλιεργημένους. Ανθρώπους που ξέρουν να την εκτιμήσουν. Διανοούμενους. Ανθρώπους των γραμμάτων. Στεναχωρημένους ανθρώπους
Όπως προφανέστατα καταλαβαίνει ο υποψιασμένος συνομιλητής μας, η δεύτερη σκέψη είναι η σκέψη μιας αυτοχρισμένης ελίτ, ενώ η πρώτη σκέψη, που επέχει θέση αξιώματος όπως και κάθε παρόμοια, έλκει την καταγωγή της από εκείνα τα παλιά χρόνια με το Ένα τε και Μοναδικό Βιβλίο, το εξ Αποκαλύψεως σύγγραμμα, το Μεγάλο Θεϊκό Πράγμα. Είναι μια παπαδίστικη σκέψη και ιδέα, για να μην πούμε προνεωτερική και φανούμε υπερβολικοί. Και δεν έχει να κάνει μόνο με τον Πανάγαθο συγγραφέα με τα μούσια και την κελεμπία: έχει να κάνει —κυρίως— και με αυτούς που τον διάβαζαν. Και οι δύο είναι λάθος. Υπό προϋποθέσεις, μάλιστα, είναι έως και επικίνδυνες.
Στα σκοτεινά χρόνια της αρχαιότητας —ας μας επιτραπεί, σε σύγκριση με το σήμερα, να θεωρούμε σκοτεινά ΟΛΑ τα χρόνια ΚΑΘΕ αρχαιότητας—, αυτός που ερμήνευε τας Γραφάς, και αργότερα αυτός που απλώς διάβαζε, ανήκε σε μία πολύ συγκεκριμένη τάξη, ενώ αυτός που δεν διάβαζε —ή, με άλλα λόγια, όλο το υπόλοιπο 99,9% του πληθυσμού που δεν είχε καμία πρόσβαση στη γνώση— ανήκε στον λαουτζίκο, στον κατιμά: η γνώση, και κατ’ επέκτασιν τα γράμματα, ήταν ένδειξη στάτους, κοινωνικής θέσης, κύρους, ευγενούς αίματος. Ήταν κάτι σαν να είχες έναν δράκο για κατοικίδιο. Αυτό άλλαξε, τυπικά, με τον Γουτεμβέργιο. Και μετά με τον γενικό εγγραμματισμό. Και μετά με τις φτηνές εκδόσεις. Και μετά με τις δημόσιες βιβλιοθήκες. Και μετά με τα βίπερ. Και μετά με το ίντερνετ. Και μετά με τα σόσιαλ. Και μετά με το Α.Ι. Αλλά οι νοοτροπίες δεν αλλάζουν τόσο εύκολα όσο η πραγματικότητα. Το βιβλίο —το «σοβαρό» βιβλίο— παρέμεινε στο φαντασιακό πολλών ανθρώπων σαν κάτι που ανήκει σε ΚΑΠΟΙΑ ΑΤΟΜΑ.
Ήταν κάτι σαν να είχες έναν δράκο για κατοικίδιο. Αυτό άλλαξε, τυπικά, με τον Γουτεμβέργιο. Και μετά με τον γενικό εγγραμματισμό. Και μετά με τις φτηνές εκδόσεις. Και μετά με τις δημόσιες βιβλιοθήκες. Και μετά με τα βίπερ
Έχει άραγε να κάνει με την ποιότητα αυτή η ανάγκη να κρατηθεί η λογοτεχνία για τους λίγους; Μπορεί να έχει. Μπορεί όμως να έχει να κάνει και με τον έλεγχο: με το ποιος αποφασίζει τι αξίζει, με το ποιος έχει το δικαίωμα να ορίζει τη σοβαρή τέχνη και να τη διαχωρίζει από την ασόβαρη, με το ποιος, κατ’ επέκτασιν, ανήκει στο περιποιημένο και γουστόζικο αυτό παρισινό σαλόν, και με το ποιον ωφελεί αυτή η ιεραρχία του γούστου. Πού τον ωφελεί; Σε έναν πολύ συγκεκριμένο, και πολύ μικρό, «κόσμο». Στον υπόλοιπο κόσμο, έξω απ’ αυτή την πλατωνική σπηλιά, τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά. Και ευτυχώς.
Μπεστσελεράδες
Τα βιβλία που πουλάνε σήμερα —που πραγματικά πουλάνε, που κρατάνε ανοιχτά τα βιβλιοπωλεία, που πληρώνουν τους εκδότες, που πληρώνουν τους σγγραφείς, που χρηματοδοτούν τις σειρές σοβαρής λογοτεχνίας— είναι κυρίως, πέραν των παιδικών, τρεις-τέσσερις κατηγορίες. Τα romantasy, που είναι τα παλιά Άρλεκιν αναγεννημένα με δράκους και μαγεία. Τα ψυχολογικά θρίλερ, με τις απανωτές ανατροπές μέχρι την τελευταία σελίδα. Τα βιβλία αυτοβελτίωσης, που υπόσχονται ότι αν ακολουθήσεις πέντε συνήθειες θα γίνεις μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου. Και κάποιες κατηγορίες-υβρίδια, ανάμεσα σε αυτές το cozy mystery και το booktok fiction (γιατί το TikTok δεν προμοτάρει μόνο romantasy). Αυτά τα βιβλία δεν παίρνουν λογοτεχνικά βραβεία. Δεν γράφει κανείς γι’ αυτά κριτικές στις εφημερίδες και στα σοβαρά σάιτ. Δεν διδάσκονται στα πανεπιστήμια. Και όμως, χωρίς αυτά, οι εκδοτικοί οίκοι που εκδίδουν literary fiction δεν θα υπήρχαν. Ούτε καν μπόλικα από τα καλά μας βιβλιοπωλεία. Κι αυτή η μικρή αλήθεια συχνά δεν ακούγεται πολύ καθαρά· αυτό το πρακτικό ζητηματάκι αγνοείται συστηματικά.
Αυτά τα βιβλία δεν παίρνουν λογοτεχνικά βραβεία. Δεν γράφει κανείς γι’ αυτά κριτικές στις εφημερίδες και στα σοβαρά σάιτ. Δεν διδάσκονται στα πανεπιστήμια. Και όμως, χωρίς αυτά, οι εκδοτικοί οίκοι που εκδίδουν literary fiction δεν θα υπήρχαν
Τα βιβλιοπωλεία δεν επιβιώνουν από τη σοβαρή λογοτεχνία. Αν κάποιος πιστεύει ότι τα ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία στηρίζονται στις πωλήσεις του τελευταίου νικητή του Μπούκερ, καλύτερα ας σκεφτεί λίγο περισσότερο. Γιατί κάνει λάθος. Στηρίζονται στις γυναίκες που έρχονται κάθε μήνα για τη νέα έκδοση της αγαπημένης τους σειράς. Στους θαυμαστές των αστυνομικών που αγοράζουν αδιαλείπτως τις νέες κυκλοφορίες, κι ας είναι σχεδόν ίδιες με τις παλιές, απλώς με άλλους τίτλους. Στους γονείς που ψάχνουν για βιβλία αυτοβελτίωσης για να «γίνουν καλύτεροι» και για να μην τρελαθούν με τα παιδιά τους που μπήκαν στην εφηβεία και κάνουν σαν τον Ταρζάν στη ζούγκλα.
Αλλά και οι εκδοτικοί οίκοι λειτουργούν με την ίδια λογική. Ο ίδιος εκδότης που τυπώνει το μυθιστόρημα μιας άγνωστης συγγραφέως από την Αφρική που —εν γνώσει του— θα πουλήσει κάτω από χίλια αντίτυπα —και πολλά λέμε—, χρηματοδοτεί αυτή την έκδοση με τα κέρδη από το νέο θρίλερ που πούλησε δέκα χιλιάδες. Ας το αποδεχτούμε κι ας πάμε παρακάτω: η λαϊκή λογοτεχνία στηρίζει την υψηλή· η αναγνώστρια του romantasy πληρώνει την ύπαρξη της πρωτοποριακής ποίησης.
Ας κάνουμε όμως ένα βηματάκι πίσω — γιατί αυτό που περιγράφουμε δεν είναι κάποια σκανδαλώδης επινόηση του 21ου αιώνα. Η λαϊκή λογοτεχνία υπήρχε πάντα. Και —οποία σύμπτωσις— πάντα κυριαρχούσε. Τον 18ο αιώνα, τα μυθιστορήματα ήταν το ελαφρύ ανάγνωσμα της εποχής — κάτι που οι σοβαροί άνθρωποι κοιτούσαν με καχυποψία, ή και τρόμο, και το αντιμετώπιζαν ρίχνοντας αιθέρα στο μαντίλι τους. (Ή κολόνια, δεν είμαι σίγουρος). Oh mon dieu.
Η λαϊκή λογοτεχνία υπήρχε πάντα. Και —οποία σύμπτωσις— πάντα κυριαρχούσε
Στον 19ο, τα φυλλάδια με σούπερ ηρωικές περιπέτειες —τα «penny dreadfuls» στην Αγγλία, τα «feuilletons» στη Γαλλία—, πουλούσαν κάμποσα εκατομμύρια αντίτυπα. Ο Αλέξανδρος Δουμάς δημοσίευε τους «Τρεις Σωματοφύλακες» σε συνέχειες στην εφημερίδα, και στα καφενεία τον διάβαζαν άπαντες. Όπως τον 20ό αιώνα κάτι εκατομμύρια άνθρωποι του Θεού διάβαζαν pulp fiction — τα φτηνά περιοδικά με τα παλαβά εξώφυλλα και τις αλλούτερες ιστορίες. Ανάμεσα στους συγγραφείς των παλπ ήταν βέβαια και κάποιοι που έτυχε να γίνουν κάπως πιο γνωστοί στη συνέχεια: ο Ρέιμοντ Τσάντλερ, ο Ντάσιελ Χάμετ, ο Φίλιπ Κ. Ντικ — κάτι τέτοιοι. Οι άνθρωποι αυτοί έγραφαν για να πληρωθούν. Έγραφαν γρήγορα. Έγραφαν για αναγνώστες που ήθελαν εξεζητημένα στόρι, φρενήρη ρυθμό, συναρπαστική πλοκή, ατέλειωτα ρίγη, μεγάλες συγκινήσεις: ήθελαν να ακούν τον ήχο της γραφομηχανής μέσα στο κεφάλι τους. Αργότερα ήρθαν τα μεγάλα δακρύβρεχτα μπεστ-σέλερ, και τα μεγάλα περιπετειώδη μπεστ-σέλερ. Τα μυθιστορήματα της Τζάκι Κόλινς. Ο Ντάνιελ Στιλ, που έχει γράψει πάνω από εκατόν ογδόντα βιβλία και έχει πουλήσει οκτακόσια εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Ο Κράιτον. H Τζούντιθ Κραντζ. Ο Πάολο Κοέλιο. Προφανώς, όλη αυτή την ώρα ο σοβαρός κόσμος της λογοτεχνίας τούς κοίταζε αφ’ υψηλού. Ακόμη τούς κοιτάζει αφ’ υψηλού. Και πάντα θα τους κοιτάζει. Oh well.
Έγραφαν για αναγνώστες που ήθελαν εξεζητημένα στόρι, φρενήρη ρυθμό, συναρπαστική πλοκή, ατέλειωτα ρίγη, μεγάλες συγκινήσεις: ήθελαν να ακούν τον ήχο της γραφομηχανής μέσα στο κεφάλι τους
Παρά ταύτα, είναι σαφές πως οι μισοί εδώ μέσα σκέφτονται: «Εντάξει, αλλά ας μην τα κάνουμε όλα ίσωμα. Γιατί σαφώς και υπάρχει διαφορά μεταξύ ενός βιβλίου που γράφτηκε για να πουληθεί μπαμ-μπαμ, και ενός βιβλίου που γράφτηκε με φροντίδα — με κόπο — με βάσανο — με το αίμα της ψυχής του συγγραφέα». Αυτό είναι αλήθεια. Ένα παλπ θριλεράκι γραμμένο σε τρεις εβδομάδες για να αξιοποιήσει μια τάση της αγοράς δεν είναι το ίδιο πράγμα με ένα μυθιστόρημα πάνω στο οποίο ο συγγραφέας του δούλεψε εφτά ή δεκαεφτά χρόνια, ενώ το πρωί δούλευε σε μια άθλια θέση του δημοσίου. Ναι, δεν λέω. Αλλά ας είμαστε μια στάλα επιεικείς και μ’ αυτούς τους μπεστσελεράδες. Άνθρωποι είναι κι αυτοί, και κάνουν μια δουλειά για να ζήσουν. Και κάποιοι το επιβραβεύουν αυτό. Και, επίσης, δεν είναι όλοι τους τού ενός βιβλίου τη δεκαετία.
Πάρτε τον Σέξπιρ, ας πούμε: ψυχαγωγία for the masses. Ο τύπος έγραφε για ανθρώπους που στέκονταν όρθιοι μπροστά στη σκηνή, που έτρωγαν και έπιναν κατά τη διάρκεια της παράστασης, που γιουχάιζαν αν δεν τους άρεσε, και που πετούσαν πράγματα όταν μεθούσαν λιγάκι παραπάνω. Πάρτε τον Ντοστογιέφσκι: θα είχε γράψει τα μισά των μισών από όσα έγραψε αν δεν τον κυνηγούσαν τα χρέη από τον τζόγο. Δείτε τον Τολστόι, που ήταν κάτι σαν ροκ σταρ την εποχή του. Ή τον Ντίκενς, που δημοσίευε σε συνέχειες κι αυτός, σε λαϊκά περιοδικά, για αναγνώστες της εργατικής τάξης. Ή τον Στίβεν Κινγκ — που έχει πουλήσει περισσότερα βιβλία από σχεδόν οποιονδήποτε άλλον ζωντανό συγγραφέα: εντάξει, χάλια είναι και δεν τον αγαπά ο Κανόνας, αλλά πάλι καμιά εκατοστή ειδικοί τον θεωρούν έναν από τους κορυφαίους αφηγηματικούς στυλίστες της αμερικανικής λογοτεχνίας ever. (Κι εμείς τον θεωρούμε όλοι-τους-και-μόνος-του, και δη χαλαρά). Ή την Άγκαθα Κρίστι, που επινόησε το αστυνομικό μυθιστόρημα. Ελαφριά κι αυτή, τα βιβλία της διαβάζονται τόσο εύκολα, όσο εύκολα τρώγονται και τα φιστίκια Αιγίνης. Ή τον Κάρβερ, που έγραφε για εργάτες, για ανθρώπους που κατεβάζουν τη μια μπίρα μετά την άλλη στο τραπέζι της κουζίνας και δεν ξέρουν πώς να πουν αυτό που νιώθουν. Ή τον Λάβκραφτ, τον πιο παλπ από τους παλπ, που όμως μόνο πέντε ή δέκα από τους σημερινούς σούπερ σοβαρούς συγγραφείς σε όλο τον πλανήτη Γη μπορούν να γράψουν σαν κι αυτόν. (Και λέμε πολλούς, στην πραγματικότητα είναι ακόμη λιγότεροι, γιατί ο Έιτς-Πι ήταν εξωγήινος, και ήξερε και πολλά καντάρια γράμματα).
Πάρτε τον Ντοστογιέφσκι: θα είχε γράψει τα μισά των μισών από όσα έγραψε αν δεν τον κυνηγούσαν τα χρέη από τον τζόγο. Δείτε τον Τολστόι, που ήταν κάτι σαν ροκ σταρ την εποχή του
Θέλω να πω, οκέι.
Τι, και πώς, πουλάει τελικά;
Τα έργα που πουλάνε περισσότερο από άλλα και κάνουν γνωστό (και πλούσιο) τον συγγραφέα τους (αυτόν τον αιμοδότη της πολύπαθης και ευαίσθητης αγοράς του βιβλίου) πουλάνε συνήθως επειδή κάποιοι άνθρωποι που τα διάβασαν και κάτι τούς άγγιξε διαβάζοντάς τα μίλησαν γι’ αυτά σε κάποιους τρίτους. Αυτό συνέβαινε προφανώς από πάντα —ουδέν καινόν—, αλλά το βλέπει κανείς υπό θηριώδεις διαστάσεις τα τελευταία δέκα-δεκαπέντε χρόνια με τα σόσιαλ μίντια.
Το BookTok —ο χώρος στο TikTok όπου νέοι ηλικιακά αναγνώστες μοιράζονται τις απόψεις τους για διάφορα βιβλία— έγινε ένας από τους πιο ισχυρούς παράγοντες πωλήσεων στη διεθνή αγορά βιβλίου. Βιβλία που είχαν βγει χρόνια πριν αναβίωσαν επειδή κάποιο δεκαεφτάχρονο κορίτσι στο TikTok είπε ότι την έκαναν να κλάψει. Γενικά, τα δεκαεφτάχρονα κορίτσια ωφέλησαν την αγορά του βιβλίου την τελευταία δεκαετία όσο όλες οι πολιτικές βιβλίου μαζί. Fact.
Ο εκδοτικός κόσμος —που παραδοσιακά ελεγχόταν από συγκεκριμένες ελίτ, από συγκεκριμένα περιοδικά, από συγκεκριμένους gatekeepers— είδε ξαφνικά ότι πλέον δεν ελέγχει σχεδόν τίποτα. Οι αναγνώστες αποφάσιζαν μόνοι τους τι θα διαβάσουν. Και αυτό τρόμαξε πολλούς. Ακούστηκαν φωνές για κατρακύλα του γούστου, για επικράτηση της μετριότητας, για αναγνώστες που δεν ξέρουν να εκτιμήσουν την πραγματική λογοτεχνία. Αυτό που δεν ειπώθηκε είναι ότι για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους κάμποσα εκατομμύρια νέοι άνθρωποι έμαθαν να αγαπούν το διάβασμα, να κουβαλάνε βιβλία παντού, να φτιάχνουν λέσχες ανάγνωσης, να συζητάνε για χαρακτήρες σαν να ήταν φίλοι τους. Μήπως είναι όντως κατρακύλα αυτό; Ή μπας και είναι ακριβώς αυτό που θέλαμε; Discuss.
Αυτό που δεν ειπώθηκε είναι ότι για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους κάμποσα εκατομμύρια νέοι άνθρωποι έμαθαν να αγαπούν το διάβασμα, να κουβαλάνε βιβλία παντού, να φτιάχνουν λέσχες ανάγνωσης, να συζητάνε για χαρακτήρες σαν να ήταν φίλοι τους
Ας δούμε όμως ποιος είναι ο μέσος αναγνώστης των περίφημων romantasy, της ατμομηχανής του εκδοτικού κόσμου όπου γης στην εποχή μας. Είναι πιθανόν γυναίκα, ανάμεσα στα είκοσι και τα σαράντα, εργάζεται, έχει ενάμισι παιδί (σόρι), έχει ένα σκασμό υποχρεώσεις, και ζει σε έναν κόσμο όπου διάφοροι ανώμ— συγγνώμη, διάφοροι υπερήφανοι άντρες που δεν σηκώνουν πολλά-πολλά εισβάλλουν σε ξένες χώρες και κάνουν τη γη ανάστα ο Κύριος. Τη νύχτα, ή στο μετρό, ή στο διάλειμμα της δουλειάς, αυτή η γυναίκα (ή ο άντρας, ή το οτιδήποτε, και με οποιοδήποτε ελαφρύ ανάγνωσμα του καλού Θεού) θέλει να φύγει κάπου αλλού. Θέλει μια ιστορία που να την τραβά, που να τη συναρπάζει, που να την κάνει να θέλει να μάθει τι γίνεται στη συνέχεια. Θέλει συναίσθημα. Θέλει να νιώσει πράγματα. ΠΟΛΥ ΑΣΧΗΜΟ ΟΛΟ ΑΥΤΟ, ΕΤΣΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ;
Χμμ… δεν ξέρω. Πάντως μοιάζει τρομερά, αν το καλοσκεφτείς, μ’ αυτό που έκανε πάντα η λογοτεχνία. Ο Όμηρος, π.χ., ή, ξανά, ο Βάρδος. («Μα συγκρίνεις τώρα τον Όμηρο και τον Σέξπιρ με τις συγγραφείς των Άρλεκιν με δράκους;» Ε ναι, με τι θα τους συγκρίνω; Με ταχυδρομικά περιστέρια;…) Αυτό έκαναν τα μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, που ήταν το Netflix της εποχής τους. (Το Netflix , όχι το ΗΒΟ). Η ανάγκη για αφηγήσεις, για ιστορίες, για καρδιοχτύπι και ιδρώτα, είναι πιο παλιά και από την ανάγκη μας για φωτιά. Και (αν δεν σας πείσαμε μ’ αυτή την παραδοξότητα), ξέρουμε δα πως προηγείται κάθε άλλης ανάγκης μας για τέχνη, της μουσικής συμπεριλαμβανομένης. Είναι στο DNA μας — ο τρόπος που οργανώνουμε την εμπειρία, που κατανοούμε τον κόσμο, που επεξεργαζόμαστε τι σημαίνει να είναι κανείς άνθρωπος, και τι διάολο ακριβώς κάνουμε εδώ. Ή έστω: τι κάνουμε στο περίπου. Κι αν αυτή η ανάγκη εκπληρώνεται με ένα romantasy ή με ένα ψυχολογικό θρίλερ ή με ένα βιβλίο αυτοβελτίωσης, ή με το βιβλιαράκι του χαζούλη νεαρού συγγραφέα που προμοτάρει τον εαυτό του στο Facebook προκαλώντας μας να του πετάξουμε ντομάτες — μάλλον αυτό δεν είναι υποκατάστατο κάποιας αληθινής εμπειρίας, όχι; Ίσως να είναι η ίδια η fucking αληθινή εμπειρία.
Είναι στο DNA μας — ο τρόπος που οργανώνουμε την εμπειρία, που κατανοούμε τον κόσμο, που επεξεργαζόμαστε τι σημαίνει να είναι κανείς άνθρωπος, και τι διάολο ακριβώς κάνουμε εδώ. Ή έστω: τι κάνουμε στο περίπου
Δεν θέλουμε να κλείσουμε αυτό το σημείωμα λέγοντας το γνωστό και ηρωικό, ότι από το romantasy θα ανακαλύψει, ίσως, κανείς την επιστημονική λογοτεχνία της Ούρσουλα Λεγκέν, ή ότι από τα θρίλερ θα πας στον Κόρμακ Μακάρθι, και από τα αστυνομικά της δεκάρας θα φτάσει στον Σιμενόν. Δεν μας νοιάζει να το πούμε αυτό, κι ας συμβαίνει κατά κόρον. Δεν έχει σημασία ο αναγνώστης τού χι είδους να καταλήξει ντε και καλά να διαβάζει Φόκνερ και Γουλφ και Έμιλι Ντίκινσον. Σημασία έχει να βρίσκει ο καθένας τον δρόμο του και να μη βάζουμε τρικλοποδιές αναμεταξύ μας.
Αν μη τι άλλο, επίσης, εμείς παρακαλάμε να είχαμε χρόνο και άνεση, ή να μας έπεφτε το ρημάδι το Τζόκερ, για να διαβάζουμε μόνο Τζέιμς Τσέις και Λουίς Λαμούρ. Στο καφενείο. Με καφέ, ή μπίρα, κριτσίνια και τυρί.
* * *
Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Τρίτη και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Μην ξεχνάτε, επίσης, πως έχουμε και πόντκαστ! Σας ευχαριστούμε πολύ.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Όψεις της πόλης, αναμνήσεις, πράγματα που συνέβησαν παλιά, και πράγματα που συμβαίνουν σήμερα γύρω μας
«Aξίζει να προσπαθήσουμε αλλά δεν νομίζω ότι έχουμε άλλη επιλογή»
Από το Μπουένος Άιρες στην Αθήνα, με μια ιστορία βίας
Ιστορικές μελέτες και μαρτυρίες φωτίζουν πρόσωπα και γεγονότα που διαμόρφωσαν τη σύγχρονη Ελλάδα.
Οι Μι Δέλτα και Δημήτρης-Κρις Αγκαράι ζωντανεύουν λέξεις και εικόνες σε ένα graphic novel που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μικρός Ήρως
Στο βιβλίο «Αυτοβιογραφία του κόκκινου» η Κάρσον απελευθερώνει τον Γηρυόνη από τα στερεότυπα του μύθου σύμφωνα με τον οποίο σκοτώνεται από τον ημίθεο Ηρακλή
Ποιητές από όλη τη Μεσόγειο συναντιούνται στην Αθήνα
Μην πιστεύετε διάφορα άρθρα που ανακοινώνουν τον θάνατο του βιβλίου, υπερβάλλουν και μας τρομοκρατούν τζάμπα και βερεσέ εμάς τους βιβλιόφιλους
Μια «επανεκκίνηση» με ελληνικό πρόσημο
Η Ευαγγελία Κακούρου μετατρέπει τον φόβο του οδοντιάτρου σε μια ευφάνταστη περιπέτεια με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Στοματικής Υγείας
Μια χαλαρή συλλογή κειμένων, γραμμένων με διαφορετικό ύφος, υψηλής αισθητικής και υποβρύχιου στοχασμού
Η ζωή και το έργο του Έλληνα ποιητή που τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας
Ένα επίκαιρο μυθιστορηματικό δοκίμιο με απαντήσεις για τα υδατικά προβλήματα από τον Ομ. Καθηγητή της Πολυτεχνικής Σχολής στο ΑΠΘ
Το έργο του διερευνά συχνά ζητήματα ποίησης, ιστορίας και λογοτεχνίας
Το μυθιστόρημα «Η βιβλιοθήκη των ανήσυχων κόσμων» του Ξενοφώντα Μπρουντζάκη (Εκδόσεις Οξύ) κυκλοφορεί στις 23 Μαρτίου
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Ψυχογιός
Τα βιβλιοπωλεία δεν είναι εκεί για να πουλάνε — απλώς — βιβλία
Η νέα λίστα θα συνδυάζει πωλήσεις βιβλίων και απήχηση στα social media για να αναδεικνύει τα πιο δημοφιλή αναγνώσματα
Οι επιμελητές του Μικέλα Χαρτουλάρη, Χρήστος Αστερίου και Λευτέρης Καλοσπύρος μιλούν για την ιδέα, τα μεγάλα ονόματα και το στοίχημα να γίνει η πόλη σημείο συνάντησης συγγραφέων και αναγνωστών
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.