- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Ποια μικρά-ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία θα επιβιώσουν και γιατί
Τα βιβλιοπωλεία δεν είναι εκεί για να πουλάνε — απλώς — βιβλία
Μικρά ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία στην Αθήνα: Πολλά, πάρα πολλά προβλήματα
Αν και οι πελάτες των βιβλιοπωλείων είναι λίγοι, και οπωσδήποτε πολύ λιγότεροι από όσους θα θέλαμε, χωρίζονται σε πολύ περισσότερους τύπους από όσους θα περίμενε κανείς. Έχουμε μιλήσει σε προηγούμενα σημειώματα γι’ αυτούς, και θα το ξανακάνουμε και στο μέλλον (γιατί μάς αρέσει να ασχολούμαστε με τέτοια). Σήμερα, όμως, έχει απλώς σημασία να μείνουμε σε δύο μόνο: σ’ αυτόν που ξέρει τι θέλει, και σ’ αυτόν που δεν ξέρει τι ακριβώς θέλει.
Αν τα βιβλιοπωλεία ήταν «κανονικά» καταστήματα, και αν ήταν εκεί μόνο για να πουλάνε βιβλία, ο πρώτος τύπος πελάτη δεν θα είχε πρόβλημα έτσι και αγόραζε τα βιβλία του από ένα μαγαζί που οι υπάλληλοί του θα ήταν ρομπότ ή τεχνητές νοημοσύνες. Από την άλλη, ο δεύτερος τύπος πελάτη θα ήθελε πιθανώς δίπλα του έναν άνθρωπο, τον βιβλιοπώλη, που θα του έκανε μερικές προτάσεις κομμένες και ραμμένες στα μέτρα του, ή στα μέτρα του ατόμου για το οποίο προορίζεται το βιβλίο που θέλει να πάρει. Αλλά τα βιβλιοπωλεία δεν είναι «κανονικά» καταστήματα. Είναι μικρές επιχειρήσεις μεν, αλλά εξόχως ιδιαίτερες δε. Και δεν είναι εκεί για να πουλάνε —απλώς— βιβλία.
Αλλά τα βιβλιοπωλεία δεν είναι «κανονικά» καταστήματα. Είναι μικρές επιχειρήσεις μεν, αλλά εξόχως ιδιαίτερες δε
Τώρα, υπάρχει μια παλιά, άγραφη σύμβαση ανάμεσα στον βιβλιοπώλη και τον αναγνώστη: ο πρώτος γνωρίζει τα βιβλία του, και μάλιστα έχει άποψη γι’ αυτά, και μάλιστα έχει διαβάσει και πολλά από αυτά· και ο δεύτερος εμπιστεύεται αυτή τη συσσωρευμένη γνώση. Για πολλές δεκαετίες, αυτό αρκούσε. Ένας βιβλιοπώλης (και στο εξής πλέον στο παρόν σημείωμα θα μιλάμε αποκλειστικά για τα μικρά, ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία, όχι για τα μεγάλα, όχι για τις αλυσίδες), ένας βιβλιοπώλης λοιπόν με πάθος, με μια καλοστημένη βιτρίνα, και με τις σωστές συστάσεις στους πελάτες τύπου βήτα, είχε όλα τα εφόδια για να κρατηθεί όρθιος. Σήμερα, αυτή η σύμβαση μπορεί μεν να μην έχει ακυρωθεί —προφανώς και δεν έχει ακυρωθεί—, αλλά δεν αρκεί πια από μόνη της. Κακώς αρκούσε μέχρι τώρα, αν θέλετε τη γνώμη μου.
Θέλω να πω, ΔΕΝ μπορούμε, ΔΕΝ πρέπει, δεν ΓΙΝΕΤΑΙ να λέμε πως τα βιβλιοπωλεία είναι χώροι όπου εργάζονται άνθρωποι σχετικοί με τα βιβλία, και άνθρωποι που αγαπούν τα βιβλία, και άνθρωποι που μπορούν να σε συμβουλεύσουν για τα βιβλία, και άνθρωποι με τους οποίους μπορούμε να συνεννοούμαστε με τα μάτια, και άνθρωποι που θυμούνται τι σου αρέσει να διαβάζεις και τι απεχθάνεσαι να διαβάζεις, και όλα αυτά τα πολύ όμορφα —και μια στάλα κριντζ— πράγματα. Μα, προφανώς. Αυτό δα έλειπε. Αυτά ΔΕΝ είναι ποιοτικά χαρακτηριστικά ενός βιβλιοπωλείου: είναι οι ίδιοι οι τοίχοι, τα ράφια και οι πάγκοι του. Είναι ό,τι τα τσιγκέλια για τα παλιά κρεοπωλεία. Θέλω να πω: εξυπακούονται, είναι εκ των ων ουκ άνευ που λέγανε παλιά, δεν γίνεται αλλιώς. Δεν λέει να επικαλούμαστε κάτι τόσο προφανές, τόσο ταυτολογικό.
Μα, προφανώς. Αυτό δα έλειπε. Αυτά ΔΕΝ είναι ποιοτικά χαρακτηριστικά ενός βιβλιοπωλείου: είναι οι ίδιοι οι τοίχοι, τα ράφια και οι πάγκοι του. Είναι ό,τι τα τσιγκέλια για τα παλιά κρεοπωλεία
Αλλά όμως, ακριβώς επειδή όλα αυτά είναι έτσι και όχι αλλιώς, και είναι έτσι για όλα τα βιβλιοπωλεία, και ασφαλώς, και ένα παραπάνω, για όσα άνοιξαν το τελευταίο τέταρτο του αιώνα —οπότε μιλάμε για την πιο βιβλιόφιλη γενιά στην ιστορία της χώρας και του κόσμου, πολύ μακριά από τη δεύτερη—, ακριβώς επειδή αυτά είναι κοινός τόπος, ΔΕΝ ΑΡΚΟΥΝ. Όχι από μόνα τους. Αρκούσαν παλιά, για κάποιους λόγους, μα όχι πια.
Γιατί τα πράγματα έχουν αλλάξει. Και δεν έχουν αλλάξει προς το χειρότερο: έχουν αλλάξει ΚΑΙ προς το καλύτερο, ΚΑΙ προς το χειρότερο.
Τα πραγματα έχουν πια αλλάξει
Προς το καλύτερο άλλαξαν γιατί πια δεν κυκλοφορούν πεντακόσια και χίλια βιβλία τον χρόνο, εκ των οποίων τα μισά χωρίς πληρωμένα δικαιώματα και μόνο με το μισό πρωτότυπο κείμενο μεταφρασμένο: κυκλοφορούν ΔΕΚΑΤΡΕΙΣ χιλιάδες βιβλία τον χρόνο, ΜΟΝΟ στα ελληνικά, και κάπου τα χίλια από αυτά —ναι— είναι εκπληκτικές εκδόσεις: βιβλιάρες. Υπάρχει τέτοια ποσότητα, και τέτοια ποικιλία, και τέτοια ποιότητα, που σε ζαλίζει. Μάλιστα, κανείς δεν μπορεί να έχει ούτε καν μία σχετική εποπτεία επί του συνόλου της βιβλιοπαραγωγής. Βασικά κανείς δεν μπορεί να έχει ούτε καν μία σχετική εποπτεία επί του συνόλου της λογοτεχνικής, φέρ’ ειπείν, ή της δοκιμιακής βιβλιοπαραγωγής. Κανείς άνθρωπος, κανείς κριτικός, κανείς βιβλιοπώλης.
Υπάρχει τέτοια ποσότητα, και τέτοια ποικιλία, και τέτοια ποιότητα, που σε ζαλίζει. Μάλιστα, κανείς δεν μπορεί να έχει ούτε καν μία σχετική εποπτεία επί του συνόλου της βιβλιοπαραγωγής
Επίσης, πλέον πολλοί περισσότεροι άνθρωποι διαβάζουν βιβλία. Δεκαπλάσιοι από ό,τι παλιά, και το λέμε μετριοπαθώς. Παλιά διάβαζαν μόνο κάτι πολύ μορφωμένοι, κάτι πανεπιστημιακοί, κάτι φερέλπιδες συγγραφείς. Οι πολλοί διάβαζαν το Ρομάντζο και τη Βεντέτα. Και τον Θησαυρό. Και τον Καζαμία. Ο κόσμος πλέον διαβάζει κατά πολύ μεγαλύτερα ποσοστά, και δεν είναι λίγοι εκείνοι που καταφέρνουν και βγάζουν και λεφτά από αυτή τη συνήθεια του κόσμου. Πραγματικά λεφτά, από τα κανονικά. Οι άνθρωποι δεν αγαπούν λιγότερο τα βιβλία. Δεν ισχύουν αυτά τα πράγματα. Τα αγαπούν περισσότερο, και τα αγοράζουν περισσότερο. Το πρόβλημα για τα μικρά, ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία (ένα από τα προβλήματα) είναι ότι οι δυνάμει πελάτες τους μπορούν να τα αγοράσουν παντού — και φτηνότερα.
Αλλά ας ξεκινήσουμε ανάποδα: αν τα βιβλία που κυρίως αγοράζει το αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα πωλούνταν από την Amazon, και αν τα e-books είχαν πιάσει στη χώρα μας (δεν έπιασαν: λιγότερο από το 1 στα 100 πωληθέντα βιβλία στην Ελλάδα είναι ψηφιακό, και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει ούτε κατά διάνοια τα επόμενα 5-10 χρόνια), δεν θα υπήρχε ήδη ΟΥΤΕ ΕΝΑ μικρό, ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο. Ούτε μισό. Γιατί όλοι μα όλοι θα ψώνιζαν από την καθ’ ημάς Amazon, ή/και θα κατέβαζαν τα βιβλία τους με ένα κλικ από το χι σάιτ.
Μα και πάλι: μολονότι εδώ εξακολουθούμε να αγοράζουμε χάρτινα βιβλία, και μολονότι δεν έχουμε μια Amazon να τα σαρώσει όλα, ΚΑΙ ΠΑΛΙ τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα μικρά, ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία είναι μεγάλα, και συχνά αβάσταχτα. Τα ξέρουμε όλοι όλα, αλλά ας μάς επιτραπεί να επαναλάβουμε τα κυριότερα και εδώ:
- Η Ελλάδα έχει το μικρότερο αναγνωστικό κοινό στην Ευρώπη.
- Το 50% των βιβλίων που πωλούνται αγοράζεται από περίπου το 5% του πληθυσμού.
- Το βιβλίο ποτέ δεν απέκτησε κύρος σε πλατιούς κύκλους. Θεωρείται ακόμη λούσο — λούσο, όμως, που δεν προσδίδει κοινωνικό στάτους όπως άλλα λούσα.
- Το αναγνωστικό κοινό δεν αλλάζει ούτε σήμερα ούτε αύριο με βιβλιοφιλικές εκπαιδευτικές πολιτικές, ακόμη και αν υπήρχαν τέτοιες. Που δεν υπάρχουν. Που και να υπήρχαν, θα κατάφερναν ίσως να εκπαιδεύσουν τη μεθεπόμενη γενιά. Μέχρι τότε, όμως, δεν θα υπάρχουν καθόλου βιβλιοπωλεία σαν τα σημερινά: ούτε μισό.
- Αν διαβάσει κανείς τις δράσεις του τμήματος Anti-piracy του ΟΣΔΕΛ, θα φρίξει. Μόνο το 2025, επιτεύχθηκε η διαγραφή 16.500 παράνομων αρχείων. Η ψηφιακή πειρατεία στον εκδοτικό χώρο παρουσιάζει αύξηση, με ιδιαίτερη έμφαση στα παράνομα audiobooks.
- Οι Έλληνες έχουν όλοι μαζί ένα συγκεκριμένο μπάτζετ για αγορά βιβλίων: θα διαθέσουν όλοι μαζί Χ λεφτά, και όχι Χ λεφτά συν μισό ευρώ. Δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθεί αυτό το συν μισό ευρώ. (Αλλά να αφαιρεθούν ένα ή δέκα εκατομμύριο ευρώ από τα Χ λεφτά, γίνεται πολύ εύκολα: αρκεί μια μικρή διεθνής αναταραχή στις αγορές). Τώρα, αν αυτά τα Χ λεφτά πήγαιναν σε 100 τίτλους, οι συγγραφείς και οι εκδότες αυτών των τίτλων θα ήταν ευτυχείς, και οι βιβλιοπώλες ευτυχέστεροι, καθώς θα διέθεταν και τα 100 αυτά βιβλία στο μαγαζί τους. Αλλά αυτά τα Χ λεφτά μοιράζονται σε κάπου 30.000 τίτλους. (Δηλαδή, χονδρικά τα βιβλία της τελευταίας τριετίας). Κανένα βιβλιοπωλείο βέβαια δεν χωράει τόσα βιβλία, ούτε θα μπορούσε ποτέ να τα διαχειριστεί. Και κανένας εκδότης ή συγγραφέας δεν χαίρεται με τόσο μεγάλο ανταγωνισμό: η πίτα χωρίζεται σε άπειρα κομμάτια πλέον, ήτοι τα τιράζ καταρρέουν, και μπεστ-σέλερ θεωρείται όποιο βιβλίο πιάσει τα 1.000 πωληθέντα κομμάτια.
- Ένα (μικρό) ποσοστό από αυτά τα Χ λεφτά θα πάει στις εφημερίδες που μοιράζουν βιβλία.
- Ένα (όχι και τόσο μικρό) ποσοστό από αυτά τα Χ λεφτά θα δοθεί σε παλαιότερες της τριετίας εκδόσεις (δηλαδή σε βιβλία εκτός Ενιαίας Τιμής), που οι εκδότες ξεστοκάρουν από τα e-shop τους ή σε φεστιβάλ, παζάρια κλπ., κάτι που δεν μπορεί να κάνει το βιβλιοπωλείο.
- Ένα (διόλου αμελητέο) ποσοστό από αυτά τα Χ λεφτά θα πάει στις ιδιωτικές εκδόσεις που έχουν φτάσει να είναι όσες και οι κανονικές.
- Ένα (όχι αμελητέο) ποσοστό από αυτά τα Χ λεφτά θα πάει στα βιβλιοπωλεία που πουλάνε δύο, και τρεις, και παραπάνω φορές ένα καινούργιο βιβλίο, διά τής μεθόδου της επιστροφής, καταστρατηγώντας τον νόμο περί Ενιαίας Τιμής (και βέβαια μην αποδίδοντας χρήματα σε εκδότες και συγγραφείς από τη δεύτερη πώληση και μετά), και σε πλατφόρμες τύπου Metabook: τα νέα παλαιοβιβλιοπωλεία. (Σημείωση: τα παλαιοβιβλιοπωλεία ΔΕΝ είναι βιβλιοπωλεία. Είναι καταστήματα όπου συναλλάσσονται δύο άνθρωποι: ο ιδιοκτήτης και ο πελάτης. Στα βιβλιοπωλεία υπάρχουν αυτοί οι δύο, αλλά προστίθενται σε αυτούς ο εκδότης και ο συγγραφέας. Τα παλαιοβιβλιοπωλεία δεν ανήκουν στην αγορά του βιβλίου).
- Και βέβαια ένα πολύ μεγάλο ποσοστό από τα Χ λεφτά θα πάει στα μεγάλα βιβλιοπωλεία, στις αλυσίδες, στα αεροδρόμια, ακόμη και στα σούπερ-μάρκετ, μας αρέσει δεν μας αρέσει. (Τους συγγραφείς ΦΥΣΙΚΑ και τους αρέσει: ΚΑΝΕΙΣ συγγραφέας ΠΟΤΕ δεν ρώτησε από πού έρχεται αυτό το ευρώ που μπήκε στον λογαριασμό του με τα δικαιώματα: από το βιβλιοπωλείο Σέξπιρ & Συντροφία, ή από τον ΑΒ Βασιλόπουλο; Κανείς, ποτέ. Και αυτό έλειπε).
What is to be done?
Οπότε; Οπότε: μέσα σε αυτό το τοπίο, το μικρό, ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο καλείται να κάνει κάτι εξαιρετικά δύσκολο, εφόσον θέλει να εξακολουθεί να υπάρχει. Καλείται να δικαιολογήσει την ύπαρξή του με όρους που δεν είναι μόνο εμπορικοί. Πώς; Υπάρχουν κάποιοι δοκιμασμένοι τρόποι. Όλοι τούς ξέρουν, ελάχιστοι τους εφαρμόζουν.
Αλλά πριν τούς πούμε, ας θυμίσουμε κάτι ακόμη πιο σημαντικό. Για να εξακολουθεί να υπάρχει ένα μικρό, ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο, δεδομένων όσων είπαμε (και όσων δεν είπαμε: δεν μιλήσαμε εδώ για τα νοίκια, για τα έξοδα, για τις διαφορετικές τιμολογιακές και άλλες πολιτικές τού ενός και του άλλου εκδότη, για τις παρακαταθήκες, για κάποιες περίεργες επιταγές, για την εφορεία κλπ. κλπ.), πρέπει να θυμάται διαρκώς ότι:
- Δεν αρκεί να έχει τα «καλά» βιβλία.
- Δεν αρκεί να έχει τα «σωστά» βιβλία.
- Δεν αρκεί να… μην έχει τα μπεστ-σέλερ που διαβάζουν οι πολλοί. (I mean…)
- Δεν αρκεί να στηρίζει το ένα ή το άλλο κοινωνικό αίτημα ακολουθώντας τον εκάστοτε συρμό.
- Και σίγουρα δεν αρκεί να υποθέτει ότι ασκεί κοινωνικό έργο με την παρουσία του και μόνο. Γιατί δεν το ασκεί. Είναι απλώς ένα μαγαζί. Ιδιαίτερο μεν, μαγαζί δε. Αν ασκούσε κοινωνικό, πολιτιστικό κ.τ.π. έργο, θα το ξέραμε. Όπως πράγματι το ξέρουμε για όσα (λίγα) όντως το κάνουν.
Κατόπιν τούτων, ας δούμε τέσσερις από τους πιο δοκιμασμένους τρόπους επιβίωσης ενός μικρού, ανεξάρτητου βιβλιοπωλείου, για τους οποίους —δόξα τω Θεώ— μιλάμε εδώ και μπόλικα χρόνια, ασφαλώς εις ώτα μη ακουόντων:
[1] Η εξειδίκευση σαν ταυτότητα
Ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους επιβίωσης είναι η εξειδίκευση — και εδώ δεν μιλάμε απλώς για επιχειρηματική στρατηγική, αλλά για κάτι βαθύτερο: τη διαμόρφωση μιας ταυτότητας που δεν μπορεί να αντιγραφεί από κανένα αλγοριθμικό τέχνασμα.
Ένα βιβλιοπωλείο αφιερωμένο αποκλειστικά στον τρόμο, για παράδειγμα, δεν πουλά απλώς βιβλία τρόμου. Πουλά την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε έναν χώρο που σε καταλαβαίνει. Ο επισκέπτης δεν χρειάζεται να εξηγήσει γιατί αγαπά τη Σίρλεϊ Τζάκσον ή γιατί θέλει κάτι «σαν τον Τόμας Λιγκότι αλλά όχι τόσο κατάμαυρο, μαν». Η αίσθηση του «ανήκω εδώ» είναι ανεκτίμητη και δεν παρέχεται από τις γενικού τύπου πλατφόρμες. Το ίδιο ισχύει για βιβλιοπωλεία κόμικς, βιβλιοπωλεία αστυνομικής λογοτεχνίας, βιβλιοπωλεία μόνο για παιδιά, βιβλιοπωλεία μόνο για καγκουρό. Η εξειδίκευση μετατρέπει τον χώρο σε κάτι άλλο — σε κάποιου είδους προορισμό, όχι απλώς σε σημείο αγοράς.
Η αίσθηση του «ανήκω εδώ» είναι ανεκτίμητη και δεν παρέχεται από τις γενικού τύπου πλατφόρμες
Όλοι ξέρουμε αυτά τα νέα σούπερ μοντέρνα βιβλιοπωλεία που πουλάνε ΕΝΑΝ τίτλο την εβδομάδα μόνο, ναι; Η αποθέωση της εξειδίκευσης. Πενήντα βιβλία τον χρόνο, αλλά διαλεγμένα ένα-ένα, και με τρομερή τεκμηρίωση από δίπλα. Οκέι, ακραίο. Αλλά γιατί να μην υπάρχει ένα βιβλιοπωλείο Slow Living, ας πούμε, που θα εστιάζει στην αυτοβελτίωση, τη φιλοσοφία, την κηπουρική, τη χειροτεχνία και τη μαγειρική με φυσικά, φρέσκα υλικά; Ένας τέτοιος χώρος θα λειτουργούσε και σαν καταφύγιο από την ψηφιακή ταχύτητα, προσφέροντας, εκτός από βιβλία, και αντικείμενα που σχετίζονται με την ανάγνωση, όπως χειροποίητα σημειωματάρια και τσάι. Σας ακούγεται κάπως; ΕΙΝΑΙ κάπως.
Πρόταση: Ένα βιβλιοπωλείο με βάση το ρομάντζο, θα είχε πολλές πιθανότητες επιβίωσης. Οι κόρες και οι εγγονές των γυναικών που διάβαζαν Άρλεκιν διαβάζουν σωρηδόν τη μετεξέλιξή τους, τα romantasy. Κι αυτό είναι ΠΟΛΥ καλό. Αλλά και τα ίδια τα Άρλεκιν έχουν αλλάξει. Είναι πολλά, είναι καλά, είναι φεμινιστικά, και τα σπάνε.
[2] Ο χώρος σαν εμπειρία
Πέρα από την εξειδίκευση, υπάρχει μια άλλη διάσταση που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα: το βιβλιοπωλείο ως σωματική, αισθητηριακή εμπειρία. Και εδώ μπαίνει στο παιχνίδι η ατμόσφαιρα — κάτι που, σε αντίθεση με το περιεχόμενο ενός καταλόγου, επίσης δεν μπορεί να ψηφιοποιηθεί. Με την καμία.
Το καφέ μέσα στο βιβλιοπωλείο δεν είναι πλέον ιδιοτροπία ή πολυτέλεια — εδώ και πολλά χρόνια έχει γίνει αναγκαιότητα. Αλλά: είναι ακόμα, και είναι πάντα, «καφέ». Δεν είναι κάτι ξεχωριστό. Είναι ένας καναπές και δυο πολυθρόνες, συν τρία τραπεζάκια. Και ένας καπουτσίνο, ή ένα Μεταξά στο τσακίρ κέφι. Όμως ΚΑΙ εδώ, η λεπτομέρεια κάνει τη διαφορά. Ένα vegan πιάτο ημέρας, φέρ’ ειπείν, με υλικά από τοπικούς παραγωγούς, ή ένα μενού εμπνευσμένο από βιβλία («Το Κέικ της Κυρίας Ντάλογουεϊ», «Οι Μαντλέν του Προυστ», «Οι Τάρτες με μαρμελάδα της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων», ή η… μυδόσουπα από τον «Μόμπι-Ντικ»: οκέι, αυτό είναι υπερβολή), δεν είναι απλώς φαγητό, δεν είναι σνακ, δεν είναι κάτι να τσιμπήσουμε — είναι αφήγηση. Είναι ένας τρόπος να πεις στον επισκέπτη, στον πελάτη, στον αναγνώστη, ότι εδώ, στη μικρή και άσημη αυτή γωνιά του κόσμου, στην κατά πολλούς μίζερη Αθήνα ή στην αποξεχασμένη Θεσσαλονίκη ή όπου αλλού, κάποιος έβαλε το κεφάλι του και σκέφτηκε. Κάποιος επιμελήθηκε αισθητικά (και λογοτεχνικά) αυτή την Α4 τού μενού. Αυτό το αίσθημα είναι που κάνει τον κόσμο να επιστρέφει.
Είναι ένας τρόπος να πεις στον επισκέπτη, στον πελάτη, στον αναγνώστη, ότι εδώ, στη μικρή και άσημη αυτή γωνιά του κόσμου, στην κατά πολλούς μίζερη Αθήνα ή στην αποξεχασμένη Θεσσαλονίκη ή όπου αλλού, κάποιος έβαλε το κεφάλι του και σκέφτηκε
Πρόταση: Φτιάξτε πρωτότυπα πράγματα, αλλάζετέ τα από καιρού εις καιρόν, δώστε βάρος στο καφέ, καταρτίστε μια κάβα της προκοπής. Δείξτε ότι υπολογίζετε εξίσου αυτό το κομμάτι του μαγαζιού, δεν είναι ντροπή. Και μην ξεχνάτε τη γάτα: χρειάζεστε μια γάτα. Τουλάχιστον μία.
[3] Το βιβλιοπωλείο σαν τόπος συνάθροισης
Η πιο ενδιαφέρουσα μετεξέλιξη, όμως, είναι αυτή που ξεπερνά εντελώς τα στενά όρια του εμπορίου: το βιβλιοπωλείο ως κοινοτικός χώρος. Σε μια εποχή που η κοινωνική απομόνωση αποτελεί διαγνωσμένο πρόβλημα δημόσιας υγείας, η ανάγκη για φυσικούς τόπους συνάντησης —που όμως δεν είναι ούτε το σπίτι μας, ούτε το γραφείο μας, αλλά ούτε και ένα κλασικό μπαρ— είναι πραγματική. Και δεν νομίζουμε ότι καλύπτεται από κάτι.
Δεν μιλάμε εδώ για παρουσιάσεις βιβλίων, για workshops δημιουργικής γραφής, για λέσχες ανάγνωσης κ.τ.σ.: αυτά είναι πράγματα που γίνονται ούτως ή άλλως, παντού. Μιλάμε για επεμβάσεις του βιβλιοπωλείου στον κοινωνικό ιστό, στη γειτονιά (όχι απέναντι στο… κράτος και στο σύστημα!), για συζητήσεις πάνω σε θέματα που απασχολούν την τοπική κοινωνία, για μέριμνα 24/7, για δημιουργία και σύσφιξη δεσμών με την κοινότητα: για πράγματα που μετατρέπουν ένα βιβλιοπωλείο από μαγαζί σε θεσμό. Και οι θεσμοί έχουν κάτι που δεν το έχουν τα κανονικά μαγαζιά: τους ανήκεις. Δεν τα επισκέπτεσαι απλώς για να πας να ψωνίσεις. Είσαι ένα κομμάτι τους. Αυτό απαιτεί, βέβαια, έναν βιβλιοπώλη που δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό του μόνο σαν έμπορο, αλλά (και) σαν κάτι ανάμεσα σε οικοδεσπότη, επιμελητή και ακτιβιστή της γειτονιάς. Είναι απαιτητικός ρόλος, δεν το συζητάμε — αλλά, όπου τον έχουν αναλάβει με συνέπεια, τα αποτελέσματα μιλούν από μόνα τους.
Και οι θεσμοί έχουν κάτι που δεν το έχουν τα κανονικά μαγαζιά: τους ανήκεις. Δεν τα επισκέπτεσαι απλώς για να πας να ψωνίσεις. Είσαι ένα κομμάτι τους
Πρόταση: Διαβάστε για την έννοια του «Third Place», όπως την εισήγαγε ο Ray Oldenburg στο βιβλίο «The Great Good Place» (1989). Εκεί, περιγράφει χώρους που λειτουργούν σαν συνδετικοί κρίκοι του κοινωνικού ιστού, προσφέροντας ένα περιβάλλον ουδετερότητας, προσβασιμότητας και οριζόντιας επικοινωνίας. Αυτό, δηλαδή, που από ΟΛΑ τα καταστήματα, ΜΟΝΟ ένα βιβλιοπωλείο μπορεί να προσφέρει. Γιατί, από ΟΛΑ τα καταστήματα, ΜΟΝΟ το βιβλιοπωλείο μπορεί να υπερβεί την ιδιότητα του απλού εμπορικού και να μετεξελιχθεί σε έναν ζωτικό θύλακα «χαλαρής κοινωνικότητας». Το βιβλιοπωλείο είναι ο ιδανικός «τρίτος τόπος».
[4] Τα Μέσα σαν εφαλτήριο αναγνωρισιμότητας
Δεν μπορεί να υπάρξει σύγχρονο βιβλιοπωλείο δίχως καλά, έξυπνα, ιδιαίτερα, πρωτότυπα σόσιαλ. Ακολουθώ στο Instagram ένα (πολύ) μικρό (και ακραιφνώς ανεξάρτητο) βιβλιοπωλείο στη… Μαδρίτη, και είναι το πρώτο μέρος που θα επισκεπτόμουν αν θα πήγαινα ποτέ εκεί πέρα. Το έχω στην καρδιά μου. Και το ξέρω μόνο από το IG. Και το IG του τα σπάει.
Πρόταση: Φτιάξτε καλά σόσιαλ. Βρείτε τον κατάλληλο (για εσάς) συνεργάτη για να σας τα τρέχει. Κάντε όμως σήμερα, γιατί αύριο δεν θα προλάβετε.
Επίλογος: Η Παράδοξη δύναμη της μικρής κλίμακας
Υπάρχει μια ειρωνεία στο κέντρο όλης αυτής της συζήτησης: αυτό που κάποτε θεωρούνταν αδυναμία του μικρού βιβλιοπωλείου —η μικρή κλίμακα, η στενή εξειδίκευση, η περιορισμένη πελατεία— μπορεί να γίνει η μεγαλύτερή του δύναμη. Ακριβώς επειδή δεν μπορεί να προσφέρει τα πάντα στους πάντες, μπορεί να ΕΙΝΑΙ τα πάντα για κάποιους. Και αυτοί οι «κάποιοι», όταν βρουν τον χώρο τους, δεν φεύγουν εύκολα. Η χι-ψι Amazon θα συνεχίσει να πουλάει βιβλία φτηνότερα. Τα e-books θα συνεχίσουν να είναι πιο βολικά. (Οκέι, δεν θα πιάσουν στην Ελλάδα, το είπαμε). Τίποτε από αυτά δεν αλλάζει, και τίποτε από αυτά δεν θα αλλάξει. Ίσα-ίσα που ο χρόνος μας για διάβασμα θα μικραίνει ολοένα και περισσότερο, γιατί τέτοια έχουμε αποδεχτεί πως είναι η αλγοριθμική μοίρα μας.
Αλλά κανένας αλγόριθμος ποτέ, αν μας επιτρέπεται ο κάπως κακόγουστος αυτός ρομαντισμός, δεν μπορεί να αναπαραγάγει την αίσθηση ενός χώρου που σε κάνει να νιώθεις ότι ανήκεις εκεί. Ότι είσαι κομμάτι του. Ότι είναι το στέκι σου. Και ίσως αυτό να είναι το μόνο που χρειάζεται να μοχθήσει για να πουλήσει ένα μικρό, ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο: η αίσθηση ότι υπάρχει ένα μέρος στην πόλη φτιαγμένο ακριβώς γι’ αυτόν, γι’ αυτήν, γι’ αυτό. Κάτι αληθινό, κάτι ειλικρινές, κάτι πεζό και καθημερινό και γουστόζικο και αλλιώτικο και περίεργο και κουίρ και αλλούτερο. Κάτι για να περνάμε κάπως καλά, και για να μας βοηθά να την παλέψουμε απέναντι στην καθημερινότητα.
Και ίσως αυτό να είναι το μόνο που χρειάζεται να μοχθήσει για να πουλήσει ένα μικρό, ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο: η αίσθηση ότι υπάρχει ένα μέρος στην πόλη φτιαγμένο ακριβώς γι’ αυτόν, γι’ αυτήν, γι’ αυτό
Τα βιβλία δεν είναι τσεκούρια για να σπάσουμε την παγωμένη θάλασσα μέσα μας, μπλα-μπλα-μπλα. Δεν ζούμε στην Τσεχοσλοβακία του Μεσοπολέμου, και σίγουρα δεν είμαστε ο Κάφκα. (Και, αν μάς περνάει πού και πού από το μυαλό, ας το κοιτάξουμε πριν να είναι αργά και βγούμε σε τίποτα δρόμους κυνηγώντας τον κόσμο). Τα βιβλία είναι ένας τρόπος για να τη βγάλουμε καθαρή. Και τα βιβλιοπωλεία μπορούν να είναι το δεύτερο καλύτερο μέρος του κόσμου για να τα συναντήσουμε. Ή, έστω, μια αφορμή.
* * *
ΥΓ1. Προ κάποιων μηνών —ή ίσως και πριν από κάνα χρόνο— τα σόσιαλ κατακλύστηκαν από τον θρήνο για το κλείσιμο ενός καλού βιβλιοπωλείου στην Αθήνα. Η αλήθεια είναι πως είχε βγει στη σύνταξη ο ιδιοκτήτης του, αλλά αυτό για κάποιους λόγους δεν έγινε γνωστό στους πολλούς. Όσοι μάθαμε το τι και το πώς, διαβάζαμε με μεγάλο ενδιαφέρον τα σχόλια και τις αναλύσεις. Ήταν ο ορισμός τού weird.
ΥΓ2. Δεν το λέμε στο κείμενο, αλλά —εξυπακούεται πως— αν ένα νορμάλ μικρό, ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο δεν έχει χαρτικά (ωραία, μερακλίδικα, φτηνά και ακριβά), δεν είναι ένα νορμάλ μικρό, ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο. Τα χαρτικά είναι για το βιβλιοπωλείο ό,τι οι κινηματογραφικές αφίσες για τον κινηματογράφο. Και ΟΛΟΙ οι βιβλιόφιλοι τα αγαπούν, και ξέρουν να τα εκτιμούν. Φέρτε μας στιλούς, τεφτέρια και σβήστρες!
ΥΓ3. Ναι, κλείνουν πολλά μικρά, ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία. ΑΛΛΑ ΑΝΟΙΓΟΥΝ ΠΟΛΛΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ. Και εν πολλοίς καλύτερα: όχι γιατί τα άλλα ήταν κακά, αλίμονο· αλλά γιατί τα καινούργια τα ανοίγουν παιδιά που έμαθαν να αγαπούν το βιβλίο από τους παλιούς. Τα τελευταία δέκα χρόνια η Αθήνα έχει δει μια σημαντική άνθηση μικρών, ανεξάρτητων βιβλιοπωλείων, που τα περισσότερα λειτουργούν και σαν πολιτιστικοί πυρήνες στη γειτονιά τους. Ενδεικτικά:
- Little Tree Books (2016): Στο Κουκάκι. Βιβλιοκαφέ με έμφαση σε λογοτεχνία. Είναι ιδανικό για χαλαρή ανάγνωση, κάνει παρουσιάσεις, και έχει και ωραία αυλή.
- Μετεωρίτης (2019): Στα Εξάρχεια. Εστιασμένο στην ποίηση, στο δοκίμιο, και στις indie εκδόσεις. Έχει γίνει σημείο αναφοράς σε κάποιους λογοτεχνικούς κύκλους.
- Red n’ Noir (2019): Στην Κυψέλη. Συνεταιριστικό βιβλιοκαφέ με έμφαση στο crime, στο πολιτικό βιβλίο, και στα κόμικς. Διοργανώνει εκδηλώσεις και φεστιβάλ.
- Fata Libelli (2020): Στον Πειραιά. Κομψό, με μια ιδιαίτερη αισθητική παλαιού ευρωπαϊκού βιβλιοπωλείου, επικεντρωμένο στη λογοτεχνία. Άνοιξε κατά τη διάρκεια της πανδημίας και έφερε φρέσκο αέρα στην περιοχή.
- Literature House (2020): Στο κέντρο της Αθήνας. Ειδικεύεται σε λογοτεχνικά βιβλία, και κάνει εκδηλώσεις. Άνοιξε εν μέσω προκλήσεων και παραμένει ενεργό.
- Librofilo & Co (2021): Στο Κουκάκι. Ένα ζεστό βιβλιοπωλείο με πολλή λογοτεχνία και δοκίμιο. Προέρχεται από το ομώνυμο μπλογκ και διοργανώνει συναντήσεις της δυναμικής λέσχης του.
- Zatopek Book Cafe (2021): Στην Καλλιθέα. Βιβλιοκαφέ με τέλειο όνομα. Προσφέρει βιβλία, καφέ, κρασί, και κάνει εκδηλώσεις για βιβλία, μουσική και τέχνες.
- Μονόκλ (2021): Στο κέντρο. Μικρό βιβλιοπωλείο με επιλεγμένους τίτλους από μικρούς εκδοτικούς οίκους. Έχει και βιβλία δεύτερο χέρι σε προσφορές.
- Hyper Hypo (2021): Στο κέντρο. Ειδικεύεται σε βιβλία τέχνης, design, φωτογραφίας και μόδας. Διοργανώνει και εκθέσεις τέχνης στο υπόγειο.
- Void (2021): Στα Εξάρχεια. Εστιασμένο στη σύγχρονη λογοτεχνία και σε ανεξάρτητες εκδόσεις. Επίσης τέλειο όνομα.
- Κομπραί (2022): Στα Εξάρχεια. Ψαγμένο βιβλιοπωλείο που έχει καθιερωθεί σαν αγαπημένο στέκι για πολλούς (επίσης ψαγμένους) βιβλιόφιλους.
- Penny Lane Bookshop (2025): Στη Νέα Σμύρνη. Μικρό βιβλιοπωλείο που άνοιξε πρόσφατα και εστιάζει στη λογοτεχνία και στο παιδικό βιβλίο, με τα μάτια στραμμένα στην κοινότητα.
- Όλο και κάποιο θα ξεχνάμε: συμπαθάτε μας.
* * *
Αυτό το μικρό σημείωμα είναι αφιερωμένο στην αγαπημένη μου φίλη βιβλιοπώλισσα Αρετή Γεωργιλή του Free Thinking Zone, αρχηγού των ατάκτων βιβλιοπωλείων.
Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Τρίτη και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Μην ξεχνάτε, επίσης, πως έχουμε και πόντκαστ! Σας ευχαριστούμε πολύ.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Τα βιβλιοπωλεία δεν είναι εκεί για να πουλάνε — απλώς — βιβλία
Μην πιστεύετε διάφορα άρθρα που ανακοινώνουν τον θάνατο του βιβλίου, υπερβάλλουν και μας τρομοκρατούν τζάμπα και βερεσέ εμάς τους βιβλιόφιλους
Ένα άκρως ενδιαφέρον βιβλίο που με βοήθησε να αντιληφθώ το περίπλοκο ψηφιδωτό που σχημάτιζε τότε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Το μυθιστόρημα «Ο βομβιστής» του best selling συγγραφέα Samuel Bjørk (μετάφραση Δέσπω Παπαγρηγοράκη, Εκδόσεις Διόπτρα) κυκλοφορεί στις 18 Μαρτίου
Το μυθιστόρημα «Ένας κόσμος για τον Τζούλιους» είχε βραβευτεί στο Περού και στη Γαλλία
Καζούο Ισιγκούρο και Ρίτσαρντ Όσμαν ανάμεσα στους 10.000 δημιουργούς που καταγγέλλουν κλοπή των έργων τους
Η «νεο-ηθογραφία» ως βίωμα και όχι ως πρόθεση
Συγγραφείς που τα βάζουν ευθέως και δημόσια ακόμη και με την πιο σκληρή εξουσία, χωρίς να λογαριάσουν πωλήσεις
Από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης μέχρι την πορεία του κινήματος στη δεκαετία του 1990
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Loggia
Η δύναμη της Ιστορίας και το λεπτό νήμα που χωρίζει τον μύθο από την πραγματικότητα
Μιλήσαμε με την ποιήτρια και μεταφράστρια Λένα Σαμαρά για το νέο της εγχείρημα στον χώρο των εκδόσεων
Όταν διαβάζεις το βιβλίο της μαραθωνοδρόμου Μαρίας Πολύζου καταλαβαίνεις ότι έχει δίκιο, ξέρει για τι πράγμα μιλάει: δεν πρέπει να τα παρατάς, ποτέ των ποτών.
Ένα ημερολόγιο έντονων σκηνών, περιγραφή παθών και σκέψεων που φλερτάρουν με την αρχέγονη θρησκειολογική αναζήτηση και φιλοσοφία
Το βιβλίο κυκλοφόρησε αρχικά στις ΗΠΑ, ενώ στη Σοβιετική Ένωση διαδιδόταν μυστικά, από χέρι σε χέρι
Μια προσωπική μαρτυρία για την ιστορία, το πολιτικό σύστημα και τις προκλήσεις του Λιβάνου από τον πρώην Πρέσβη της Ε.Ε.
55 αριστουργηµατικά σονέτα που ο Ρίλκε απηύθυνε στον µυθικό γενάρχη της ποίησης, τον Ορφέα.
Το μυθιστόρημα «Οι φόνοι του Μαρμπλ Χολ» του Anthony Horowitz (μετάφραση Χριστιάννα Σακελλαροπούλου, Εκδόσεις Διόπτρα), κυκλοφορεί στις 4 Μαρτίου
Μιλήσαμε μαζί του με αφορμή το «Φονικό στους Κορφούς», την αστυνομική νουβέλα σε 69 σκαλοπάτια
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.