Ταξιδια

Λένα Κιτσοπούλου: «Κάθε φορά που βλέπω την καλντέρα της Σαντορίνης κόβεται η αναπνοή μου»

Η καλλιτέχνης γράφει για το νησί με το μοναδικής ομορφιάς φυσικό τοπίο

32014-72458.jpg
A.V. Guest
ΤΕΥΧΟΣ 1007
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Λένα Κιτσοπούλου
Φωτογραφία: Paris Sigalas

Λένα Κιτσοπούλου: Η Σαντορίνη, όπως και κάθε μέρος, έχει τη δική της, ξεχωριστή φυσική ομορφιά

Πηγαίνω στη Σαντορίνη από τα μέσα του ’80 περίπου, όταν ακόμα πήγαινα σχολείο. Άρεσε πολύ στους γονείς μου, ο πατέρας μου τρελαινόταν να κάθεται στο Franco’s να διαβάζει εφημερίδα, να αγναντεύει την καλντέρα, σε μια εποχή, βέβαια, που η κλασική μουσική του Franco’s ήταν η μόνη μουσική που, πολύ απαλά και διακριτικά, ακουγόταν μέσα στα Φηρά. Γιατί δεν υπήρχε ηχείο πουθενά αλλού, ούτε μπαρ ούτε κλαμπ ούτε τζαμαρίες να κλείνουν τη θέα για να κερδίσουν πελατεία τις μέρες που ο αέρας απαγορεύει να γίνουν λογαριασμοί πάνω στον βράχο. Σε μια εποχή που η Σαντορίνη ήταν ακόμα ανθρώπινη, είχε χρώμα, είχε ατμόσφαιρα, είχε χωριά, καφενεία, ήταν ένα κανονικό νησί και όχι ένα τεράστιο, ενιαίο ξενοδοχείο όπως δυστυχώς είναι σήμερα. Θυμάμαι στο Ακρωτήρι νύχτα, να μην ακούγεται τίποτα –ακόμα δεν υπήρχαν airbnb. Μπορεί να άκουγες ένα σκυλί να γαβγίζει σε κάποιο άλλο χωριό, ή να ήταν τα πάντα σκοτεινά και ίσα ίσα να αχνοφαίνοταν πολύ μακριά τα φώτα των Φηρών. Θυμάμαι επίσης να κάθομαι στις ταβέρνες του Ακρωτηρίου κάτω στη θάλασσα –ένα από τα πιο ωραία σημεία του νησιού ακόμα και σήμερα– και να έρχεται ο ψαράς μ’ έναν ξιφία στη βάρκα, να τον βγάζει, να τον φιλετάρει και να τον τρώμε επιτόπου.

Αυτή την παλιά Ελλάδα θυμάμαι και στη Σαντορίνη, και μετά θυμάμαι χρόνο με τον χρόνο την αλλαγή στα πάντα: Να χτίζονται ξενοδοχεία ασταμάτητα, να ενοποιούνται τα χωριά, να ακριβαίνουν όλα, να πουλιούνται τα ηλιοβασιλέματα, να πουλιούνται σαν χρυσάφι ακόμα και τρύπες ή υπόγεια, να εισβάλλει η φιούζιον κουζίνα, να εξαφανίζονται σιγά σιγά τα ντόπια προϊόντα και, όπως και όλες οι Κυκλάδες δυστυχώς, η Σαντορίνη, αυτό το τόσο όμορφο, φινετσάτο, αρχοντικό, μοναδικό, πανέμορφο νησί, να μετατρέπεται σ’ ένα κακόγουστο, φτηνό σουβενίρ, να ξεπουλιέται ανελέητα, να πέφτει στα χέρια της εκμετάλλευσης και της απάτης χωρίς φρένο και χωρίς έλεος.

Όμως αυτά όλα είναι γνωστά, και τα παράπονα γνωστά κι αυτά, και η αλλαγή στα πάντα επίσης γνωστή, και τίποτα δεν είναι πια αυθεντικό, όπως παλιά, και όλα χαλάνε, κι όλα τα μέρη χάνουν σιγά σιγά τον χαρακτήρα τους, και το κλίμα αλλάζει, και όλα, εννοείται, πηγαίνουν απ’ το κακό στο χειρότερο, κι αυτό λόγω της ανθρώπινης παρουσίας στον πλανήτη. Διότι δεν γίνεται ο άνθρωπος να μην είναι καταστροφέας· είναι η φύση του τέτοια. Και η μόνη λύση, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν να εξαφανιζόταν από προσώπου Γης, που λέμε, ο άνθρωπος. Εγώ προσωπικά θα θυσίαζα τη ζωή μου αν επρόκειτο να εξαφανιστεί η ανθρωπότητα, παρ’ όλο που και μόνη μου πάνω στον πλανήτη καλά θα πέρναγα. Αν μου έλεγαν «Λένα, επειδή θα αφανιστούν όλοι οι άνθρωποι, δυστυχώς πρέπει να αφανιστείς κι εσύ, σε πειράζει;», θα έλεγα αμέσως «Όχι, καθόλου. Φέρτε μου να υπογράψω τώρα». Αυτή είναι η πολιτική μου θέση και είναι και ο λόγος που δεν έχω ψηφίσει ποτέ στη ζωή μου, κανέναν. Επειδή όμως αγαπάω τη ζωή, και, ευτυχώς ή δυστυχώς, το δικό μου κόμμα δεν θα περιλαμβάνει ποτέ κανέναν άλλο πέραν του εαυτού μου, έχω αποφασίσει ότι οι ομορφιές δεν χάνονται, όσο κι αν ο ανθρώπινος εγκέφαλος παλεύει να τις εξαφανίσει.

Η Σαντορίνη, λοιπόν, για μένα παραμένει ένα μοναδικής ομορφιάς φυσικό τοπίο, παραμένει το μέρος όπου έχω ζήσει πολύ δυνατές στιγμές, γράφοντας, δημιουργώντας, τραγουδώντας στο 50-50 στα Φηρά, στην ταβέρνα του Μούση στον Περίβολο, στον Γιώργο τον Περίβολα – και όσοι Σαντορινιοί με διαβάζουν τώρα θα καταλάβουν ποιον εννοώ, γιατί δυστυχώς ο άνθρωπος αυτός έχει φύγει απ’ τη ζωή. Κάθε Πάσχα, λοιπόν, εκεί, με τα αρνιά να ψήνονται στην παραλία κι εγώ, αντί για πρωινό, αντί για καφέ, δίπλα μου, πάνω σ’ ένα σκαμπουδάκι, να έχω για πάρτη μου το πρώτο κεφαλάκι του πρώτου αρνιού που βγήκε απ’ τη σούβλα, ανοιγμένο, αχνιστό, να με περιμένει μαζί μ’ ένα καραφάκι ρακί. Έτσι, με τα κεφαλάκια, με το μικρόφωνο στο χέρι, ανάμεσα στα μπουζούκια και τα βιολιά, κοιτώντας το πέλαγος, ξεκίναγα το πρώτο τραγούδι. Κι αυτή είναι μια μνήμη που κανείς δεν μπορεί να μου την πάρει, όσες ομπρέλες κι αν μπουν μπροστά μου για να μου κρύψουν τη θέα.

Η Σαντορίνη για μένα είναι η στιγμή που βγαίνω από το μικρό μου σπιτάκι στο Ακρωτήρι για να πάω στο πάρκινγκ και βλέπω την καλντέρα και το ηφαίστειο και κάθε, μα κάθε φορά κόβεται η αναπνοή μου. Αυτό είναι κάτι που δεν χορταίνεται, δεν συνηθίζεται και δεν χαλάει ποτέ. Έχει πολύ ωραίες θάλασσες, μαύρες, βαθιές, αβυσσαλέες και άγριες, και αγαπημένη μου στιγμή είναι να βουτάω κατά τις 8 το βράδυ, την ώρα που πέφτει ο ήλιος, στην παραλία της Περίσσας. Σ’ αυτή την τόσο πολυσύχναστη παραλία, εκείνη την ώρα είμαι μόνη μου μέσα στη θάλασσα και κολυμπάω κοιτάζοντας την Ανάφη και το φεγγάρι που βγαίνει. Αφού γίνει αυτό και πω μέσα μου ότι υπάρχει τελικά Θεός και τον λένε Φύση και μόνο Φύση, μόλις βγω απ’ το νερό θα κατευθυνθώ σίγουρα προς την ταβέρνα Ποπάι, στον Σπύρο και την Πόπη –από τα πιο νόστιμα φαγητά της Σαντορίνης– ή προς τη Λάβα στον Άγιο Γεώργιο. Εκεί θα είναι ο Γιάννης, από τους πιο παλιούς μου φίλους στο νησί, ο Γιάννης ο Λάβας, ένας από τους λίγους ανθρώπους που συνεχίζουν με τη στάση τους να τιμούν τον τόπο όπως του πρέπει, σε μια ταβέρνα πάνω στο κύμα, βγαλμένη από το παρελθόν, και με τον ίδιο εκεί να αρνείται ν’ αλλάξει, ή ν’ ακολουθήσει μόδες ή να πάει με το ρεύμα.

Η Σαντορίνη, όπως και κάθε μέρος, έχει τη δική της, ξεχωριστή φυσική ομορφιά, τον άγριο βράχο που έχει κοπεί στη μέση και που αλλάζει χρώματα ανάλογα με το φως, το ηφαίστειο, που πάντα σε κρατάει σε σύνδεση με την αδρεναλίνη και τον θάνατο –που, δεν γαμιέται, αν είναι να ’ρθει, μακάρι να ’ναι από ηφαίστειο κι όχι από καρκίνο–, τη μαγική αρχαία πόλη του Ακρωτηρίου, την άλλη αρχαία Θήρα πάνω στο βουνό, τα χωμάτινα δρομάκια της Βλυχάδας και του Ακρωτηρίου, όπου ξαφνικά, καθώς οδηγείς με κάτι Συμπληγάδες δεξιά κι αριστερά σου γεμάτες τρύπες, σε μεταφέρουν στο Φαρ Ουέστ, τα πανέμορφα καστέλια, όπως αυτό του Εμπορείου ή του Πύργου, τις Κάναβες, την αρχιτεκτονική της με τα θολωτά σπίτια που κυριολεκτικά αγκαλιάζονται το ένα με το άλλο στα χωριά… Κι έχει και το ύψος: το μισό νησί είναι χτισμένο ψηλά, όλα τα χωριά της καλντέρας κρέμονται στον βράχο, κι αυτό το μοναδικό σκηνικό σε κάνει κι εσένα κατά κάποιον τρόπο πάντα να αιωρείσαι, να έχεις μια πιο κοντινή σχέση με τον ουρανό, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Όμως για μένα Σαντορίνη είναι και κάποιοι άνθρωποι τους οποίους είχα την τύχη να γνωρίσω, να γίνουμε φίλοι και να δω τον τόπο ακόμα πιο βαθιά μέσα από τα δικά τους μάτια. Γιάννης και Μαρίνα, τα κεραμικά στο 1260, όπου ώρες και ώρες έχω καθίσει φτιάχνοντας κι εγώ μαζί τους τα δικά μου γλυπτά, μιλώντας για όλα τα ερωτικά μας θέματα, για όλα τα της ζωής, πίνοντας ρακές, ή χορεύοντας ξαφνικά άνευ λόγου και αιτίας. Η Λία με το υπέροχο κτήμα στο Ακρωτήρι, όπου συναντιόμαστε και πίνουμε μοχίτο τρώγοντας σύκα και βρίζοντας τη ζωή και τον κόσμο ολόκληρο μέσα στο πουθενά, φίλη Σαντορίνης σταθερή από το παρελθόν, η οποία δεν έχει καταλάβει ποτέ αν το θέλει που ζει στη Σαντορίνη ή όχι και η οποία, με την ίδια χαρά που φεύγει απ’ το νησί, όταν φεύγει, με την ίδια πάντα επιστρέφει.

Σταθμός για μένα στο νησί αυτό είναι ο Αντρέας Μάκαρης, στο εργαστήρι κεραμικής Χώμα και Νερό, ο Ανδρέας και η Κρίστη Καπετανάκη, άχρονοι, αδιανόητοι, υπέροχοι, φιλόξενοι με όλη τη σημασία της λέξης, κάτι σαν μέρος της φύσης και όχι της ανθρωπότητας, δημιουργοί, σπουδαίοι τεχνίτες του πηλού, αυτής της μαγικής τέχνης που κοντά τους είχα την τύχη κι εγώ κάπως να γνωρίσω και πολύ να αγαπήσω. Ο Μάκαρης στο Μεγαλοχώρι λειτουργεί σαν φάρος για μένα, όπως και για πολύ κόσμο: άμα έχεις χαθεί, σταματάς εκεί και δεν θες πια να ξέρεις πού ήθελες να πας. Γλέντια πολλά εκεί μέσα, στην πίσω αυλή, πολλά μεσημέρια που κατέληξαν σε νύχτες. Ένα τέτοιο βράδυ από τα πολλά που έχω να θυμάμαι καθόμασταν εκεί τρώγοντας, πίνοντας και ψήνοντας εκτός από κρεατικά και κεραμικά, όλα μαζί, και ήταν στην παρέα και ο Πάρις Σιγάλας, ένας από τους πιο σημαντικούς οινοποιούς της Σαντορίνης. Πίναμε και τραγουδούσαμε και συνειδητοποιήσαμε ότι εκείνη τη στιγμή υπήρχαν οι άκρως απαραίτητοι άνθρωποι για να δημιουργηθεί ο κόσμος. Ο καλύτερος οινοποιός για να μεθύσουμε, ο καλύτερος τεχνίτης του πηλού για να έχουμε το ποτήρι να βάλουμε μέσα το κρασί που θα μας μεθύσει, και το τραγούδι. Θέλω να πω ότι εκείνη τη στιγμή η παρέα αυτή ήταν κάπως η παρέα που θα μπορούσε πριν από εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια να είχε γεννήσει την τέχνη.

Υ.Γ.: Θα πω κάτι μέσα απ’ την καρδιά μου. Ναι, είναι ένα ξενοδοχείο η Σαντορίνη, αλλά τουλάχιστον το βλέπεις, φαίνεται, δεν πουλάει ατμόσφαιρα, πουλάει happy hour και πακέτα για τουρίστες, αλλά δεν πουλάει αυθεντικότητα. Είναι ένα all inclusive ξενοδοχείο και προσωπικά νιώθω τυχερή που έχω ένα δωμάτιο δικό μου μέσα σ’ αυτό το τεράστιο συγκρότημα, το λουξ. ΕΙΜΑΙ LUCKY ΛΟΥΞ και δεν θα πω σε κανέναν πού είναι το πριβέ οινοποιείο P του Σιγάλα. Ψάξτε το και βρείτε το.

* Η Λένα Κιτσοπούλου είναι συγγραφέας, ηθοποιός, ζωγράφος, τραγουδίστρια

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY