Η Εύβοια για τις καλοκαιρινές μας διακοπές; Να μια ωραία ιδέα.
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Δέκα μέρες στη Βόρεια Εύβοια, στις Ροβιές, κι ένα μάθημα για τις διακοπές
Διακοπές στις όμορφες Ροβιές: ανεξάρτητα από τις προσδοκίες που έχεις φτάνοντας, είσαι στον παράδεισο και δεν το ξέρεις
Την Εύβοια δεν τη θεωρούμε ακριβώς νησί, παρότι είναι το δεύτερο μεγαλύτερο στην Ελλάδα, ίσως επειδή συνδέεται οδικώς με τη Στερεά. Ή επειδή είναι τόσο κοντά στην Αθήνα – στις διακοπές μάς αρέσει να φεύγουμε μακριά. Σίγουρα και γιατί δεν είναι ιδιαίτερα τουριστικά αναπτυγμένη. Κακά τα ψέματα, πλέον οι περισσότεροι προτιμούν οργανωμένες παραλίες, ξαπλώστρες και ομπρέλες, παρά να στρώσουν την πετσέτα στην άμμο. Το βλέπεις στις μεγάλες αμμώδεις παραλίες: ο κόσμος συγκεντρώνεται μπροστά στα μαγαζιά και τα υπόλοιπα κομμάτια μένουν άδεια.
Κι όμως, σήμερα αυτό είναι προσόν. Γκρινιάζουμε για τον πολύ κόσμο και τον υπερτουρισμό: ορίστε, λοιπόν, ένα πανέμορφο μέρος, χωρίς πολλούς τουρίστες, σχετικά φθηνό, με άπλετο χώρο στις παραλίες για ήσυχο μπάνιο.
Οι κάτοικοι θα ήθελαν φυσικά περισσότερη ανάπτυξη κι έναν δρόμο που να σε πηγαίνει πιο εύκολα, χωρίς όλες αυτές τις στροφές, με τούνελ που να διασχίζουν εγκαρσίως τα βουνά. Όμως αυτή ακριβώς η δυσκολία έχει διασώσει τον χαρακτήρα της. Είναι η γεωμορφολογία της: βουνά που καταλήγουν στη θάλασσα, δάση, ποτάμια, ρεματιές και φαράγγια. Δεν είναι ωραίο που, σε πολλά σημεία του νησιού, αισθάνεσαι ακόμη κάτι από την παλιά Ελλάδα;
Όσο πιο κοντά βρίσκεται ένας τόπος, τόσο πιο εύκολα τον θεωρείς δεδομένο. Αν έχεις μεγαλώσει στη Χαλκίδα, όπως εγώ, την είχες όλη σου τη ζωή στα πόδια σου, ή μπορεί και να πήγαινες πάντα στα ίδια μέρη. Για πολλά χρόνια η άγρια πλευρά της, το κομμάτι βόρεια από τη Χιλιαδού και κάτω από τη Δίρφυ, ήταν το καλοκαιρινό μου καταφύγιο. Και μετά, είναι όλα τα άλλα μέρη που θες να γνωρίσεις. Δεν υπάρχει πιο ωραίο πράγμα από το να γνωρίζεις καινούργια μέρη, αλλά είναι δυνατόν να ονειρεύεσαι τις Κυκλάδες, τα Δωδεκάνησα, την Κρήτη και να μη γνωρίζεις απ’ άκρη σ’ άκρη το νησί σου; Τι χαζομάρα να έχεις έναν θησαυρό δίπλα σου και να μην το ξέρεις, ή να τον αφήνεις μόνο για τα τριήμερα, να τον γνωρίζεις βιαστικά και αποσπασματικά.
Τη Βόρεια Εύβοια άρχισα να την επισκέπτομαι συχνότερα τα τελευταία χρόνια, με αφορμή τις εκδηλώσεις του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών μετά την καταστροφική φωτιά που κατέκαψε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της. Η πρωτοβουλία αυτή των ανθρώπων του Μεγάρου υπήρξε σημαντική, μια ουσιαστική τόνωση για ολόκληρη την περιοχή. Το Φεστιβάλ της Λίμνης έχει γίνει πλέον θεσμός και επανέρχεται δυναμικά και φέτος, από τις 30 Αυγούστου μέχρι τις 20 Σεπτεμβρίου. Αναρωτιέμαι γιατί πρέπει να καεί ένας τόπος για να μπορέσουν να αναπτυχθούν εστίες πολιτισμού – αν και, για να είμαι δίκαιη, τα τελευταία χρόνια γίνονται σε πολλά μέρη στην Ελλάδα καλοκαιρινά φεστιβάλ κάθε είδους.
Όπως και να ’χει, στη Βόρεια Εύβοια σχεδόν τίποτα δεν θυμίζει πια στον επισκέπτη εκείνες τις μαύρες μέρες της φωτιάς, κι ας καταλαβαίνεις, αν μιλήσεις με τους ανθρώπους της, πόσο ολοζώντανο παραμένει το τραύμα. Αλλά αυτό είναι μια άλλη, μεγάλη συζήτηση. Σήμερα είναι και πάλι καταπράσινη, έστω κι αν η βλάστηση δεν είναι πια η ίδια.
Το πιο γραφικό μέρος, το πιο όμορφο, με τη μεγαλύτερη ιστορία και παράδοση, είναι η Λίμνη. Έχει τη δική της ζωή και, κυρίως, έχει διατηρήσει την αρχιτεκτονική και την ατμόσφαιρά της, κι αυτό σήμερα είναι πραγματικός πλούτος. Από εκεί μπορείς να κάνεις εξορμήσεις σε όλο το βόρειο κομμάτι ή να αφιερώσεις κάποιες μέρες μην κάνοντας τίποτα: μπάνιο, διάβασμα, φαγητό, ύπνο. Αν και αυτή η ησυχία τη βρίσκεις ακόμη περισσότερο σε ένα πιο μικρό μέρος, όπως οι Ροβιές – στο μυαλό μου είναι σαν το μικρό της αδελφάκι: μένεις στον ένα τόπο, πηγαίνεις και στον άλλο.
Οι διακοπές στις Ροβιές, για όσους δεν έχουν κάποια σχέση καταγωγής με το χωριό, μάλλον διαδίδονται από στόμα σε στόμα. Όποιες κι αν είναι οι προσδοκίες σου φτάνοντας, είσαι στον παράδεισο και δεν το ξέρεις. Το νιώθεις γρήγορα, όμως. Το καταλαβαίνεις από τη γαλήνη του απογεύματος, από τα πουλιά που πετούν πάνω από τη θάλασσα, από τον χρόνο που μοιάζει να επιβραδύνει.
Οι διακοπές στις Ροβιές, εκτός από αυτούς που έχουν κάποια σχέση καταγωγής με το χωριό, διαδίδονται από στόμα σε στόμα.
Το χωριό δεν σε κερδίζει με την αρχιτεκτονική του· αν περπατήσεις στους δρόμους του, θα συναντήσεις κι εδώ τις γνωστές ελληνικές ασχήμιες. Είναι, ωστόσο, προικισμένο από τη φύση. Οι ελιές που το αγκαλιάζουν, όπως κατεβαίνουν από τις πλαγιές του Τελέθριου, ανήκουν –λένε– στους αρχαιότερους ελαιώνες της Εύβοιας.
Και υπάρχει κάτι που δύσκολα συναντάς αλλού: μια παραλία που απλώνεται για χιλιόμετρα, κατά μήκος του χωριού και ακόμα πιο πέρα, με τους ελαιώνες να σβήνουν στη θάλασσα. Στις Ροβιές το μπάνιο και η βόλτα στην ακροθαλασσιά γίνονται κομμάτι της καθημερινότητάς σου· κατεβαίνεις στη θάλασσα το πρωί, ξαναμπαίνεις το απόγευμα, κάθεσαι μέχρι να δύσει ο ήλιος.
Το μυστικό είναι ένα ωραίο, ήσυχο δωμάτιο σε ένα από τα πολλά ξενοδοχεία της περιοχής, κατά προτίμηση δίπλα στη θάλασσα. Οι Ροβιές είναι παραθεριστικός προορισμός, κι ας έχουν κάνει ζημιά οι μοβ μέδουσες τα δύο-τρία τελευταία χρόνια. Οι κάτοικοι παραπονιούνται ότι έχει δημιουργηθεί μια υπερβολική εικόνα για το πρόβλημα, που δυσφημεί τον Βόρειο Ευβοϊκό και τα χωριά τους.
Τις μέρες που ήμασταν εκεί δεν συναντήσαμε ούτε μία από αυτές τις περιβόητες μέδουσες, που άλλωστε εμφανίζονται κατά περιόδους και σε άλλες περιοχές, από τη Χαλκίδα μέχρι τις Σποράδες. Σε αρκετά σημεία υπάρχουν επίσης προστατευτικά πλέγματα. Πολλοί γκρίνιαξαν για τα δίχτυα, ότι είναι μικρά, ότι δεν είναι αρκετά… Αναρωτιέμαι γιατί έχουμε αυτή την τάση να γκρινιάζουμε για τα πάντα. Τι άλλο να έκαναν οι αρχές, δηλαδή; Μπροστά από κάθε μαγαζί υπάρχει προστατευμένο κομμάτι θάλασσας, κι είναι τόσο όμορφα και ήσυχα που κι εκεί μέσα ακόμα απολαμβάνεις το μπάνιο σου.
Οι τσούχτρες είναι το θέμα συζήτησης με τις κυρίες που βρίσκεις στην παραλία. Μεγάλες σε ηλικία γυναίκες που κολυμπούν με τα σκουφάκια τους και τα ολόσωμα μαγιό τους, μόνες ή με φίλες – τα βράδια μαζεύονται για μπιρίμπα σε κάποιο σπίτι ή απλώς κρατάνε τα εγγόνια. Όταν βλέπεις έστω κι έναν λουόμενο στη θάλασσα, ξέρεις ότι δεν έχει, αλλιώς ρωτάς. «Είδατε τίποτα σήμερα;» «Μπα… είναι πεντακάθαρη!» Μάλλον έχει να κάνει με τον καιρό, λένε· όταν φυσάει, φεύγουν.
Η θάλασσα στον κόλπο των Ροβιών, επειδή είναι προστατευμένη, συχνά παραμένει ήρεμη ακόμη κι όταν φυσάει. Κι ο ήλιος δύει ακριβώς απέναντι. Τα απογεύματα στις Ροβιές, όπως και στη Λίμνη και σε όλη αυτή την πλευρά του νησιού, είναι μαγικά. Ο ουρανός κοκκινίζει και λίγο πριν σκοτεινιάσει παίρνει αυτό το παραμυθένιο πορτοκαλοασημί χρώμα.
Πιο πολύ αγάπησα το ξενοδοχείο μας, Ρόδι το λένε. Σου έρχεται να το συστήσεις όπως θα σύστηνες έναν φίλο σου.
Στο Ρόδι αισθάνεσαι σαν στο σπίτι σου. Ίσως είναι τα μεγάλα παράθυρα που φέρνουν τη φύση μέσα στο σαλόνι, ο συνδυασμός από τα έπιπλα κειμήλια προηγούμενων γενεών που έχουν την πατίνα του χρόνου με φόντο ανάλαφρο ντιζάιν, τα έργα ζωγραφικής στους τοίχους, ο πάγκος στην άκρη του σαλονιού όπου βρίσκεις πάντα κάτι ωραίο να φας, το μπαρ που μπαίνεις μέσα και φτιάχνεις τον καφέ σου όποτε θες.
Ίσως πάλι να είναι η ησυχία που αποπνέει, ακόμα και όταν είναι γεμάτα και τα εννιά δωμάτια του. Στον πάνω όροφο φιλοξενούνται οικογένειες στα μεγάλα, αρχοντικά δωμάτια. Τα παιδιά κοιμούνται στο πατάρι, κάτω από την ξύλινη σκεπή που μένει εμφανής, σύμφωνα με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Τα κάτω δωμάτια είναι πιο απλά, με μεγάλα παράθυρα από όπου μπαίνει το πράσινο των δέντρων, που, φυτεμένα με αγάπη, αγκαλιάζουν το Ρόδι από παντού.
Αν δεν είσαι στο δωμάτιο, ή στη θάλασσα, ή για φαγητό, βρίσκεις έναν από τους καναπέδες για να διαβάσεις το βιβλίο σου. Και το πρωί τρως σαν άρχοντας: αυγά σε όλες τις δυνατές**,** πεντανόστιμες εκδοχές τους, ρεβύθια με ψητά λαχανικά, πράσινες σαλάτες με φρούτα και αβοκάντο, μελιτζάνες με κολοκυθάκια ψητά, χούμους και γκουακαμόλε, πίτες, γλυκές τάρτες, σοκολατένιο κέικ που σε κάνει να χαλάς, χωρίς τύψεις, τη διατροφή σου, ή γιαούρτι με φρούτα.
Τα τραπέζια στη βεράντα με το ξύλινο ντεκ στρώνονται κάθε μέρα με διαφορετικά τραπεζομάντηλα, σε χρώματα και μοτίβα που δίνουν στον χώρο μια ιδιαίτερη ζεστασιά. Και η θέα, με το πράσινο των δέντρων να ταιριάζει τόσο γλυκά με το μπλε της θάλασσας και του ουρανού, σε κάνει να σκέφτεσαι έργα μεταϊμπρεσιονιστών ζωγράφων. Αν μείνεις πάνω από μια βδομάδα στο Ρόδι, χάνεις την αίσθηση του χρόνου. Αυτός δεν είναι ο στόχος των διακοπών; Κι όμως, κάπου ξεχάσαμε να μας αρέσει αυτή η αίσθηση.
Ίσως γι' αυτό σκεφτόμουν συχνά το Μαγικό Βουνό, που (ξανά)διάβαζα εκείνες τις μέρες. Ο Τόμας Μαν γράφει ένα ολόκληρο μυθιστόρημα για το πόσο παράξενο πράγμα είναι ο χρόνος. Όταν βγαίνεις από τη συνήθεια, αποκτά άλλο βάρος, άλλη διάρκεια. Κι έπειτα υπάρχει πάντα το ερώτημα: με τι γεμίζεις αυτόν τον χρόνο;
Αν μείνεις πάνω από μια βδομάδα στο Ρόδι, χάνεις την αίσθηση του χρόνου. Αυτός δεν είναι ο στόχος των διακοπών;
Έναν τόπο τον ζυγίζεις από το αν θες να επιστρέψεις, αν συνδέεσαι μαζί του και με τους ανθρώπους του. Στην πραγματικότητα, εκείνοι είναι που του δίνουν πνοή· ούτε τα έπιπλα, ούτε το φαγητό, ούτε η φύση σκέτη. Το πιο όμορφο μέρος, αν δεν το αγκαλιάζουν ευγένεια και φιλοξενία, δεν θα σε αγγίξει.
Είναι ποιότητες που τις συναντάς σε ανθρώπους με μεγάλη καλλιέργεια, αλλά και στους πιο απλούς ανθρώπους του χωριού – στο Ρόδι συναντάς και τους δύο. Σε φροντίζουν αθόρυβα: μαγειρεύουν, φροντίζουν τον κήπο, σου μιλούν για τον τόπο τους. Για τα φυτά και τα δέντρα, για τους συκεώνες, για τα χρώματα του φθινοπώρου και τις μυρωδιές της άνοιξης. Για το πού να κολυμπήσεις και τι πρέπει να δεις. Αθελά τους, σου διδάσκουν την αξία της φιλοξενίας.
Όταν κάτι είναι ωραίο, δεν είναι θέμα μόνο αισθητικής. Το Ρόδι, στο μυαλό μου, είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Με το ίδιο βλέμμα ζυγίζω και την άλλη πλευρά, αυτήν της ήσσονος προσπάθειας και της γκρίνιας. Την αναγνωρίζεις στις εκδρομές σου: στην αισθητική των κτιρίων, στο είδος του τουρισμού, στην ποιότητα του φαγητού. Να γιατί είναι άσχημα εδώ, σκέφτεσαι καμιά φορά όταν επισκέπτεσαι έναν τόπο. Δεν υπάρχει αγάπη γι’ αυτόν.
Όταν κάτι είναι ωραίο, δεν είναι θέμα μόνο αισθητικής.
Όλα σχετίζονται μεταξύ τους. Στην ταβέρνα που με «μάλωσαν», σε ένα διπλανό παραθαλάσσιο χωριό, επειδή τάιζα δυο γατούλες, δεν μου άρεσε ούτε το φαγητό ούτε η ατμόσφαιρα – και η μουσική, αλήθεια, είναι απαραίτητη σε ένα μέρος που πας για φαγητό δίπλα στο κύμα; Αντίθετα, στην παραλία των Ροβιών, στο Σινιόρο, η Λόλα κρατάει μια ταβέρνα σχεδόν μόνη της. Όχι μόνο δεν έχει πρόβλημα να δίνεις λίγο φαγητό στα ζώα που τριγυρνούν κάτω από τα πόδια σου –πολλές γάτες, ταλαιπωρημένες, και κανένας από τους αδέσποτους σκύλους του χωριού– αλλά τα φροντίζει κιόλας. Τα ταΐζει, στειρώνει όσα μπορεί και τον χειμώνα, όταν φεύγει ο κόσμος, τα έχει στον νου της.
Κάθε χρόνο, λέει, μετά τις διακοπές του Αυγούστου, εμφανίζονται καινούργια σκυλιά. Αν έχετε τον Θεό σας, πώς μπορεί κάποιος να φεύγει και να αφήνει πίσω το σκυλί του; Περιφέρονται σαν χαμένα ή κάθονται για καιρό στο μέρος όπου έμεναν με τους ιδιοκτήτες τους, χωρίς να ξέρουν πού να πάνε. Τα πολλά αδέσποτα κάτι λένε και για τη διαχείριση των ζώων από τον δήμο – άλλο μεγάλο κεφάλαιο αυτό. Στον Σινιόρο πάντως, δίπλα στη θάλασσα, όπως και στη Μαρία, μια πολύ ωραία ταβέρνα στη γειτονική, ήσυχη Παραλία, βρίσκουν καταφύγιο. Το φαγητό είναι πεντανόστιμο, οι τιμές χαμηλές, οι άνθρωποι ευγενείς. Μαζί πάνε αυτά.
Αν έχετε τον Θεό σας, πώς μπορεί κάποιος να φεύγει και να αφήνει πίσω το σκυλί του;
Φαντάζομαι τις Ροβιές, αλλά και τα γύρω χωριά, στο βουνό και στη θάλασσα, στον Ευβοϊκό και το Αιγαίο, το φθινόπωρο, με τα πορτοκαλοκόκκινα φύλλα. Ή τον χειμώνα, με τις γκριζομπλέ αποχρώσεις και τη θάλασσα που κάποιες μέρες θα αγριεύει και θα ακούγεται. Την άνοιξη, με ένα χαλί από αγριολούλουδα όλων των χρωμάτων και των ειδών να σκεπάζει τις πλαγιές του βουνού. Και υπάρχουν τόσα μέρη ακόμη που δεν έχω γνωρίσει.
Άφησα πολλά για την επόμενη φορά. Όμως έμαθα να αγαπώ το νησί μου και, μαζί του, τις ήσυχες διακοπές.
Δειτε περισσοτερα
Ψηλή και αλλόκοτα όμορφη, άφησε το στίγμα της στη μόδα των ’60s
Οι θεατρικές παραστάσεις που έρχονται στα ανοιχτά θέατρα, στο πλαίσιο της καλοκαιρινής τους περιοδείας
Μια μικρή ιστορική αναδρομή στην καλτ πλευρά της ελληνικής τηλεόρασης που έγινε συλλογική απόλαυση
Ένας νέος θεσμός πολιτιστικής και καλλιτεχνικής αποκέντρωσης γεννιέται στις Κυκλάδες, στη Νάξο
Ο τόπος του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού τιμά την ιστορική του κληρονομιά