Ελλαδα

Οι διακοπές που μας προσπέρασαν

Διακοπές με laptop, deadlines και πρωτεΐνη και «πρέπει»

Ελένη Ψυχούλη
Ελένη Ψυχούλη
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Οι διακοπές που μας προσπέρασαν
© Khamkéo / Unsplash

Οι διακοπές που μας προσπέρασαν: Όταν το ελληνικό καλοκαίρι μετακομίζει από την παραλία στην οθόνη του κινητού

Το βαθύτερο νόημα ενός εξοχικού, είναι οι φίλοι. Μη σου πω και ο μοναδικός λόγος ύπαρξής του και η σημαντικότερη απαντοχή όταν μπαίνεις στον Γολγοθά με τους κτίστες και τους υδραυλικούς του απόκεντρου, που σε καμία περίπτωση δεν συνενοούνται στην ίδια διάλεκτο με σένα. Όσο το στήνεις και το διακοσμείς με πόθο και μεράκι, εκείνους σκέφτεσαι. Να χωρέσεις δέκα κρεβάτια σε είκοσι τετραγωνικά, να κρεμάσεις αιώρες για να χουζουρεύουν, καθιστικά για να αράζουν, μαξιλάρια για να βουλιάζουν την κούρασή τους, τραπέζια μεγάλα που να χωράνε τσιμπούσια με φασολάκια και μουσακάδες, να βάλεις και καμιά ντοματιά να ζήσουν τρισδιάστατα τι πάει να πει from farm to table, να το γεμίσεις φαναράκια που θα φωτίσουν νύχτες εξομολογητικές κάτω από τ’ άστρα, μήπως και κανένα παρτάκι στα κουτουρού με Μαντόνα από φορητό JBL. Όλα έχουν πάει κατ’ ευχήν και οι φίλοι, ανελλιπώς δηλώνουν «παρόν» στη σκοπιά του Αυγούστου. Βρέξει-χιονίσει και μη σου πω ακόμη πολυπληθέστεροι όσο χιονίζει πολέμους, ακρίβεια, κακές ειδήσεις, καύσωνες και τσουχτερά ακτοπλοϊκά στις Κυκλάδες. Έτσι ήρθαν και φέτος. Οι ίδιοι με πέρσι και άλλοι, νεοσύλλεκτοι. Αν, λοιπόν, με βάλεις να γράψω έκθεση με θέμα «πώς πέρασες με τους φίλους σου αυτό το καλοκαίρι;» το μόνο που θα θυμηθώ είναι οι πρώτοι ενθουσιώδεις ασπασμοί στο καλωσόρισμα, ένας καφές κι ένα κρύο νερό που μοιραστήκαμε μέχρι να τους φύγει το παραντούριασμα της διαδρομής μέσα στο λιόκαμα. Μετά, χαθήκαμε. Μέσα στο ίδιο σπίτι, περιφερόμενοι στα ίδια δωμάτια. Σε χωριστή τροχιά ο καθένας, σε ευθύγραμμη πορεία σαν ρομπότ ή σαν ζόμπι, με ένα κινητό στο χέρι.

Αυτό που δεν μπόρεσα να διακρίνω από την αρχή, είναι ότι μέσα και στο πιο μικρό back pack μπορεί να χωρέσει το γραφείο, μια καριέρα και χιλιάδες υποχρεώσεις, απρόσμενα deadlines καταμεσής της Παναγιάς τη μέρα και όταν μείνει και κάποιος χρόνος, μια ανίατη μανία, ένας καημός και μια δίψα για social μιντιακές επιδόσεις. Στο μεγάλο τραπέζι που προόριζα για διονυσιακά τσιμπούσια, τα laptops στριμώχνονται στη σειρά λες και κάποια αγχωμένη πολυεθνική μετακόμισε ξαφνικά τα γραφεία της στις εσχατιές του Πηλίου, οι ήχοι των κινητών ταυτίζονται και μπερδεύουν τους κατόχους τους που σπεύδουν να αλλάξουν ring, το κοφτό, κοντανάσεμα των πληκτρολογίων πνίγει το τραγούδι του τζίτζικα και της χελιδόνας, με παράθυρα κλειστά και το air-condition στο φουλ, ο αέρας γεμίζει από οδηγίες για ένα event προώθησης μιας νέας σειράς με κρέμες για σαραντάρες, συνταγές μαγειρικής, μια ανταπόκριση του Άδωνι για τα κέντρα υγείας στην επαρχία, μια μελέτη για τους υδροβιότοπους των Σερρών, να ’σου και μια τηλεφωνική διάγνωση για φαρυγγίτιδα που χρήζει αντιβίωσης, να και το κόνσεπτ μιας εικαστικής έκθεσης για το Ευρωκοινοβούλιο, μέσα σ’ όλα σκάει και μια φτηνή παρτίδα χοιρινά για τον χασάπη της παρέας που πρέπει πάραυτα να κατέβει από τη Βουλγαρία, η κολλητή μου σχεδιάζει μια εταιρική εικόνα για γίγαντες Πρεσπών και κάπου τριγύρω παίζει και ένα συμφωνητικό με ένα πεντάστερο στο Ντουμπάι και πεντέξι νομικούς συμβούλους να στήνουν πάνω από το κεφάλι μου το contract του αιώνα, όσο εγώ μαγειρεύω μπάμιες σε ρόλο καντινατζούς για τους βαριά εργαζόμενους του Αυγούστου-που ήρθαν εδώ με άδεια, με σφραγίδα και με τη βούλα για διακοπές-όπως μου δήλωσαν.

Κάποια των ημερών, έγινε το θαύμα και κάπως όλοι συντονιστήκαμε για παραλία, με μαγιό, με ψάθες, παγωμένα νερά και από έναν καφέ στο χέρι. Φτάνοντας στο ειδυλλιακό τοπίο, με βρίσκω πάλι μόνη, να στρώνω την πετσέτα μου φάτσα στο πέλαγο. Όλοι κάπου διακτινίστηκαν καθ’ οδόν, διότι φυσικά, όλα τα κινητά πήραν φωτιά. Άλλος μέσα σε μια σπηλιά, άλλος ανακούκουρδα κάτω από ένα πεύκο, μια ελιά, έναν σκίνο ή μια αγριόλευκα, άλλος ατάραχος να το κόβει πάνω-κάτω νευρικά στη λιωμένη άσφαλτο, άλλος μέσα στο αυτοκίνητο στη θέση του οδηγού από την οποία και ουδέποτε ξεκόλλησε. Είναι, βλέπεις, ανίερο και ανόσιο να μιλάς με το αφεντικό/τον συνάδελφο/τον πελάτη κι από πίσω να ακούγονται φλιπ-φλοπ από βατραχοπέδιλα, σπλας από βουτιές, τσιρίδες από λουόμενα πιτσιρίκια και πλίτσι-πλίτσι από κυματάκι που σκάει. Είναι απρεπές και αμαρτία να διακοπάρεις όταν στο γραφείο «τρέχουν εξελίξεις» και αναπάντεχα περιστατικά. Εν ολίγοις, κολύμπησα εξήντα ναυτικά μίλια, κοιμήθηκα μια ξεγυρισμένη σιέστα και διάβασα τον μισό Προυστ μέχρι να τους παραλάβω όλους από το σημείο που τους άφησα, με τα ακουστικά στα αφτιά, το βλέμμα χαμένο στο υπερπέραν, να ξαναμπαίνουν στο αμάξι της επιστροφής, χωρίς καν να έχουν αντιληφθεί πού πήγαμε και τι έγινε, ρε παιδιά; Μερικοί, είχαν ανοίξει και το λάπ-τοπ και διευθετούσαν θέματα πάνω σε πέτρες, σαύρες, φίδια και ξεραμένους ασπάλαθους.

Οι βραδιές με Συννεφούλες του Σαββόπουλου και Ντίλαν στη δροσερή αυλή με το κουνουπομάνι, στο αρχέγονο πρότυπο του αξιοπρεπούς ελληνικού καλοκαιριού, περνούν και πάλι «απασχολημένα». Όλο και κάποιος μαθητεύει σε ένα πιο προωθημένο μοντέλο app για τα πιο μαστόρικα reels του TikTok, σε ρόλο μοντέρ της ζωής και των εμπειριών ενός εικοσιτετραώρου που σκοπεύει να δημοσιοποιηθεί στα πέρατα της γης, όλο και κάποιοι τσεκάρουν το πιο φωστήρα AI, με ατέρμονα crash test στο Open, το Claude και το OpenAI, που καταλήγουν πρώτα σε smooth καυγαδάκια μεταξύ των χρηστών και στη συνέχεια σε αναζητήσεις που βλέπουν μπροστά τους το γλυκοχάραμα και το λάλημα του πετεινού. Ξενύχτια ξηρασίας, στείρα και άγονα, χωρίς αλκοόλ και μουσική, χωρίς φλερτ και ξεσάλωμα, με μάτια κατακόκκινα από τις βουτιές στις οθόνες.

Κι αν μας έμεινε μια και μόνη χαρά, είναι ίσως, το φαγητό. Αλλά ποιο φαγητό; Οι μισοί δεν αντέχουν να δουν ούτε κόκκο ζάχαρης ζωγραφιστό, άλλος κάνει ΚΕΤΟ, ένας τρίτος παθαίνει ανακοπή και υστερική κρίση στη θέα και μόνο του ψωμιού και πάσης γλουτένης, ένας τέταρτος είναι βίγκαν και όλοι μαζί-πλην του βίγκαν-τρώνε μόνο πρωτεΐνη. Κάθε πάγκος του σπιτιού σφαδάζει από πεντάκιλες συσκευασίες πρωτεΐνης, μπάρες πρωτεΐνης, πρωτεΐνη υγρή, στερεή και αέρια, σε κάθε μορφή εκτός από υπόθετο και ευγενικά μου συνέστησαν να αποσύρω από την κοινή θέα γλυκά του κουταλιού, μαρμελάδες και άλλα ανάρμοστα με το πνεύμα της εποχής, που μετά βδελυγμίας ανακάλυψαν στο ψυγείο μου. Κοινός μας τόπος, το βραστό αβγό. Το οποίο καταναλώνουμε σε τρεις καρτέλες ημερησίως, τόσο που ο μπακάλης του χωριού έχει μπει σε υποψίες ότι είμαστε σέκτα που κάνει βουντού με κρόκους και ασπράδια. Τα οποία αβγά, ενοχικά και με πάθος περίσσιο, καθείς προσπαθεί να μεταμορφώσει μοναχικά σε μύες τροφαντούς. Από γλάστρες και πέργκολες κρέμονται λάστιχα, αλτήρες και λοιπά εργαλεία του Σατανά και του μαρτυρίου, πάνω από τα οποία καθείς μοναχικά ξεφυσά, πρωί-πρωί, μόλις ανοίξει το μάτι του και μέχρι να σημάνει το πρώτο κινητό. Πού τα τσίπουρα και οι μπύρες, πού τα καλαμαράκια πλάι στο κύμα, πού οι κεφτέδες και πού οι τηγανητές πατάτες του παλιού, καλού καιρού;

Καλοκαίρι του «πρέπει», άκαυλο, ψυχαναστικό και πολύ, εργατικό! Το ελληνικό καλοκαίρι όπως θα το μισούσε ο Ρίτσος, ο Ελύτης, ο Σεφέρης και ακόμα περισσότερο, ο Εμπειρίκος, ο Διόνυσος και ο Απόλλωνας. Καλοκαίρι που δεν παρατηρεί τη φύση, δεν ακούει τα τζιτζίκια και τα τρυζόνια, δεν τρώει καρπούζι γιατί έχει ζάχαρη και δεν κάνει μακροβούτια. Καλοκαίρι με το λάπτοπ στην ξαπλώστρα και podcasts στα ακουστικά. Καλοκαίρι που ετοιμάζει στρατηγικές, αναφορές, πλάνα, reports και λίστες, αναβάλλοντας τη χαρά για αύριο. Που γίνεται μεθαύριο και αντιμεθαύριο μέχρι να γίνει Ποτέ. Στη συνειδητοποίηση του «αύριο φεύγω», αυτών των πολυπόθητων διακοπών που ήρθαν χωρίς να έρθουν.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY