1821 Digital Gallery
Η συνταγή του Μπέρτραντ Ράσελ για να μην μεγαλώσουμε ποτέ

Η συνταγή του Μπέρτραντ Ράσελ για να μην μεγαλώσουμε ποτέ

Σε ηλικία 84 ετών ο βρετανός νομπελίστας μοιράστηκε τα μυστικά του για την «αιώνια νεότητα»
©Baron/Getty/ Ideal Images

Όλοι κάποια στιγμή στη ζωή μας πιθανότατα έχουμε πάθει ή θα πάθουμε τουλάχιστον μία κρίση ηλικίας. Συνήθως, μάλιστα, την παθαίνουμε πάνω στην αλλαγή δεκαετίας, άλλοι μόλις μπαίνουν στα –άντα, άλλοι στα –ήντα, άλλοι την παθαίνουν ακόμα και στα 20. Αιτία, προφανώς, δεν είναι ο αριθμός, αλλά αυτό που συμβολίζει, από την μία, δηλαδή, την σωματική φθορά που έχει έρθει ή πλησιάζει (ρυτίδες, κόπωση, χαλαρό δέρμα, σωματικοί πόνοι κ.ο.κ.) και, από την άλλη, τα χρόνια που περνάνε και μας φέρνουν όλο και πιο κοντά στο αναπόφευκτο τέλος.

Ο βραβευμένος με Νόμπελ βρετανός – φιλόσοφος, επιστήμονας της λογικής, μαθηματικός, ιστορικός, συγγραφέας, κοινωνικός κριτικός και πολιτικός ακτιβιστής – Μπέρτραντ Ράσελ, ο οποίος πέθανε λίγο πριν κλείσει τα 98, μας έδωσε το 1956, με το κείμενο του «Πώς να Μεγαλώσετε» από το βιβλίο του «Πορτρέτα από Μνήμης και Άλλες Εκθέσεις», την δική του συνταγή, ώστε να μην μεγαλώσουμε ποτέ, ή μάλλον τη συνταγή για να μην συνειδητοποιήσουμε ποτέ ότι μεγαλώσαμε.

Ξεκινώντας χαριτολογεί και αναφέρει ότι δεν έχει να μας προσφέρει καμιά συμβουλή υγείας, καθώς ο ίδιος έπινε και έτρωγε πάντα ό,τι ήθελε και το πρόγραμμα ύπνου του εξαρτιόταν από το πότε θα ένιωθε τόσο κουρασμένος που δεν θα μπορούσε να μείνει άλλο ξύπνιος. Ωστόσο, είχε να μας προσφέρει μερικές ψυχολογικές συμβουλές, τις οποίες ο ίδιος θεωρούσε κομβικής σημασίας.

Κατ’ αρχάς, επισημαίνει ότι δεν πρέπει να προσκολλάμε στο παρελθόν και να μην σκεφτόμαστε το παρόν και το μέλλον. «Δεν έχει αξία να ζούμε στις αναμνήσεις, στις μεταμέλειες μας για τις παλιές καλές μέρες ή στην λύπη για φίλους που έχουν πια φύγει από τη ζωή. Οι σκέψεις μας πρέπει να κατευθύνονται προς το μέλλον  και στα πράγματα, για τα οποία μπορούμε να κάνουμε κάτι».

Σχετικα
Φραντς Φανόν, o εμπνευστής αντιρατσιστικών αγώνων
Φραντς Φανόν, o εμπνευστής αντιρατσιστικών αγώνων

Κατά τον ίδιο τρόπο δεν είναι σωστό και να ασχολούμαστε συνεχώς με τους νεότερους, ακόμα και αν πρόκειται – και ιδιαίτερα όταν πρόκειται – για τα παιδιά μας, τα εγγόνια μας κ.ο.κ.. Ο Ράσελ, βέβαια, δεν εννοούσε καμία από τις δύο πλευρές να αδιαφορεί πλήρως για την άλλη, αλλά ο καθένας να αφοσιωθεί στην δική του ατομικότητα και να αφήσει τον άλλον ελεύθερο να ζήσει τη ζωή του, χωρίς να τον καταπιέζει.

Αυτό συχνά είναι δύσκολο για τους μεγαλύτερους ανθρώπους. Αρκετά πιο εύκολο, όμως, γίνεται για εκείνους που συνεχίζουν να έχουν μία ενεργή ζωή, γεμάτη από ενδιαφέροντα και ασχολίες, καθώς αυτοί οι άνθρωποι ως συνέπεια δεν έχουν τον χρόνο – ούτε και την όρεξη - να υιοθετήσουν μία εμμονική συμπεριφορά προσκόλλησης προς τους νεότερους. Επιπλέον, δεν διαθέτουν τον χρόνο ούτε για να ασχοληθούν με το πόσο πέρασαν τα χρόνια και πόσο έχει αυξηθεί ο ηλικιακός τους αριθμός.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού ανέφερε την γιαγιά του, η οποία δεν σταμάτησε ποτέ να είναι ενεργή μέχρι και τα 92 της, οπότε πέθανε. Συγκεκριμένα, η γιαγιά του μόλις μεγάλωσε και τα 9 της παιδιά και αφότου έμεινε χήρα ξεκίνησε να αγωνίζεται για το δικαίωμα των γυναικών σε μία ανώτερη εκπαίδευση και ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη του Κολλεγίου Γκίρτον στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, ενώ όταν πέρασε τα 80 και δυσκολευόταν να κοιμηθεί, πέρναγε τις ώρες, που παλιότερα καταλαμβάνονταν από τον ύπνο, διαβάζοντας επιστημονικά βιβλία. Σημειώνει, μάλιστα, ότι όντας εξαιρετικά αυτόνομη από τα παιδιά και τα εγγόνια της σοκαριζόταν κάθε φορά, που κάποιος της έλεγε ότι καταθλίβεται μόλις αποχωρίζεται κάποιο από τα δικά του.

Σχετικα
Aλ. Μπουρλά: Ανοικτό το ενδεχόμενο τέταρτης δόσης σε δώδεκα μήνες
Aλ. Μπουρλά: Ανοικτό το ενδεχόμενο τέταρτης δόσης σε δώδεκα μήνες

Με τα παραπάνω βήματα, ο Ράσελ θεωρούσε ότι εύκολα κάποιος μπορεί να ξεπεράσει και τον φόβο του θανάτου, τον οποίο χαρακτηρίζει ως χυδαιότητα, όταν προέρχεται από ηλικιωμένους ανθρώπους, που έχουν ζήσει την ζωή και τις εμπειρίες της. Ο ίδιος ήλπιζε να πεθάνει, όταν ακόμα θα δούλευε, καθώς θα έφευγε γνωρίζοντας ότι άλλοι θα συνεχίσουν αυτό που πια εκείνος δεν μπορεί και νιώθοντας ικανοποιημένος με τη σκέψη ότι έκανε όσα θα ήταν δυνατόν να έχει κάνει μέχρι τότε.

Ο βρετανός πίστευε ότι κάθε ανθρώπινη ύπαρξη θα πρέπει να είναι σαν ένας ποταμός, ο οποίος είναι «μικρός στην αρχή, στενά περιορισμένος στις όχθες του και ορμάει παθιασμένα δίπλα από τους βράχους και πάνω στους καταρράκτες. Σταδιακά, ο ποταμός πλαταίνει, οι όχθες υποχωρούν, τα νερά του κυλάνε πιο ήρεμα και στο τέλος, χωρίς κανένα ορατό όριο, γίνεται ένα με τη θάλασσα και χωρίς κανένα πόνο χάνει την ατομικότητα του». 

 

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5