Κοινωνια

Ποιος ήταν ο Νίκος Λώρας, ο τελευταίος μπάρμαν της αναλογικής Αθήνας

Ο Νίκος Λώρας είναι ο μυθικός μπάρμαν που κράτησε τον χρόνο ακίνητο στη Μαβίλη

loukas-velidakis.jpg
Λουκάς Βελιδάκης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ποιος ήταν ο Νίκος Λώρας, ο τελευταίος μπάρμαν της αναλογικής Αθήνας
© Instagram

Ο θρυλικός ιδιοκτήτης του «Λώρα» έφυγε σε ηλικία 97 ετών. Ο τραγουδοποιός Κώστας Λειβαδάς ξαναζωντανεύει το πιο καλτ μπαρ της Αθήνας και τον μύθο του ανθρώπου που το κρατούσε 

Ο «Λώρας», στην πλατεία Μαβίλη, ήταν ίσως το πιο καλτ μπαρ της πόλης. Όποιος περνούσε την πόρτα του έμπαινε σε μιαν Αθήνα άλλης εποχής, που είχε παγώσει από τη μέρα που ο Νίκος Λώρας, εξ Ηπείρου ορμώμενος και με μια θητεία μετανάστη στον Καναδά στο ενεργητικό του, το άνοιξε το 1967. 

Τώρα που ο ιδιοκτήτης του έφυγε σε ηλικία 97 ετών, ο τραγουδοποιός Κώστας Λειβαδάς ξαναζωντανεύει τον μύθο του ανθρώπου και του μαγαζιού που κάποια στιγμή είχαν γίνει ένα και το ίδιο πράγμα.

Μέσα σε εκείνη τη στενή τρύπα των πενήντα τετραγωνικών, ο κύριος Νίκος ήταν μια ολόκληρη ορχήστρα μόνος του: σέρβιρε τα ποτά, σχολίαζε τα γεγονότα, τακτοποιούσε τις μικροδιενέξεις, είχε μια καλή κουβέντα για τον καθένα, και σε εξαιρετικές περιπτώσεις χτυπούσε τις κουδούνες που κρέμονταν στο ράφι, σε μια επίδειξη βουκολικού σουρεαλισμού μέσα στην καρδιά της πόλης.

Δίπλα του, δευτερεύοντες ρόλους, οι μόνιμοι θαμώνες, γνωστοί ως ο γιατρός, ο στρατηγός, ο εισαγγελέας, ο Ναύαρχος. Και από πάνω απ' όλα, η φράση που έμεινε σαν σφραγίδα: «Όχι άγχος, προκαλεί έμφραγμα».

Ποιος ήταν ο Νίκος Λώρας, ο τελευταίος μπάρμαν της αναλογικής Αθήνας
© Instagram

Χωρίς μουσική, αλλά με κουδούνες

Ο Λειβαδάς πρωτοπέρασε εκείνη την πόρτα στις αρχές της δεκαετίας του '90, νεότερος μουσικός ανάμεσα σε μεγαλύτερους, όταν η Μαβίλη ήταν ο μεγάλος σταθμός της αθηναϊκής νύχτας και το «Μπρίκι» ή το «ΜΤ» δεν είχαν καν ανοίξει ακόμα. Ο «Λώρας» είχε ήδη πίσω του δεκαετίες μεγαλείου.

«Ήταν ένα φαινόμενο γιατί ήταν ένα μπαρ στο οποίο δεν έπαιζε μουσική». Υπήρχε μόνο μια ασπρόμαυρη τηλεόραση που άνοιγε κατ' εξαίρεση, σε συγκεκριμένες ώρες, σπανίως με φωνή, και πάντα με την έγκριση του Λώρα, όταν οι θαμώνες ήθελαν να δουν κάτι πραγματικά έκτακτο: έναν ποδοσφαιρικό αγώνα που δεν μπορούσε να περιμένει, ένα διάγγελμα, μια δήλωση με ώρα και διάρκεια γνωστή εκ των προτέρων. Πάνω, ένα πατάρι λειτουργούσε ως αναγνωστήριο και ως καταφύγιο για όποιον ήθελε ησυχία ή μοναξιά. «Καθαρό ποτό, φτηνό ποτό, τρομερός σεβασμός, όχι μουσική».

Κάτω χωρούσαν κάπου πενήντα άνθρωποι, άλλοι τόσοι έστεκαν έξω στο πεζοδρόμιο με ένα ποτήρι στο χέρι, και ακόμα οχτώ ή δέκα πάνω, στο λεγόμενο αναγνωστήριο. 

Οι κουδούνες ήταν κουδούνια βοσκών, από τα Γιάννενα, τόπος καταγωγής που ο Λώρας δεν απαρνήθηκε ποτέ - και τα κρατούσε δίπλα στη μικρή σκαλίτσα που ανέβαινε για να φτάσει τα ψηλά ράφια της κάβας του - μικρός στο δέμας, αλλά γερός και δυνατός. 

Είχαν τρεις χρήσεις - και η τρίτη είναι που δεν την ξανάδε ο Λειβαδάς πουθενά στη ζωή του. Τα χτυπούσε πρώτα για να αναγγείλει τον απρόβλεπτο ερχομό ενός αγαπημένου πελάτη που είχε καιρό να φανεί, να τον προϋπαντήσει και να στρέψει πάνω του την προσοχή όλων - έτσι υποδεχόταν, ας πούμε, τον Τάκη, τον σύζυγο της Άννας Παναγιωτοπούλου, ή τους θεατρικούς συγγραφείς Σκούρτη και Τσικληρόπουλο. 

Τα χτυπούσε, επίσης, τις σπάνιες φορές που ήθελε να ηρεμήσει την κατάσταση, όταν κάποιος καβγάς έμοιαζε να επίκειται και ήθελε να επιβάλει την τάξη. Και τα χτυπούσε, τρίτον, όταν έκανε ο ίδιος καμιά μικρή ζημιά - πράγμα σπανιότατο, γιατί δεν καταδεχόταν να κάνει ζημιές. «Μερικές φορές συγχυζόταν τόσο πολύ που είχε σπάσει ένα ποτήρι ο ίδιος, ή είχε ρίξει κάτι σε κάποιον, που άδειαζε το μαγαζί μέχρι να συνέλθει, να τακτοποιήσει τη ζημιά, και μας ξανακαλούσε μέσα μετά. Αυτό δεν το έχω δει ποτέ», θυμάται ο Λειβαδάς.

Ποιος ήταν ο Νίκος Λώρας, ο τελευταίος μπάρμαν της αναλογικής Αθήνας
Ο Νίκος Λώρας © Facebook/Filoktitis Salaminios

Η κίτρινη χαρτοπετσέτα

Ήταν αυτές οι λεπτομέρειες που τον είχαν εκτοξεύσει στη σφαίρα του μύθου: που μιλούσε στον πληθυντικό σε όλους, που αναφερόταν δημόσια στους παλιούς πελάτες και φίλους δεκαετιών με σεβασμό. Οι μόνιμοι έπιναν πολύ, και μετά το έβδομο, όγδοο, ένατο ποτό συνήθιζαν να το κατεβάζουν χαμηλό, στον πάγο. Για να μη μπερδεύουν το ποτήρι τους, και για να μη γλιστράει από τους λιωμένους πάγους, ο Λώρας τους πρόσφερε χαρτοπετσέτα ειδικού χρώματος - η κίτρινη χαρτοπετσέτα ήταν το δικό σου ποτό, και το ήξερες.
 
Πάνω σ' αυτά τα χαμηλά ποτήρια έπαιζαν και τα παιχνίδια. Κάποιος έστρωνε μια χαρτοπετσέτα στο στόμιο, ακουμπούσε ένα κέρμα από πάνω, και το ποτήρι έκανε τον γύρο των οχτώ εννιά ανθρώπων. Ο καθένας έκαιγε με το τσιγάρο λίγο λίγο τη χαρτοπετσέτα, και όποιος την έκαιγε τόσο που έπεφτε το κέρμα μέσα, κέρναγε όλους τον επόμενο γύρο. Έπαιζε και ο Λώρας, το βράδυ που ήταν εκεί ο Λειβαδάς. Έξω, για όσους δεν τους άφηνε να το κάνουν στην μπάρα -γιατί φοβόταν μην καεί τίποτα-, το παιχνίδι ήταν να κρατήσεις όρθια τη στάχτη του τσιγάρου πάνω στο τραπέζι χωρίς να πέσει. Πάλι για το ποιος θα κεράσει ποιον. Τρόποι να περνούν οι ατελείωτες ώρες.

Και οι άνθρωποι, ένας κι ένας. Ο πιο μυθικός ήταν ο Ναύαρχος, που τον αγάπησαν γενιές ολόκληρες και όλοι νόμιζαν πως ήταν όντως ναύαρχος - ενώ ήταν προϊστάμενος λογιστηρίου σε μια ναυτιλιακή εταιρεία, και γι' αυτό τον έλεγαν έτσι. Πάντα κοκέτης και στην τρίχα, καθόταν σε ένα σκαμπό πλάι στον Λώρα, προς το πίσω μέρος της μπάρας, ερχόταν, και η οικογένειά του περνούσε αργότερα να τον πάρει στις τρεις το πρωί. Η κουβέντα του με τον Λώρα ήταν απολαυστική, όπως και όσα έλεγε στους νεότερους που ήθελαν να τον δουν από κοντά. 

Γύρω τους, ταυτόχρονα και από κάθε πλευρά της Αθήνας, η πιο αστική και προβεβλημένη κοινωνία δίπλα στην πιο underground: διανοούμενοι και συγγραφείς, ηθοποιοί και μουσικοί, ξενύχτηδες και ανήσυχοι που συνόρευαν με την κουλτούρα των Εξαρχείων, αξιωματούχοι που περνούσαν λόγω της πλατείας. Κάποιοι από το Αιγινήτειο που το έσκαγαν και τους επιτρεπόταν διακριτικά ένα ποτηράκι. Και πάντα οι δημοσιογράφοι, άλλης εποχής, με τις βραδινές βάρδιες επί του πιεστηρίου, που περνούσαν από τα δυο τρία μπαρ της περιοχής για ένα ποτό. Ο «Λώρας» ήταν πάντα εκεί, μέχρι τις εφτά, εφτάμισι το πρωί.

Δεν είναι τυχαίο, λέει ο Λειβαδάς, ότι ο Λώρας είχε σερβίρει από την Αλίκη Βουγιουκλάκη, της οποίας η μητέρα έμενε από πάνω, μέχρι πρωθυπουργούς, αξιωματούχους, μέλη της βασιλικής οικογένειας και διπλωμάτες - είχε δίπλα και την αμερικανική πρεσβεία. Ούτε είναι τυχαίο ότι το 2004, όταν το περιοδικό «Life» έβγαλε ειδική έκδοση για την Αθήνα των Ολυμπιακών, συμπεριέλαβε τον Λώρα, ίσως τη μοναδική φορά που πόζαρε τόσο φανερά, με τις τιράντες του, ως «the most cult barman of Athens».

Ποιος ήταν ο Νίκος Λώρας, ο τελευταίος μπάρμαν της αναλογικής Αθήνας
Ο Κώστας Λειβαδάς μας ταξίδευσε στις αναμνήσεις μίας άλλης εποχής

«Έγραψε την πλατεία»

Η δική του σχέση με τον Λώρα δέθηκε γύρω από ένα τραγούδι. Όταν έγραψε το «Σαν να μην πέρασε μια μέρα», ο Λώρας άρχισε να μαζεύει αποκόμματα από εφημερίδες, πράγμα που ο Λειβαδάς δεν το φανταζόταν. «Με αγκαλιάζει και μου λέει: δεν είχα ιδέα. Από δω και πέρα είσαι ομότιμος εδώ μέσα, έγραψε το δικό μας παιδί, έγραψε την πλατεία».

Έναν μήνα αργότερα, είχε δέκα αποκόμματα κομμένα με το ίδιο του το χέρι, περασμένα σε ένα τσιγκέλι. «Σε παρακολουθώ όπως παρακολουθώ και την Ελένη Τσαλιγοπούλου», του είπε, και του ζήτησε να τη φέρει μια φορά εκεί να τραγουδήσει. Ο Λειβαδάς νόμιζε ότι έκανε πλάκα. Πήγαν όμως, μια νύχτα, μετά τον Σταυρό του Νότου, τρεισήμισι με τέσσερις το πρωί.

Ο Λώρας χτύπησε τις κουδούνες, επέβαλε απόλυτη σιωπή, και της ζήτησε ένα παραδοσιακό από τα Γιάννενα. Ήταν από τις ελάχιστες φορές.

Γιατί το απρόβλεπτο, τα happenings και οι παρεμβάσεις, ήταν κι αυτά μέσα στην καθημερινή ημερήσια διάταξη ενός μαγαζιού που φιλοξενούσε ανθρώπους με τη νοοτροπία των beatniks, όπως εκείνη που είχε ανθίσει στην Ευρώπη του '60 και του '70.

Η νύχτα που τους αποχαιρέτησε

Πάνω απ' όλα όμως ο Λειβαδάς θυμάται μια νύχτα, κάπου το 2005 ή το 2006, που ο Λώρας τους κάλεσε όλους - την παλιά του φρουρά και μερικούς από τους νεότερους, στόμα με στόμα. Είχε κάτι σημαντικό να τους πει. Στάθηκαν όλοι, κάποιοι κάτι υποψιάστηκαν, αλλά κανείς δεν ήταν σίγουρος.

Ο Λώρας χτύπησε τις κουδούνες για να επιβληθεί απόλυτη ησυχία. «Σας κάλεσα γιατί εγώ θα φύγω από το μαγαζί. Το αποφάσισα. Πιστεύω ότι έχω δέκα χρόνια τουλάχιστον μπροστά μου για να κάνω τη νύχτα μέρα, και το αξίζω», είπε. «Θα ζήσω τη μέρα πια, θα ζήσω ήσυχα, θα απολαύσω αυτά που απολαμβάνει ένας άνθρωπος της μέρας».

Έμειναν σύξυλοι. Οι παλιοί, μεθυσμένοι και οικείοι, άρχισαν να διαμαρτύρονται: «Πού πας ρε; Πού μας αφήνεις ορφανούς; Ούτε δέκα μέρες δεν θα αντέξεις. Εμείς πού θα πηγαίνουμε;». Οι νεότεροι, πιο συγκρατημένοι: «Τώρα, κύριε Λώρα, σίγουρα;». «Ναι, ναι, αγαπητό μου παιδί», απαντούσε συγκινημένος, «και είμαι χαρούμενος». Βγήκαν όλοι έξω κάπως τρομαγμένοι. Κανείς δεν περίμενε ότι όχι μόνο θα το έκανε πράξη, αλλά ότι θα ζούσε σχεδόν άλλα είκοσι χρόνια από εκείνο το βράδυ. Ο Λειβαδάς πιστεύει ότι μέρος της μακροζωίας του οφειλόταν στο ότι, αν και βαθιά μέσα στη νύχτα ολόκληρη τη ζωή του, ο ίδιος δεν κάπνιζε και δεν έπινε, τουλάχιστον τα χρόνια που τον έζησε εκείνος.

Μίλησαν περίπου έναν μήνα πριν φύγει από τη ζωή. Ο Λώρας ήταν σχεδόν κατάκοιτος, αλλά απίστευτα αξιοπρεπής - και σε εκείνο το τηλέφωνο του απέδειξε ότι θυμόταν τα πάντα: του είπε λεπτομέρειες από νύχτες του 1999 και του 2000, ποιος είχε περάσει να τον δει ενώ ο Λειβαδάς καθόταν δίπλα του τρεις ώρες το πρωί, ότι τον ευχαριστούσε πάντα στις προσευχές του. Ξυράφι μέχρι την τελευταία στιγμή. Και να που τα δύο τρίτα των πελατών του, ειδικά οι παλιοί, και ειδικά εκείνοι που τον κορόιδευαν εκείνο το βράδυ πως δεν θα άντεχε ούτε δέκα μέρες, είχαν κιόλας φύγει, ενώ ο Λώρας έφτασε σχεδόν τα εκατό - όπως αξίζει πολλές φορές στα μυθιστορήματα, ή στη Βίβλο, να συμβαίνει σε έναν πατριάρχη.

Ήταν ένας μεγάλος μπάρμαν που ήταν ταυτόχρονα και πατριάρχης και εξομολόγος, με μια εχεμύθεια που ο Λειβαδάς την ξεχωρίζει πάνω απ' όλα. Πράγματα που είχαν γίνει εκεί μπροστά σε όλους, αν κάποιος τολμούσε να τα ξεθάψει μέρες μετά, τα απαντούσε με ένα «δεν θυμάμαι, θα σε γελάσω» - αδύνατο να μη θυμόταν, αυτός που θυμόταν νύχτες ολόκληρες του '90, αλλά επέλεγε να μη θυμάται. Προστάτευε πολλά παιδιά και στήριζε πολλούς ανθρώπους μέσα από εκείνο το μαγαζί που η ίδια του η ύπαρξη ταυτιζόταν με το όνομα στην ταμπέλα. Ένα δεύτερο επίπεδο ανθρωπιάς, σφυρηλατημένο μέσα στη νύχτα.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY