Μουσικη

Κώστας Λειβαδάς: Τριάντα χρόνια ανάμεσα στη Μαβίλη, την «Επιμονή» και όσα δεν ελέγχονται

Τριάντα χρόνια μετά κι ένα τραγούδι σώθηκε από έναν πολτό χαρτοπετσετών, μιλά για τη νύχτα, την ποίηση, τις γυναίκες-ηρωίδες, την αργοπορημένη ενηλικίωση και την εποχή της AI

loukas-velidakis.jpg
Λουκάς Βελιδάκης
13’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Κώστας Λειβαδάς, μία διαδρομή 30 χρόνων: Η Μαβίλη, η επιμονή, η νύχτα κι όσα δεν ελέγχονται

Από τη Μαβίλη του Λώρα μέχρι την «Επιμονή σου», ο Κώστας Λειβαδάς μας ξεναγεί στις τυχαίες στιγμές που αλλάζουν ζωές και την ποιητική διάσταση που δίνει στη δημιουργία

Του ζήτησα σκοπίμως να συναντηθούμε στην πλατεία Μαβίλη, ακριβώς εκεί όπου -λίγο πολύ- όλα ξεκίνησαν. Για εκείνον η πλατεία αυτή είναι τόπος μύησης. Ένα ανεπίσημο πανεπιστήμιο χαρακτήρων. Ένας μικρός αθηναϊκός γαλαξίας όπου η μποέμικη νύχτα, οι ετερόκλητες παρέες, οι έρωτες, οι απογοητεύσεις και οι τυχαίες συγκρούσεις μετατρέπονταν σε πρώτη ύλη τραγουδιών.

Τριάντα χρόνια μετά από εκείνη τη νύχτα, όταν είδε μια παλιά αγάπη με άλλον άνδρα κι έγραψε πάνω σε χαρτοπετσέτες ένα τραγούδι που παραλίγο να χαθεί στο πλυντήριο, ο Κώστας Λειβαδάς επιστρέφει στο σημείο όπου συγκροτήθηκε -σχεδόν άθελά του- ως τραγουδοποιός. Η κουβέντα μας ξεκινά από τον Λώρα, το Flower και τους τελευταίους μποέμ της Αθήνας, αλλά γρήγορα φτάνει στην «Επιμονή», στις γυναίκες που ζουν στα τραγούδια του, στην αργοπορημένη ενηλικίωση και στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.

«Η Μαβίλη ήταν η μοιραία πλατεία της ζωής μου για πάρα πολλούς λόγους. Έχουν προηγηθεί τα τραγούδια που έχω φτιάξει με το σχολικό μου συγκρότημα που διαλύθηκε βίαια. Στην Κομοτηνή έκανα τα πρώτα μου βήματα. Κάπου εκεί ενδιάμεσα, ένα βράδυ έρχομαι εδώ μ’ έναν φίλο...»

Κώστας Λειβαδάς: Τριάντα χρόνια ανάμεσα στη Μαβίλη, την «Επιμονή» και όσα δεν ελέγχονται

Τον ρωτώ αν ήταν η πρώτη του επαφή με τη Μαβίλη ή αν ήταν ήδη κομμάτι της ζωής του. «Ήμουν θαμώνας - πρόλαβα και τις πιο παλιές εποχές. Είχε μπει ο σπόρος γιατί η μάνα μου ανήκε σε μια παρέα τη δεκαετία του '50 - δύο φίλοι μένανε εδώ στη Δορυλαίου. Στη Μαβίλη ήταν τα πρώτα ροκ εν ρολ πάρτι που πήγαμε, ο Μικές το ζαχαροπλαστείο που υπάρχει ακόμη. Αργότερα γνώρισα κάποιους από τους τελευταίους μπίτνικς της Αθήνας. Και μετά με γοήτευε πάντα ο Λώρας, γιατί έρχονταν τόσο ετερόκλητοι, λαμπεροί άνθρωποι από διαφορετικούς χώρους. Ήταν μια φοβερή χοάνη. Αλλά είναι η πρώτη φορά εκείνο το βράδυ που βλέπω τη μετεφηβική, σχολική μου πρώην με κάποιον άλλον».

Είναι χειμώνας του '94, είναι 21 ετών. «Καθόμαστε στο Flower. Τη βλέπω εδώ, στην καντίνα μπροστά, να τρώει σάντουιτς με κάποιον. Έχω βγει να πάρω τσιγάρα στο περίπτερο και πίσω από τη στάση -ερχόμενος- επειδή τους είδα καθοδόν, στάθηκα για λίγο - τους είδα και ξαναέφυγα ταραγμένος. Πάω στο Flower και πάνω σε χαρτοπετσέτες γράφω -σχεδόν αυτόματα- αυτό το κείμενο από το οποίο άλλαξα στο τέλος δύο λέξεις. Ο φίλος μου το πήρε γραμμή: "Τι γράφεις εκεί;". "Τίποτα, άστο, θα σου πω άλλη φορά". Δεν ήθελα ν’ ανοίξω το θέμα. Ήπια βέβαια, τα ξέχασα όλα, μείναν οι χαρτοπετσέτες στην πίσω τσέπη του μπλουτζίν».

Και τι ακολούθησε; «Δύο μέρες μετά πάω να βάλω το τζιν στο πλυντήριο και βλέπω αυτόν τον πολτό από χαρτοπετσέτες με κάτι ορνιθοσκαλίσματα. Ανοίγω να τα πετάξω, τελευταία στιγμή λέω "όχι μωρέ, μόνο και μόνο για αυτό το μνημείο πεσόντων που αποτελεί, ας πάρω έναν μεγεθυντικό φακό". Μόνο έτσι τα έβγαλα και το αντέγραψα».

Το τραγούδι θα φτάσει στα χέρια του Δημητριάδη στη Virgin του Γιάννη Πετρίδη το '97. Ο Λειβαδάς δίνει το μελωδικό κουπλέ. Ο Δημητριάδης φτιάχνει το ρεφρέν, βάζει αρμονίες.

«Εγώ μούγκα - δεν έλεγα πουθενά, ούτε στα μπαρ, ότι παίζω μουσική, αν είμαι ακόμη φοιτητής της Νομικής, δεν ήξερε κανείς τίποτα. Κάποιος λέει στον Λώρα ότι "το παιδί που έρχεται εδώ από μικρός, είναι αυτός που έγραψε το ομώνυμο τραγούδι για την πλατεία". Και βγαίνει ο Λώρας συγκινημένος: "Τελείωσες, από απόψε ομότιμος και free drinks". Εγώ τον αγκάλιασα - "κύριε Λώρα, τι είναι αυτά που λέτε;". Και ζω πια μια δεύτερη περίοδο στη Μαβίλη - με καινούργιες παρέες, με καινούργιες παραστάσεις, πάρα πολύ έντονα μέχρι το 2006-07, όπου και φεύγει ο Νίκος ο Λώρας από εδώ».

Κώστας Λειβαδάς: Τριάντα χρόνια ανάμεσα στη Μαβίλη, την «Επιμονή» και όσα δεν ελέγχονται
1997: Παρουσίαση του δίσκου «Κάθε μπαλκόνι έχει άλλη θέα» με τον Νίκο Πορτοκάλογλου και τον Φοίβο Δεληβοριά

Η χοάνη και οι «δυνατότεροι των παράξενων»

Κατά πόσο τον επηρέασε αυτό το ετερόκλητο πλήθος με το οποίο είχε συναναστροφή; «Πάρα πολύ. Τα ίδια συνέβαιναν και στο κανονικό μου καλλιτεχνικό σπίτι, εκεί όπου πήρα το βάπτισμα του πυρός και με εμπιστεύτηκε ο Πέτρος Ζορντός, στο "Φαγκότο", το πιο παλιό τζαζ κλαμπ στα Χανιά - είναι και ο τόπος καταγωγής μου από τη μάνα μου. Έπαιζα από το '94 μέχρι το '98 - δεν ήθελα να φύγω. Πιάνο και φωνή. Παιδί, 20 κάτι. Εκεί μέσα έγραψα και το "Κάθε μπαλκόνι έχει άλλη θέα", τα μισά πρώτα μου τραγούδια που κάναν τον πρώτο μου δίσκο μετά, γράφτηκαν μέσα εκεί».

Είχε ήδη ψάξει να τον βρει ο Ξενοφών Ραράκος, μετά το «Είναι ακόμα ζωντανός» - που το είχαν βάλει συντάκτες του Ήχου στα δέκα καλύτερα της χρονιάς. «Του είπα: "Κύριε Ραράκο, με συγκινείτε πάρα πολύ, πλην όμως δεν έχω πολλά τραγούδια, είμαι πολύ μικρός, δεν ξέρω τι θα κάνω με τη σχολή μου"».

Σπούδαζε στη Νομική Κομοτηνής, που την τελείωσε αρκετά χρόνια μετά. «Πιο πολύ για τον κόπο που είχα κάνει, για τη μνήμη του πατέρα μου και τις τελευταίες μέρες της μάνας μου. Δεν είναι ότι δεν πήρα εφόδια - και στην Κομοτηνή χρωστάω τη δεύτερη γέννα μου. Δεν το συζητώ, τη θεωρώ δεύτερη πατρίδα μου. Εκεί έκανα το ξεκαθάρισμα ότι θα γίνω μουσικός».

Κώστας Λειβαδάς: Τριάντα χρόνια ανάμεσα στη Μαβίλη, την «Επιμονή» και όσα δεν ελέγχονται
Στο Φαγκότο, το δεύτερο σπίτι του στα Χανιά με τον τελευταίο από τους beatniks Γιάννη Ποντικάκη

Ποια ήταν η αρχική σου επιρροή; «Ο Ντύλαν. Αλλά έπαιξε μεγάλο ρόλο και η συναναστροφή με αυτούς τους ανθρώπους στη Μαβίλη - με αυτή τη γειτονιά, με αυτό το βίωμα. Φαίνεται ότι το είχα μέσα μου - είτε επειδή στο σπίτι υπήρχε ένα λογοτεχνικό περιβάλλον γύρω από τη γιαγιά μου είτε από τους σπόρους που είχαν μπει. Υπάρχει ένα ποίημα του Μπουκόφσκι που λέγεται The Strongest of the Strange, οι δυνατότεροι των παράξενων, και μιλάει για αυτούς τους ανθρώπους που ακόμη κι αν δεν έχουν κάνει τίποτα, είναι οι ίδιοι ενσώματοι, ζωντανοί, το ποίημα της ζωής τους. Είναι οι ίδιοι ο πίνακας που δεν ζωγράφισαν, είναι οι ίδιοι το σπουδαίο βιβλίο που δεν έγραψαν».

Άρα, έμοιαζε σαν μία συνεχή εμβάπτιση; «Εκατό τοις εκατό. Βουτιά στο υπαρξιακό ανθρώπινο, στα βαθιά, αλλαγής ρόλων - πώς το έβλεπε αυτός, πώς θα το έβλεπε εκείνος. Ήταν μια ζύμωση σοβαρή στα 20 μου. Από αυτά η ζωή για μένα άρχισε· την ενδύθηκα και μπήκα μέσα σε αυτήν, γιατί μου ταίριαζε από τα 19 μέχρι μετά τα 30 - οπότε άρχισα να έχω στοιχειώδη πειθαρχία. Λέω τελευταία για τα αρσενικά, για να μην απογοητεύονται, ότι εγώ με τον θάνατο της γιαγιάς μου, που ήταν κομβικό πρόσωπο, στα 35 ένιωσα μέσα μου ότι στ' αλήθεια πήγα 17-18. Έγινε μια πρώτη ενηλικίωση εκεί. Τώρα στα 53, αν είμαι γύρω στα 29 με 30, είμαι ευτυχής».

Κώστας Λειβαδάς: Τριάντα χρόνια ανάμεσα στη Μαβίλη, την «Επιμονή» και όσα δεν ελέγχονται
Με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη

Πώς ορίζεις την ενηλικίωση; «Σαν τη διαφορά του βιολογικού ρολογιού και του ηλικιακού, με την επεξεργασία μέσα των κομματιών, των ταξινομήσεων, των επιλογών, των ξεκαθαρισμάτων - για να έχει κάποιος ταυτοποίηση με κάτι προηγούμενο και άρα να λέει "έχω έναν εαυτό". Όλοι μας έχουμε κομμάτια μεγαλώνοντας - κάποια υπερτροφούν και κάποια ατροφούν. Υπάρχει μια μεγάλη μάχη στον εντοπισμό. Εγώ είχα μεγάλη διάσπαση προσοχής, παρασυρόμουν απ’ όλες τις ομορφιές του κόσμου κι από τα ερεθίσματα - η πειθαρχία ήταν μία από τις αχίλλειες πτέρνες μου. Μέσα είναι η συγχώρεση, το δικαίωμα σε δεύτερη ευκαιρία - και στον εαυτό σου και στους άλλους. Είναι μια αίσθηση αξιοπρέπειας από την αρχή».

Τι θα έλεγες σ' εκείνον τον εαυτό σου, τριάντα χρόνια πριν; «Φέρε την ενέργεια λίγο πιο κοντά σου. Ωραίο είναι το ότι κατάλαβες από παλιά την προστασία που χρειάζονται οι ευαίσθητοι - καλά λέει η Νικολακοπούλου, "οι ευαίσθητοι αμύνονται γι' αυτό καθυστερούν". Αλλά δεν έκανα και λίγα, γιατί έγραψα πολλά τραγούδια για άλλους, και αυτό με βόλεψε - ήταν στη φύση μου. Δεν θα ήθελα να είμαι Ντύλαν. Με ενέπνευσαν πολλά. Υπάρχει μια παράδοση έξω που εδώ δεν υπήρχε. Την έκανε για λίγα χρόνια ο Κηλαηδόνης αλλά μετά στράφηκε κυρίως στο δικό του έργο. Υπάρχουν συνθέτες και κορυφαίες μορφές που μετά δούλεψαν και στον κινηματογράφο πολύ, όπως ο Ράντι Νιούμαν, που γράφανε τραγούδια για τον εαυτό τους, λέγαν τις ιστορίες τους, αλλά ισόποσα γράψαν και πάρα πολύ υλικό για άλλους τραγουδιστές».

Κώστας Λειβαδάς: Τριάντα χρόνια ανάμεσα στη Μαβίλη, την «Επιμονή» και όσα δεν ελέγχονται
Με την Ελένη Τσαλιγοπούλου στη Σαντορίνη το 1999, κατά τη διάρκεια της περιοδείας για το δίσκο «αλλάζει κάθε που βραδιάζει»

Τραγούδια με θηλυκή ψυχή

Πώς μοίραζες τα τραγούδια εσύ; «Άλλα τα διάλεξε η τύχη, άλλα με ξεπερνούσαν σαν ερμηνευτή. Τα πιο πολλά είχαν θηλυκή ψυχή - κι αυτό είναι ένα άλλο θέμα με μένα. Ήταν πάρα πολύ έντονες οι γυναίκες στην οικογένεια, έντονες προσωπικότητες, σχεδόν ηρωίδες βιβλίων και θεατρικών. Έχω την αίσθηση από εκεί ξεκίνησε, όπως και η λατρεία μου στις γυναίκες, να έλκομαι πάρα πολύ φτιάχνοντας γυναίκες ηρωίδες, κλέβοντας από αυτές πράγματα - ομολογημένα και ανομολόγητα δικά τους. Οπότε πάρα πολλά τραγούδια είχαν θηλυκή ψυχή κι έπρεπε να είναι γυναίκα ερμηνεύτρια».

Ποια κομμάτια θα ήθελες να είχες κρατήσει; «Τρία τέσσερα τραγούδια. Ας πούμε "Τα παιδιά των δρόμων" που είπε η Ελένη Τσαλιγοπούλου - ένα πάρα πολύ περίεργο λαϊκό τραγούδι, μια ρούμπα λαϊκή. Το πρώτο demo το είχαμε κάνει με τα Υπόγεια Ρεύματα και μένα, το είχαμε ντεμάρει. Μπορούσαμε να το είχαμε πει εμείς. Βέβαια με την Ελένη ταξίδεψε σ’ όλο τον κόσμο - έγινε νούμερο ένα σε εκείνα τα δύσκολα χρόνια του ραδιοφώνου, μιας εποχής που ζούσαμε το "Greek Dream" και το "success story" προ Ολυμπιακών Αγώνων, με έναν λόγο κοφτερό και λίγο τρομακτικό ακόμη και για την Ελένη. Θα μπορούσα να είχα πει το "Εγώ σ' αγάπησα εδώ", θα μπορούσα να είχα πει το "Για να σε συναντήσω" - που το έλεγα χρόνια. Νιώθω ευγνώμων, όλα αυτά τα τραγούδια τα τελευταία χρόνια ακούγονται και από ανθρώπους που δεν θα το περίμενες - τον Χρήστο Μάστορα ας πούμε, από ανθρώπους πολύ mainstream, πολύ εμπορικούς, έχουν πάρει μια νέα ζωή».

Πώς νιώθεις όταν παίρνουν τέτοιους δρόμους; «Πολλές φορές σαν να μην είναι δικά μου. Τα παρατηρώ. Βλέπω αυτούς που χορεύουν και λέω "για φαντάσου". Άλλες φορές συγκινούμαι βαθιά - αν όχι την ίδια ώρα, μετά από ώρες στο σπίτι έρχεται ένα κύμα συγκίνησης. Άλλες φορές εκπλήσσομαι. Ακόμη κι αν δεν μου αρέσει η επανεκτέλεση, αν δεν είναι της δικής μου αισθητικής, χωρίς μεγαλομανίες, σαν ακροατής. Γιατί αν μου έβαζες μια ταμπέλα θα ήμουν "επαγγελματίας ακροατής". Αυτό νιώθω, αυτό ήμουν όλη μου τη ζωή. Δεν έχω καμία αίσθηση ότι τα λαϊκά τραγούδια είναι παντοδύναμα - είναι η συντομότερη απόσταση που έχουμε μεταξύ μας, τρία λεπτά και τριάντα δευτερόλεπτα, και πάντα κρύβει μια υπόσχεση. Ακόμη κι αν δεν νιώθω ότι έχει εκπληρώσει την υπόσχεση το τραγούδι -ότι στο τέλος της ακρόασης θα βγούμε φωτεινότεροι, δυνατότεροι και ευγενέστεροι- μετά από μέρες πάντα τη νιώθω τη χαρά».

Κώστας Λειβαδάς: Τριάντα χρόνια ανάμεσα στη Μαβίλη, την «Επιμονή» και όσα δεν ελέγχονται

«Η επιμονή σου»

Φτάνουμε στο τραγούδι που τον γύρισε σε δεύτερη πορεία. Το πιο πολυπαιγμένο τραγούδι του '14 και του '15, με την Ελεωνόρα Ζουγανέλη. «Ξεκινάω από τον εκνευρισμό που έχω σε καλοκαιρινές διακοπές, μες στη δεκαετία του 2000, με ζευγάρια που ήδη έχουν πολλά χρόνια σε σχέση, όπου πολύ συχνά, είτε λόγω μιας κατάστασης πικρία-μέθη είτε με διαύγεια, εκρήγνυται ο ένας προς τον άλλον και συνήθως κατηγορεί τον πιο "τεμπέλη", τον πιο "ράθυμο" της σχέσης, τον πιο εμπνευστικό, αυτόν που κυνηγάει πιο πολύ το υπερλογικό όνειρο -που είναι ο έρωτας- ως "πρήχτη". Ότι: "Όλο επιμένεις! Ποιος είπε ότι θέλουμε εμείς να δούμε αυτή την παραλία; Άσε μας να χαλαρώσουμε. Γιατί επιμένεις να δούμε αυτό το μουσείο μεθαύριο;". Κάποια στιγμή ξεσπαθώνω και λέω: "Κοίτα, δεν ξέρω τι λέτε μεταξύ σας, μπροστά μου δεν θέλω να συμβούν αυτά. Τι είπε ο άνθρωπος; Επιμένει από χαρά να μοιραστεί μαζί σου. Πού σου είπε να σε πάει, σε καταναγκασμό; Έριξε μια ιδέα για όλους μας. Δεν θες να έρθεις; Μη έρθεις. Λύσ' το, μην τον εκθέτεις". Υπάρχει λοιπόν αυτό στον πυρήνα του».

Γιατί σε απασχόλησε; «Καταλαβαίνω μετά από χρόνια ότι ήταν η σχέση των γονιών μου, οι μακρόχρονες μάχες τους και κάποιες αναμνήσεις από δικές μου σχέσεις. Όλα αυτά κάπως κουμπώνουν. Αλλά ξαφνικά το '10 αρχίζουν να φεύγουν έξω λόγω κρίσης οι πρώτοι φίλοι και να αλλάζουμε κάτι μηνύματα του στυλ “γερά, ρε, με επιμονή”. Αν είναι κάτι που με κράτησε από τα ξένα, αυτό το φως που δεν υπάρχει σε άλλη γη».

Κώστας Λειβαδάς: Τριάντα χρόνια ανάμεσα στη Μαβίλη, την «Επιμονή» και όσα δεν ελέγχονται
Με τον Έλβις Κοστέλο

Βάζεις και το πολιτικό μέσα; «Είναι ερωτικό, φροϋδικό - εκ των υστέρων τα λέμε αυτά. Και πολιτικό, οικονομικό. Τη χαριστική υπογραφή μου τη δίνει ένα ηλικιωμένο ζευγάρι σε μια ασύλληπτη, πανέμορφη ψαροταβέρνα στο Βαθύ Αστυπάλαιας. Ένα από τα λίγα φιόρδ που έχουμε σε νησιά, που παλιά είχε πολύ μεγάλο ανεπτυγμένο πολιτισμό, μετά ερήμωσε με τα μεταναστευτικά κύματα του '60. Ο παππούς και η γιαγιά είχαν την ταβέρνα. Φαινόταν ότι ήταν δύο πάρα πολύ όμορφοι άνθρωποι από τα νιάτα τους, αλλά και στην ηλικία εκείνη των περασμένων 80, πανέμορφοι. Με είχαν συμπαθήσει. Ρώτησα μια μέρα τη γιαγιά στην κουζίνα της, για να την πειράξω: "Μα τι έκανε πια αυτός ο άνθρωπος και σε κράτησε όλα αυτά τα χρόνια; Επειδή ήταν κουκλάρος;". Μου λέει η γιαγιά. "Τίποτα από όλα αυτά. Η επιμονή του ήταν το ζήτημα". Εκεί κλειδώνει, εκεί τελειώνει».

Δύο χρόνια θα το κρατήσει στο φυτώριο. Στο μεταξύ, τετράδια ολόκληρα γεμίζουν με τρεις λέξεις σε κεφαλαία: «Η ΕΠΙΜΟΝΗ ΣΟΥ. Δέκα χρόνια. Με κεφαλαία γράφω τον τίτλο, γιατί ξέρω ότι ο τίτλος είναι το μισό τραγούδι, είναι πολύ συχνά ο υποβολέας που σου φυσάει "γράψ' το, εδώ είναι". Κάθε τόσο θα δεις μέσα σε τετράδιά μου που γράφει απλά "η επιμονή σου"».

Κώστας Λειβαδάς: Τριάντα χρόνια ανάμεσα στη Μαβίλη, την «Επιμονή» και όσα δεν ελέγχονται

Κι εδώ μπαίνει το κάρμα: «Κάποια στιγμή τα αθλητικά ραδιόφωνα της Θεσσαλονίκης με ενημερώνουν, ότι έκαναν μια καμπάνια με τίτλο "Η επιμονή σου" και το τραγούδι παντιέρα, για να μαζέψουν έσοδα να εγχειριστεί ένα κοριτσάκι που είχε -δύο χρονών ήταν τότε- σοβαρό πρόβλημα. Ο μπαμπάς του ήταν η ψυχή της κερκίδας του Ηρακλή. Τώρα, πώς είναι το κάρμα: η πρώτη ομάδα του πατέρα μου ήταν ο Ηρακλής. Εγώ κάτι έλαβα από αυτό το σημάδι. Την άκουσα λίγο τη μέρα που έγινε αυτό».

Και πώς το έδωσες στην Ελεωνόρα Ζουγανέλη; «”Άντε πια, μεγάλωσες”, της είπα την ήξερα από μικρή, μέσω του Γιάννη. "Έχεις μια καταγωγή από το Αιγαίο, είσαι από τη Μύκονο. Μ' ενδιαφέρει να πεις κι ένα τραγούδι που να έχει λίγο αιγαιοπελαγίτικο αέρα". "Ναι, και εγώ θα το ήθελα". Και μετά από έναν μήνα, όπως είμαι στη Σέριφο, όλες αυτές οι διεργασίες των δέκα χρόνων, σε ένα βράδυ έγραψα σαν νερό αυτό το τραγούδι».

Και η μουσική; «Με παρέσυρε το ίδιο. Θέλει φλερτ το τραγούδι, να σε πιάσει στον ύπνο και να τον πιάσεις και εσύ λίγο στον ύπνο. Επειδή κάποιοι από εμάς έχουμε πολλά data μέσα μας. Πάρα πολλές φορές η ευκολία αυτών των data σε παρασύρει. Καμιά φορά μπορεί να χαλάσεις κάτι ωραίο επειδή λες "α, είναι τόσο απλό που δεν θα έπρεπε". Έχεις πείρα μετά από ένα σημείο και γίνεται πιο δύσκολο. Καταλαβαίνεις την ώρα εκείνη που πας να το κάνεις: "Όχι, ρε γαμώτο, δεν έχει τη μαγεία αυτή"».

Κώστας Λειβαδάς: Τριάντα χρόνια ανάμεσα στη Μαβίλη, την «Επιμονή» και όσα δεν ελέγχονται

Η εμπειρία σου σε βοηθάει; «Ναι, εκείνη την ώρα να πιάσεις τη στιγμή που είσαι ξανά 10 χρονών. Που δεν έχεις καμία εμπειρία. Μου πήρε 35 χρόνια να καταλάβω τι εννοούσε ο Χατζιδάκις όταν είχε πει "λαϊκό τραγούδι είναι μια στιγμή που δεν ελέγχεται". Όταν το είχα πρωτοακούσει, με προσέλκυσε απίστευτα και το έκανα παντιέρα, αλλά δεν το είχα νιώσει στο πετσί μου. Έπρεπε να το νιώσω στο πετσί μου για να καταλάβω. Όσο πιο λίγο μπει το μυαλό. Φυσικά, η έμπνευση και η τέχνη δεν είναι μόνο αυτό· ένα βιωματικό ημερολόγιο σώνει και καλά δεν είναι τίποτα. Αλλά ένα και ένα ίσον τρία. Υπάρχει πάντα ένα τρίτο μαγικό στοιχείο. Εκεί είναι η τέχνη. Μπορείς να πάρεις να γράψεις ένα τραγούδι, όπως έχουν κάνει οι μεγάλοι ποιητές και τα μεγάλα ταλέντα, για τις φάμπρικες, για τις καπνοδόχους, για τη βιομηχανική ζώνη - και να σου το γυρίσει πίσω αυτός με τέτοια σάρκα και οστά και φιλί της ζωής, που να είναι μέρος του παραδείσου. Είναι ένα τρικ αυτό, είναι ένα θαύμα».

Του ζητώ να το εξηγήσει. «Δεν αρκεί το δεύτερο και το τρίτο επίπεδο. Υπάρχει και η παραγωγική σκέψη. Πίσω από κάθε λόγο, γύρω από μια ιδέα, βασανιζόμαστε. Από τον ήχο που θα ντυθεί μέχρι τον φορέα του - αν θα είναι μια πολύ δροσερή φωνή, μια πολύ νέα φωνή, μια άχρονη φωνή. Αν μέσα ένα μοτίβο μεταμορφώνει αυτόν τον λόγο, ένα μοτίβο που έρχεται από την παράδοση και αποκωδικοποιεί καλύτερα τα λόγια. Γιατί αυτά έχουν κοινά σπλάχνα, λόγια και μουσική. Το ταίριασμά τους είναι όλη η ιστορία. Παρόλο που έχω κάνει πράγματα κατά παραγγελία για την τηλεόραση, τον κινηματογράφο ή το χοροθέατρο, για τα τραγούδια μου που πέτυχαν θα σου έλεγα ότι ο τίτλος της αυτοβιογραφίας μου είναι Mainstream by Accident. Εμπορικός κατά λάθος. Αυτά τα τραγούδια, με κάποιον τρόπο πέτυχαν γιατί δεν υπήρχε συνταγή. Άρα είμαι δέσμιος τώρα πια αυτού του πράγματος και έχασα πάρα πολλά λεφτά από το επάγγελμα για αυτό τον λόγο. Άλλο να φαντάζεσαι ότι θα τα έχανα τα λεφτά και άλλο να είναι δίπλα σου αυτός που σου λέει "το θέλω" και να είναι με σάρκα και οστά».

Κώστας Λειβαδάς: Τριάντα χρόνια ανάμεσα στη Μαβίλη, την «Επιμονή» και όσα δεν ελέγχονται
Ώρα εκπομπής «Από τις τέσσερις στις πέντε» με τον Γιάννη Πετρίδη και τον Γιώργο Δημητριάδη

Αν γύριζες πίσω, θα έλεγες στον εαυτό σου να λειτουργεί χωρίς συνταγή; «Σε αυτό το κομμάτι, ναι. Θα του έλεγα μόνο να είναι πιο πειθαρχημένος και να δουλέψει λίγο πιο πολύ. Όπως την τελευταία δεκαετία έχω σπάσει ρεκόρ πειθαρχίας. Κατάλαβα ότι αυτή δεν σου αφαιρεί από το να είσαι και πιο "κρυμμένος τρελός" από πριν. Στην οργάνωση του υλικού. Κακά τα ψέματα: στο τέλος της ημέρας ο καθένας μπορεί να πει ό,τι θέλει. Κάποιος μπορεί να έγραφε όλη του τη ζωή jingles, που άφησαν εποχή στη διαφήμιση, και να πάει με τον καημό, αντί να χαρεί αυτό που του έγινε: "Εγώ ήμουνα ο Μότσαρτ, εγώ μπορούσα να είχα γράψει 10 συμφωνίες". Ε, πού 'ντες; Η οργάνωση του υλικού και το ίχνος μετά για να μείνει -για να ολοκληρωθούν αυτά τα πράγματα- θέλει μια οργάνωση. Αυτό θέλει πειθαρχία και αποφασιστικότητα».

Άρα τρίτη καλλιτεχνική ζωή η πειθαρχία; «Η πειθαρχία που εννοώ τώρα είναι να διαχειριστώ καλύτερα τα live μου, την μπάντα, τις ηχογραφήσεις των τραγουδιών που αφορούν εμένα. Δεν είναι ότι παλιά για το ένα τραγουδάκι που θα έδινα κάπου δεν έστυβα το κεφάλι μου. Το υπόλοιπο, που συνδέει τα διαφορετικά μου κομμάτια με εμένα, ήταν "από τη μία μου μπαίνει, από την άλλη μου βγαίνει"».

Δεν κινδυνεύεις να ροκανίσεις την έμπνευση; «Όταν γίνεται τόσο-όσο, όχι. Όταν γίνεται εμμονή, ναι. Υπάρχει αυτός ο κίνδυνος. Η διαχείριση των κεκτημένων, ο κόπος μέσα σε αυτή την εξουθενωτική εποχή που άλλαξε το τοπίο της δισκογραφίας, τα views και τα clicks που κοντεύουν να πάρουν πιο μεγάλο μέγεθος απ' το ίδιο το τραγούδι...».

Κώστας Λειβαδάς: Τριάντα χρόνια ανάμεσα στη Μαβίλη, την «Επιμονή» και όσα δεν ελέγχονται
Στο καμαρίνι της Σφίγγας το 2018, παίζοντας και συζητώντας κάθε βράδυ με τον Πάνο Κατσιμίχα

«Σύγχρονος παλιομοδίτης»

Γυρίζω τη συζήτηση στο σήμερα - όσο μιλάμε, κάποιος αλλού δίνει ένα prompt και η ΑΙ βγάζει δέκα τραγούδια: «Δεν μπορεί να αντικαταστήσει ούτε την προσωπικότητα, ούτε την ψυχοσύνθεση κάποιου. Μαθαίνω από Έλληνες σκηνοθέτες, φίλους, ότι επιμελούνται με τεχνητή νοημοσύνη τη μουσική για τις καινούργιες τους ταινίες. Αν μπορεί να βοηθήσει σε κάποια πράγματα, ναι. Να τη χρησιμοποιήσω εγώ για να κάνω μια πιο γρήγορη ενορχήστρωση δοκιμαστική πριν την υλοποιήσω; Ναι. Αλλά σε μια χώρα που αριθμεί 5.000 επίσημους ποιητές που διεκδικούν μια θέση, τώρα θα δημιουργηθούν 1,5 εκατομμύριο ποιητές… δεν ξέρω πού οδηγεί αυτό. Είμαι κάποιος που καθημερινά δίνει εξετάσεις στον εαυτό του από την αρχή, αμφισβητώ το δικό μου ταλέντο, τη μέτρησή του και την αντοχή του στον χρόνο. Νομίζω ότι οδηγεί σ’ ένα χάος, σε κάποια πράγματα όχι καλά για την τέχνη. Σε μια μικροτερατογένεση, αν δεν προσεχθεί. Ο πειρασμός είναι τεράστιος γιατί ο καθένας θα πάρει τρία στοιχεία, "μπαμ" κι έτοιμο το τραγούδι. Η ευκολία ρε παιδί μου. Δεν θα ξέρει κανείς τι είναι ποιανού - άρα θα χάσει την ταυτότητά του. Θα χάσει σάρκα. Ήδη έγινε στην Ελλάδα: δύο μεγάλες καμπάνιες που τα jingles και τα μουσικά τους θέματα στα διαφημιστικά έγιναν με AI. Κι ο τελευταίος ακροατής κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά - ήταν ψεύτικο. Να τη χρησιμοποιήσουμε την ΑΙ, όμως εκεί όπου δεν καταστρέφει κόσμο, δεν καταστρέφει την τέχνη. Πάντως, να σου δώσει τεχνητή νοημοσύνη ένα φιλί τρίλεπτο με τον αγαπημένο σου ή την αγαπημένη σου δεν πρόκειται».

Κώστας Λειβαδάς: Τριάντα χρόνια ανάμεσα στη Μαβίλη, την «Επιμονή» και όσα δεν ελέγχονται
Με την σύντροφό του Αγλαΐα Σφήκα, σε συναυλία του

Νέα τραγούδια, μία επέτειος

Πριν φύγουμε, του ζητάω τα τελευταία νέα. «Τον τελευταίο καιρό δύο πράγματα με έχουν εμπνεύσει. Το ένα είναι ότι με την αγαπημένη μου Ορχήστρα Νυκτών Εγχόρδων του Δήμου Πάτρας επιτέλους συνεργαστήκαμε συνολικά για τα 40 χρόνια τους και τα δικά μου 30 στη δισκογραφία. Τα τραγούδια ήταν σαν να τα ξανακούω και εγώ τα περισσότερα, πρώτη φορά. Το άλλο είναι ότι βγήκε ο δίσκος με την Ελένη Τσαλιγοπούλου. Έχει τίτλο «Ριγιούνιον», γραμμένο στα ελληνικά. Επτά τραγούδια και ένα όγδοο που είναι το "Πες μου αν είσαι άγγελος", το πρώτο single που βγήκε και αγαπήθηκε από τα ραδιόφωνα, πιάνο-φωνή, bonus. Τα λόγια τα έχω γράψει εγώ, μαζί με την Αγλαΐα Σφήκα σε τρία-τέσσερα τραγούδια, που μοιραζόμαστε και τη ζωή. Το δεύτερο single λέγεται "Δεν μπορώ να σε ξεχάσω", σε λόγια της Αγλαΐας. Έχουμε επίσης τη μεγάλη χαρά και τιμή σε ένα από αυτά τα τραγούδια να είναι τα λόγια της Χαρούλας Αλεξίου - στο τραγούδι που λέγεται "Τρελός Χορός". Κοπιάσαμε πολύ για αυτόν τον δίσκο».

* Οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό αρχείο του Κώστα Λειβαδά

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Κώστας Λειβαδάς, μία διαδρομή 30 χρόνων: Η Μαβίλη, η επιμονή, η νύχτα κι όσα δεν ελέγχονται
Κώστας Λειβαδάς: Τριάντα χρόνια ανάμεσα στη Μαβίλη, την «Επιμονή» και όσα δεν ελέγχονται

Τριάντα χρόνια μετά κι ένα τραγούδι σώθηκε από έναν πολτό χαρτοπετσετών, μιλά για τη νύχτα, την ποίηση, τις γυναίκες-ηρωίδες, την αργοπορημένη ενηλικίωση και την εποχή της AI

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY