Κοινωνια

Ζωή χωρίς social media

Ένα προσωπικό πείραμα αποσύνδεσης, ανάμεσα στον θόρυβο της ψηφιακής καθημερινότητας και την ανάγκη για πιο καθαρό χρόνο και σκέψη

Άννα Μαρία Δρουμπούκη
Άννα Μαρία Δρουμπούκη
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ζωή χωρίς social media
© Danny Chen/Unsplash

Η αποχώρηση από τα social media ως προσωπική επιλογή

Φέτος, ανάμεσα στους στόχους της χρονιάς έθεσα και έναν υπαρξιακό: πλήρη αποχώρηση από τα social media. Έπειτα από σχεδόν είκοσι χρόνια παρουσίας στο Facebook, επέλεξα την αποχώρηση. Αυτή η σταθερή παρουσία στα ΜΚΔ είχε γίνει σχεδόν αυτονόητη. Σαν ένα δωμάτιο στο οποίο μπαίνεις χωρίς να το σκέφτεσαι. Είχα δοκιμάσει, ναι· μια δυο φορές είχα κλείσει προσωρινά τους λογαριασμούς μου. Επί ματαίω, επέστρεφα. Μέχρι που κάποια στιγμή το κατάφερα. Έκλεισα τα πάντα.

Και εδώ έρχεται η πρώτη διευκρίνιση, γιατί πάντα υπάρχει κάποιος που θα ρωτήσει, με ένα μείγμα απορίας και ελαφράς καχυποψίας: «Ναι, αλλά έχεις κάποιον ψεύτικο λογαριασμό;». Όχι. Δεν έχω. Ούτε «κρυφό», ούτε «παρατηρητή», ούτε τίποτα απ’ αυτά τα ημίμετρα που επιτρέπουν μια ψευδαίσθηση αποχώρησης ενώ στην πραγματικότητα παραμένεις μέσα στο σύστημα.

Η δεύτερη ερώτηση, που ακολουθεί σχεδόν πάντα είναι: «Και πώς ενημερώνεσαι;». Εδώ η απάντηση είναι λιγότερο δραματική. Δεν αποσύρθηκα σε κάποιο αναχωρητήριο χωρίς ίντερνετ (αν και πιάνω τον εαυτό μου να το ποθεί κι αυτό κατά καιρούς). Ενημερώνομαι κανονικά: διαβάζω ειδήσεις, εφημερίδες, ενημερωτικά sites, ακούω podcasts – τα οποία, ομολογουμένως, έχουν γίνει μια πολύτιμη μορφή πιο ήρεμης, πιο συγκεντρωμένης πληροφόρησης.

Αυτό που εξαφανίστηκε επίσης ήταν κάτι άλλο. Ένα βάρος. Συνειδητοποίησα ότι ξυπνούσα και, πριν καν πιω καφέ, είχα ήδη δει δεκάδες απόψεις, ειδήσεις, αντιδράσεις. Έμπαινα για «δύο λεπτά» κι έβγαινα με μια αδιόρατη ένταση. Δεν το ονόμαζα άγχος. Αλλά ήταν κάτι που έμενε στο σώμα. Σαν να έφυγαν τώρα από πάνω μου χίλια μικρά, αόρατα φορτία που δεν είχα καν συνειδητοποιήσει ότι κουβαλούσα, δεν έχω τίποτα να «τσεκάρω» πια το πρωί.

Και όλοι αυτοί οι άνθρωποι που σε παρακολουθούν, ένα αόρατο κοινό, ακόμα και με καλές προθέσεις, επίσης ήταν για μένα πηγή προβληματισμού. Όπως και το να επισκέπτεσαι τις σελίδες φίλων, παλιών συντρόφων, λοιπών παλιών πρωταγωνιστών της ζωής σου και να συνειδητοποιείς ότι είτε έχουν αλλάξει ριζικά είτε δεν τους γνώρισες ποτέ πραγματικά. Και τα δύο, με έναν παράξενο τρόπο, κουβαλούν το ίδιο αρνητικό πρόσημο. Έπιανα τον εαυτό μου να κοιτάζει ζωές ανθρώπων που κάποτε ήταν πολύ κοντά μου. Να προσπαθώ να καταλάβω αν είναι καλά, αν έχουν αλλάξει, αν τους αναγνωρίζω. Και κάθε φορά έφευγα με μια αίσθηση που δεν ήξερα πώς να την ονομάσω. Ούτε νοσταλγία ούτε ανακούφιση. Κάτι πιο θολό – δεν βρίσκω ακόμα την κατάλληλη λέξη.

Ίσως το πέρασμα του χρόνου σε οδηγεί σε μια άλλη κατανόηση: ότι τελικά λίγα πράγματα έχουν τόση σημασία όσο νομίζουμε – και ο εαυτός μας δεν είναι ένα από αυτά

Η υπεραντίδραση –αυτό το διαρκές σχόλιο, η άμεση τοποθέτηση, το like, η κοινοποίηση–γίνεται σχεδόν αντανακλαστικό. Πριν προλάβει μια σκέψη να ωριμάσει, έχει ήδη εκτεθεί. Πριν ένα συναίσθημα κατανοηθεί, έχει ήδη δημοσιοποιηθεί. Ιδίως τους τελευταίους μήνες πριν φύγω, με κατέκλυζε μια βαθιά αποστροφή απέναντι σε έναν συγκεκριμένο τύπο παρουσίας, έναν ναρκισσισμό όχι πάντα εμφανή, αλλά διαπεραστικό. Οι ατελείωτες υπεραναλύσεις, η αίσθηση ότι όλοι έχουν κάτι να πουν για όλα, η ανάγκη διαρκούς τοποθέτησης, η δημόσια διαχείριση του εαυτού, άρχισαν να με κουράζουν. Όλοι μοιάζουν να παίρνουν τους εαυτούς τους πολύ σοβαρά. Ή ίσως το πέρασμα του χρόνου σε οδηγεί σε μια άλλη κατανόηση: ότι τελικά λίγα πράγματα έχουν τόση σημασία όσο νομίζουμε – και ο εαυτός μας δεν είναι ένα από αυτά.

Συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν θέμα διαφωνίας, όλοι μας διαφωνούμε, αυτή είναι η ουσία ενός ανοιχτού φόρουμ όπως είναι το Facebook, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι οι συζητήσεις δεν ευτελίζονται ή δεν καταλήγουν σε έναν ιδιότυπο κανιβαλισμό. Το πρόβλημα ήταν αλλού: σ’ εκείνους που νομίζουν ότι έχουν το δίκιο με το μέρος τους, που μιλούν με βεβαιότητες απόλυτες, που δεν συνομιλούν αλλά αποφασίζουν. Σε όσους «βρίσκονται στη σωστή πλευρά της ιστορίας» –μια φράση που πάντα μου προκαλούσε έντονη δυσφορία– και που αντιμετωπίζουν τη διαφωνία όχι ως ευκαιρία σκέψης, αλλά ως ηθικό ελάττωμα του άλλου. Σε αυτή τη συνθήκη, ο διάλογος γίνεται επίδειξη ορθότητας.

Παρατήρησα κάτι ενδιαφέρον: η επιθυμία να «πω κάτι» για καθετί που συμβαίνει μειώθηκε δραστικά. Κι αυτό επηρέασε και την ίδια τη γραφή μου. Περισσότερη συγκέντρωση. Περισσότερη υπομονή. Περισσότερη ανοχή στην αμφιβολία. Λιγότερη ανάγκη για άμεση ανταπόκριση. Ίσως, με έναν τρόπο που δεν είχα προβλέψει, η αποχώρηση από τα social media δεν με απομάκρυνε από τον κόσμο. Με έφερε πιο κοντά σ’ αυτό που κάνω.

Kάπου εκεί άρχισα να αναρωτιέμαι αν αυτό που ένιωθα ήταν μόνο προσωπικό ή υπήρχε ένα ευρύτερο ρεύμα –ειδικά μεταξύ συγγραφέων– που κινούνταν προς την ίδια κατεύθυνση. Έψαξα. Υπάρχουν συγγραφείς που όχι απλώς δεν είναι ενεργοί στα social media, αλλά έχουν επιλέξει μια σχεδόν καθολική αποχή από τη δημόσια έκθεση. Το πιο ακραίο –και σχεδόν μυθικό– παράδειγμα είναι ο Τόμας Πίντσον, ένας συγγραφέας που δεν έχουμε δει ποτέ πραγματικά. Μια παλιά φωτογραφία από τα χρόνια του στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ κυκλοφορεί ακόμη, κι αυτό είναι όλο. Η απουσία του μοιάζει σχεδόν με καλλιτεχνική θέση. Τον έχω, ομολογώ, πολύ ψηλά στο βάθρο.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτός. Υπάρχουν σύγχρονοι συγγραφείς που θα μπορούσαν εύκολα να αξιοποιούν τα social media για να προωθούν το έργο τους κι όμως δεν το κάνουν. Πολλοί συγγραφείς έχουν μιλήσει για την ανάγκη απομάκρυνσης από τον θόρυβο: η Τζούμπα Λαχίρι με την επιμονή της στην εσωτερικότητα της γλώσσας· ο Τζορτζ Σόντερς, που μιλά για την ανάγκη επιβράδυνσης και κατανόησης· η Ζέιντι Σμιθ για τη σημασία μιας εσωτερικής ζωής που δεν εκτίθεται διαρκώς· ο Τζόναθαν Φρέιζερ για την απόσταση που απαιτεί η γραφή· η Ντόνα Ταρτ με τις μεγάλες περιόδους σιωπής της· και, κάπου στο βάθος, η σκέψη ότι ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας μάλλον θα δυσφορούσε βαθιά μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον.

Πράγματι, όλη αυτή η συνεχής εξωτερίκευση δημιουργεί μια μορφή εξάρτησης: την ανάγκη για επιβεβαίωση. Εδώ έπιασα και τον εαυτό μου κατά καιρούς να ποστάρω ένα άρθρο μου ή ένα νέο μου βιβλίο στην ουσία προσδοκώντας να παραγάγω κάτι για να το κοινοποιήσω – δημοσιεύω ίσον υπάρχω. Τραγικό. Likes, σχόλια, αναδημοσιεύσεις λειτουργούν ως μικρές δόσεις ανταμοιβής στον εγκέφαλο, επαναπρογραμματίζοντας τον τρόπο που αξιολογούμε τη δική μας φωνή και την ίδια μας την ύπαρξη.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η πιο ριζική αλλαγή που βιώνει κανείς όταν απομακρύνεται από τα social media: η μετατόπιση από το «πώς φαίνεται» στο «τι είναι». Η εμπειρία παύει να είναι κάτι που πρέπει να κοινοποιηθεί και γίνεται κάτι που μπορεί να βιωθεί πλήρως. Η σκέψη παύει να είναι άμεση αντίδραση και γίνεται διαδικασία. Προς το παρόν, το πείραμα της αποχώρησης είναι επιτυχημένο.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY