Κοινωνια

Ανεξάρτητη Δικαιοσύνη à la carte

Η αρχειοθέτηση των υποκλοπών και ο πειρασμός της επιλεκτικής θεσμικής πίστης

Γιάννης Χοχλακάκης
Γιάννης Χοχλακάκης
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ανεξάρτητη Δικαιοσύνη à la carte
© Sasun Bughdaryan / Unsplash

Η υπόθεση των υποκλοπών και η Δικαιοσύνη ανάμεσα στη θεσμική αρχή και την πολιτική ανάγνωση

Η συζήτηση για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης επιστρέφει κάθε φορά με τον ίδιο τρόπο, ως αρχή αδιαπραγμάτευτη στη θεωρία και απολύτως διαπραγματεύσιμη στην πράξη. Η πρόσφατη αρχειοθέτηση της υπόθεσης των υποκλοπών επαναφέρει αυτό το γνώριμο πολιτικό αφήγημα. Όχι τόσο για την ίδια την ουσία της δικαστικής κρίσης – η οποία ανήκει αποκλειστικά στη Δικαιοσύνη – όσο για τον τρόπο που η πολιτική τάξη επιλέγει να τη διαβάσει.

Η αντίδραση του ΠΑΣΟΚ ήταν ενδεικτική ενός ευρύτερου φαινομένου: της μετατόπισης από τη θεσμική εμπιστοσύνη στην πολιτική καχυποψία, όταν το αποτέλεσμα δεν επιβεβαιώνει τις πολιτικές προσδοκίες. Δεν είναι η πρώτη φορά – και δεν αφορά μόνο ένα κόμμα. Αλλά σε αυτή τη συγκυρία αποκτά ιδιαίτερη σημασία, γιατί αγγίζει τον πυρήνα μιας υπόθεσης που είχε αναδειχθεί ως μείζον ζήτημα θεσμικής τάξης.

Εδώ βρίσκεται και η βασική αντίφαση. Η επίκληση της Δικαιοσύνης ως τελικού κριτή λειτουργεί μόνο υπό όρους: όταν επιβεβαιώνει το πολιτικό αφήγημα, αναγορεύεται σε εγγυητή της δημοκρατίας· όταν το αποδομεί, μετατρέπεται σε πεδίο αμφισβήτησης. Αυτή η κατ’ επιλογή προσέγγιση δεν είναι απλώς πολιτικά βολική· είναι θεσμικά διαβρωτική.

Η υπόθεση των υποκλοπών ήταν – και παραμένει – μια κρίσιμη δοκιμασία για το κράτος δικαίου. Όχι μόνο για το τι συνέβη, αλλά και για το πώς διερευνάται, πώς τεκμηριώνεται και τελικά πώς κρίνεται. Η αρχειοθέτηση δεν είναι πολιτική πράξη· είναι δικαστική κατάληξη. Μπορεί να κριθεί, μπορεί να σχολιαστεί, μπορεί να τεθεί στο δημόσιο διάλογο. Δεν μπορεί, όμως, να αντιμετωπίζεται ως απόδειξη ή διάψευση πολιτικών αφηγημάτων χωρίς να υπονομεύεται η ίδια η έννοια της θεσμικής κρίσης.

Το πρόβλημα, στην πραγματικότητα, είναι βαθύτερο. Στην Ελλάδα, η Δικαιοσύνη δεν αντιμετωπίζεται ως ανεξάρτητος πυλώνας, αλλά ως ένας ακόμη χώρος πολιτικής προβολής. Η κυβέρνηση συχνά εγκλωβίζεται στην ανάγκη να αποδείξει ότι «δεν παρεμβαίνει», ενώ η αντιπολίτευση στον πειρασμό να αποδείξει ότι «παρεμβαίνει». Και οι δύο, τελικά, συντηρούν ένα περιβάλλον όπου η εμπιστοσύνη δεν οικοδομείται, άλλα διαρκώς αναστέλλεται. Η ευθύνη, ωστόσο, δεν είναι συμμετρική μόνο ως προς την τακτική· είναι κοινή ως προς το αποτέλεσμα. Όταν η Δικαιοσύνη γίνεται εργαλείο πολιτικής νομιμοποίησης ή απονομιμοποίησης, παύει να λειτουργεί ως θεσμική εγγύηση. Και τότε, η δημόσια σφαίρα μετατοπίζεται από την αναζήτηση της αλήθειας στη διαχείριση των εντυπώσεων.

Η πραγματική πρόκληση είναι να αποδεχθεί το πολιτικό σύστημα ότι η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης σημαίνει και κάτι πιο δύσκολο από τη ρητορική της υπεράσπισής της. Σημαίνει αποδοχή της κρίσης της, ακόμη και όταν δεν εξυπηρετεί. Σημαίνει επίσης αυτοσυγκράτηση – όχι μόνο στις πράξεις, αλλά και στο πολιτικό λεξιλόγιο.

Διαφορετικά, θα συνεχίσουμε να μιλάμε για θεσμούς με όρους επιλογής. Και μια Δικαιοσύνη «à la carte» δεν είναι απλώς μια αντίφαση. Είναι ένδειξη ότι το πολιτικό σύστημα δεν εμπιστεύεται ούτε καν τους κανόνες που επικαλείται.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY