Ελλαδα

Οι Έλληνες είναι παντού. Γιατί δεν μπορούμε να τους βρούμε;

Τι συμβαίνει με την ελληνική ακαδημαϊκή διασπορά

Αφροδίτη Ξύδη
Αφροδίτη Ξύδη
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Χέρι κρατά ελληνική σημαία
Οι Έλληνες είναι παντού. Γιατί δεν μπορούμε να τους βρούμε; © Envato / sokorspace

Χωρίς έναν δομημένο τρόπο προσέγγισης, κάθε προσπάθεια διασύνδεσης με τη διασπορά των Ελλήνων ακαδημαϊκών επανεκκινεί από το μηδέν

Οι Έλληνες είναι παντού — και ιδίως στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Το επαναλαμβάνουμε συχνά στον δημόσιο λόγο, σχεδόν ως αυτονόητη διαπίστωση. Είναι αλήθεια· αλλά είναι και το σημείο όπου συνήθως σταματά η συζήτηση. Διότι, στην πράξη, οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους παραμένουν αποσυνδεδεμένοι από το ελληνικό οικοσύστημα. Όταν ένα πανεπιστήμιο, ένα ερευνητικό κέντρο ή ένα υπουργείο χρειάζεται εξειδικευμένη γνώση, καταφεύγει σχεδόν πάντα στον ίδιο περιορισμένο κύκλο προσώπων της διασποράς που ήδη διατηρούν σχέσεις με τη χώρα. Όλοι οι υπόλοιποι — η συντριπτική πλειονότητα — παραμένουν αόρατοι. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρθρωτική αντίφαση: μια χώρα που υπερηφανεύεται για την παγκόσμια παρουσία των επιστημόνων της, αδυνατεί συστηματικά να αξιοποιήσει το ανθρώπινο κεφάλαιο που η ίδια έχει παράγει. Τη διασπορά τη γιορτάζουμε ρητορικά και την χάνουμε στην πράξη.

Η πρώτη συστηματική προσπάθεια κατανόησης αυτού του φαινομένου από ελληνικό φορέα πραγματοποιήθηκε μέσω της έρευνας του Deon Policy Institute για την ελληνική ακαδημαϊκή διασπορά. Εντοπίστηκαν περισσότεροι από 3.500 Έλληνες ακαδημαϊκοί σε 84 από τα κορυφαία πανεπιστήμια παγκοσμίως — και εκτιμούμε ότι αντιστοιχούν περίπου στο 1–3% του συνολικού ακαδημαϊκού προσωπικού αυτών των ιδρυμάτων. Για μια χώρα δέκα εκατομμυρίων κατοίκων, πρόκειται για εξαιρετικά υψηλή συγκέντρωση. Μάλιστα, μελέτη του 2017 (An analysis of the foreign-educated elite academics in the United States) έδειξε ότι η Ελλάδα κατατάσσεται δεύτερη παγκοσμίως — μετά το Ισραήλ — σε αριθμό ακαδημαϊκών ανά κάτοικο στα κορυφαία πανεπιστήμια των ΗΠΑ. Και σύμφωνα με τον καθηγητή του Stanford Ιωάννη Ιωαννίδη και τους συνεργάτες του (2021), περίπου 30.000 Έλληνες επιστήμονες εργάζονται σήμερα στο εξωτερικό. Πρόκειται για ένα τεράστιο απόθεμα πνευματικού κεφαλαίου που η χώρα διαθέτει — αλλά δεν αξιοποιεί συστηματικά.

Και όμως, η εικόνα αυτή αποτυπώνει μόνο ένα μέρος της πραγματικότητας. Οι ακαδημαϊκοί είναι η κατηγορία που μπορούμε σχετικά εύκολα να εντοπίσουμε, λόγω θεσμικής ένταξης και δημόσιου προφίλ. Το πολύ μεγαλύτερο απόθεμα ελληνικής τεχνογνωσίας εκτός πανεπιστημίων — σε έρευνα και ανάπτυξη στη βιομηχανία, στην τεχνολογία, στα χρηματοοικονομικά, στη δημόσια πολιτική, στην κλινική πράξη — παραμένει ουσιαστικά αχαρτογράφητο. Δεν διαθέτουμε ούτε καν εκτίμηση του μεγέθους του. Ωστόσο, ένα συμπέρασμα της έρευνας είναι σαφές: ένα σημαντικό μέρος αυτών των ανθρώπων επιθυμεί να συνεισφέρει στη χώρα. Το ζήτημα δεν είναι η πρόθεση. Είναι η απουσία μηχανισμού.

Χωρίς έναν δομημένο τρόπο προσέγγισης, κάθε προσπάθεια διασύνδεσης με τη διασπορά επανεκκινεί από το μηδέν, στηριζόμενη σε προσωπικές γνωριμίες και άτυπα δίκτυα. Το μοντέλο αυτό δεν κλιμακώνεται και δεν μπορεί να φτάσει πέρα από τους ήδη «γνωστούς». Έτσι, το «brain regain» παραμένει μια μακροπρόθεσμη φιλοδοξία, ενώ το «brain engagement» — η πολύ μεγαλύτερη και άμεσα αξιοποιήσιμη ευκαιρία — δεν υλοποιείται. Αυτό που λείπει δεν είναι οι άνθρωποι, αλλά το εργαλείο που θα τους συνδέσει με τρόπο λειτουργικό και αμοιβαία χρήσιμο με τα ελληνικά πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα.

Η απάντηση δεν είναι ένα ακόμη μητρώο ή μια στατική βάση δεδομένων. Δεν είναι ένας κατάλογος ονομάτων, ούτε ένα ακόμη ψηφιακό προφίλ. Αυτό που απαιτείται είναι ένα εργαλείο ακριβείας, σχεδιασμένο με τέσσερις συγκεκριμένες αρχές. Πρώτον, εκούσια συμμετοχή: στόχος δεν είναι η εξαντλητική καταγραφή, αλλά η ενεργοποίηση εκείνων που πραγματικά επιθυμούν να συνεισφέρουν, με τρόπο συμβατό με τον χρόνο και τις υποχρεώσεις τους. Δεύτερον, high signal, low noise: χωρίς ροές περιεχομένου και χωρίς αυτοπροβολή, με έμφαση στην ουσία και στη γνώση. Η συμμετοχή οργανώνεται γύρω από συγκεκριμένες ανάγκες — ερευνητικά ερωτήματα, συνεργασίες μεταξύ πανεπιστημίων, κοινές προτάσεις για διεθνή χρηματοδοτικά προγράμματα, επιστημονική συμβουλή σε κρίσιμες αποφάσεις. Τρίτον, ευχρηστία: ένα τέτοιο εργαλείο οφείλει να αξιοποιεί σύγχρονες τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης για την αντιστοίχιση εξειδίκευσης με ανάγκες σε πραγματικό χρόνο. Πολύ συχνά στην Ελλάδα αναπτύσσονται πλατφόρμες για να «υπάρχουν», με ξεπερασμένες τεχνολογίες και ελάχιστη χρήση στην πράξη. Εδώ, το ζητούμενο είναι το αντίθετο: ελάχιστη επιβάρυνση για τον χρήστη και μέγιστη ακρίβεια στην ανάδειξη της κατάλληλης τεχνογνωσίας. Τέταρτον, προσανατολισμός στο αποτέλεσμα: κάθε αλληλεπίδραση είναι σαφώς οριοθετημένη και οδηγεί σε συγκεκριμένα αποτελέσματα — μια ερευνητική συνεργασία που προχωρά, μια πρόταση που κατατίθεται, μια επιστημονική εισήγηση που αξιοποιείται.

Ένα τέτοιο σύστημα λειτουργεί ως στοχευμένος δίαυλος γνώσης για την έρευνα και την καινοτομία: επιτρέπει σε ελληνικά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα να συνδεθούν με κορυφαίους Έλληνες επιστήμονες του εξωτερικού για κοινά ερευνητικά έργα, συμπράξεις και διεθνείς χρηματοδοτήσεις. Παράλληλα, δίνει στους ίδιους τους επαγγελματίες της διασποράς τη δυνατότητα να συνεισφέρουν με τρόπο δομημένο, χωρίς διοικητικό βάρος και χωρίς να απαιτείται μόνιμη επιστροφή. Πρόκειται για μια υποδομή ελαφριά, ψηφιακή, συμβατή με τα ευρωπαϊκά πρότυπα προστασίας δεδομένων και σχεδιασμένη για κλιμάκωση — με πυρήνα της τη διασύνδεση της ελληνικής έρευνας με τα διεθνή δίκτυα στα οποία ήδη συμμετέχει το ανθρώπινο δυναμικό της χώρας.

Στον πυρήνα της, η συζήτηση αυτή δεν αφορά μια πλατφόρμα. Αφορά το πώς μια χώρα αντιλαμβάνεται το ανθρώπινο κεφάλαιό της. Ως αφηρημένη πηγή υπερηφάνειας ή ως λειτουργικό εθνικό πλεονέκτημα. Ταυτόχρονα, αποτελεί και μια ευκαιρία μάθησης: η ελληνική διασπορά έχει διαμορφωθεί μέσα στα πιο προηγμένα οικοσυστήματα έρευνας και καινοτομίας διεθνώς. Η συστηματική της διασύνδεση με την Ελλάδα δεν συνιστά μόνο μεταφορά γνώσης, αλλά και μεταφορά εμπειρίας για το τι λειτουργεί στην πράξη. Τέλος, μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ έρευνας και παραγωγής — όχι ως αφηρημένη φιλοδοξία, αλλά μέσα από συγκεκριμένες συνεργασίες που συνδέουν πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και επιχειρήσεις σε κοινά έργα.

Μια χώρα που γνωρίζει πού βρίσκεται το ανθρώπινο δυναμικό της είναι μια χώρα που μπορεί, επιτέλους, να αρχίσει να το αξιοποιεί.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY