Visual Browsing
Τα κορίτσια των εκδόσεων Carnívora εκδίδουν μόνο νουάρ από τη Λατινική Αμερική

Τα κορίτσια των εκδόσεων Carnívora εκδίδουν μόνο νουάρ από τη Λατινική Αμερική

Το στοίχημα του νέου εκδοτικού οίκου Carnívora
© Θανάσης Καρατζάς
Συνέντευξη με την Ασπασία Καμπύλη, για τις εκδόσεις Carnívora ή αλλιώς «Σαρκοβόρες Εκδόσεις για Μαύρους καιρούς ή Μαύροι καιροί για Σαρκοβόρες Εκδόσεις».

Carnívora: Σαρκοβόρες Εκδόσεις για Μαύρους Καιρούς. Καινούργια εκδοτική απόπειρα στη χώρα. Τα κορίτσια που συντονίζουν αλλά και συντονίζονται στην προσπάθεια μας δίνουν ραντεβού στο Κουκάκι. Από αριστερά προς δεξιά: Ασπασία Καμπύλη, Μυρτώ Στείρου, Μίνα Δαφνομήλη, Sylvia Sachini. Στις ερωτήσεις μας απαντάει η μεταφράστρια αλλά και αρχηγός του νεοσύστατου εκδοτικού οίκου, Ασπασία Καμπύλη. Όπως θα διαβάσετε παρακάτω, το εγχείρημα Carnívora έχει όλα τα στοιχεία του μικρού συνεργατικού οίκου, με την οικογένειά τους όμως να μπλέκει ακόμα περισσότερα τα χαρτιά και τις εικόνες. 

© Θανάσης Καρατζάς

Πώς συλλάβατε την ιδέα και ποιο το μανιφέστο σας; Φοβερό σλόγκαν, παρεμπιπτόντως!
Όπως καταλαβαίνετε, έπεσαν διάφορες ιδέες στο τραπέζι, το θέμα τέθηκε σε ψηφοφορία και το όνομα Carnívora, το οποίο παρεμπιπτόντως ήταν ιδέα της Μυρτώς Στείρου, πλειοψήφησε θεαματικά. Είναι ισπανικό και δηλώνει εκ των προτέρων την ιθαγένεια των έργων, συνοδεύει ως επίθετο το ουσιαστικό «planta», το σαρκοβόρο φυτό με άλλα λόγια, ένα πλάσμα αινιγματικό, σκοτεινό, όπως και το περιεχόμενο των βιβλίων, επιπλέον είναι γένους θηλυκού όπως και η συντριπτική πλειονότητα της Carnívora. Η απόφαση πάρθηκε οριστικά όταν είδαμε το λογότυπο που δημιούργησε η Tania Cimatti. Ένα μικρό, αυθάδικα χαριτωμένο φυτό που προβάλλει τα σαρκοφάγα του δόντια, και το οποίο θα μπορούσε να αναφέρεται και στους αδηφάγους αναγνώστες του είδους, επίσης. Όσο για το σλόγκαν, προέκυψε μάλλον φυσικά από τους συνειρμούς που επιδιώξαμε να προκαλέσουμε με τη χρήση των επιθέτων «σαρκοβόρα» και «μαύρη», αναφερόμαστε στη λογοτεχνία φυσικά, οπότε η εναλλαγή των επιθέτων οδήγησε στο «Σαρκοβόρες Εκδόσεις για Μαύρους καιρούς ή Μαύροι καιροί για Σαρκοβόρες Εκδόσεις». Άλλωστε η μαύρη λογοτεχνία είναι γέννημα των σαρκοβόρων καιρών και αντιστρόφως οι μαύροι καιροί δίνουν τροφή στη σαρκοβόρα λογοτεχνία.

Σε μια εποχή που οι εκδοτικοί οίκοι προσπαθούν να απλωθούν και να ανοίξουν τη βεντάλια σε όλα τα «ρεπερτόρια», εσείς στήνετε κάτι απόλυτα εξειδικευμένο: μυθιστορήματα νουάρ από την Ισπανία και τη Λατινική Αμερική. Προφανώς, «υπάρχει οργανωμένο σχέδιο», για να μιλήσω ντεντεκτιβίστικα! Ποιο είναι, αν μου επιτρέπετε, και από πού πηγάζει η αισιοδοξία σας; Αλλά και ποιο το «business plan» σας; Κακή λέξη, τα σχέδιά σας ήθελα να πω...
«Οργανωμένο σχέδιο» ή «οργανωμένο έγκλημα» θα δείξει. Νομίζω ότι, όπως συμβαίνει και με πολλούς άλλους μικρούς εκδοτικούς οίκους, απλώς θελήσαμε να κάνουμε την αγάπη μας για τα βιβλία επάγγελμα (επιτέλους, για βιβλία μιλάμε, πρέπει να κάνουμε λόγο και για αγάπη, πάθος κλπ, μόλο που στην πράξη το business plan είναι πολύ πιο χρήσιμο και ένας εκδοτικός πρέπει να πληρώνει το νοίκι του) σε μια αγορά αρκετά κορεσμένη. Επομένως εστιαστήκαμε στις δεξιότητες που διέθετε η ομάδα μας και οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν το άυλο κεφάλαιό της και αυτές ουσιαστικά διαμόρφωσαν τον ευρύτερο στόχο μας: καλαίσθητα βιβλία ισπανόφωνης λογοτεχνίας, σε πρώτη φάση. Εν συνεχεία, ο στόχος εξειδικεύτηκε ακόμα περισσότερο καθώς διαπιστώσαμε ότι το είδος της μαύρης λογοτεχνίας γνωρίζει αυτή τη στιγμή αξιοπρόσεκτη άνθιση στην ισπανική γλώσσα και από τις δυο μεριές του Ατλαντικού. Το ίδιο συμβαίνει και παγκοσμίως, εξάλλου, αφού οι συγγραφείς που υπηρετούν το νουάρ εκφράζουν (και ως επί το πλείστον εμπνέονται από) τη γενικευμένη κοινωνική δυσπιστία, απαισιοδοξία και αποδοκιμασία σε θεσμούς και συστήματα. Τέλος, θεωρήσαμε πως αυτή η μονοθεματικότητα θα μπορούσε να υπηρετήσει και την αισθητική αναγνωρισιμότητα των βιβλίων μας. Όσο για το business plan μας, είναι ακόμα πολύ απλό: όμορφα βιβλία με όμορφα ειπωμένες μαύρες ιστορίες. Και κάτι ακόμα, δε βιαζόμαστε καθόλου να μεγαλώσουμε, αν αυτό σημαίνει να χάσουμε τον έλεγχο της δουλειάς μας.

Σχετικα
Δείτε live: Μένουμε σπίτι με τον συγγραφέα Σπύρο Πετρουλάκη
Δείτε live: Μένουμε σπίτι με τον συγγραφέα Σπύρο Πετρουλάκη

© Θανάσης Καρατζάς

Ξεκινήσατε με την «Αγία Πόλη» του Γκιγιέρμο Όρσι και σε χρόνο dt χτυπήσατε με το «Προτελευταίο Πολεμικό Ψευδώνυμο» του Ραούλ Αρχεμί και τη «Χίμαιρα του Ανθρώπου Τανκ» του Βίκτορ Σόμπρα: Αργεντινή, Παταγονία και Κίνα οι τόποι του εγκλήματος και με κοινό παρονομαστή το μελαγχολικό μαύρο και τις πολιτικές αναταραχές στην υδρόγειο. Θα μπορούσαμε να πούμε πως πέρα από καλές αστυνομικές ιστορίες, τα βιβλία σας διαθέτουν και μια ξεκάθαρα αριστερή ματιά ως προς την ερμηνεία των συμβάντων που λαχαίνουν προς εξιχνίαση;
Όχι απαραίτητα. Για παράδειγμα το επόμενο βιβλίο μας, που ελπίζουμε να κυκλοφορήσει το Μάρτη περίπου, Η Συνωμοσία της Μογγολίας του Ραφαέλ Μπερνάλ γράφτηκε από έναν συγγραφέα μάλλον αντιδραστικό, αμφιλεγόμενο για τις πολιτικές του πεποιθήσεις και με δεδομένη, πάντως, την αντιπάθειά του στη Μεξικανική Επανάσταση. Αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος που το βιβλίο, γραμμένο το 1969, δε γνώρισε καμία εμπορική επιτυχία στην εποχή του. Εντούτοις σήμερα θεωρείται σταθμός στη μεξικάνικη νουάρ λογοτεχνία. Όχι, σαφώς το κριτήριο επιλογής μας δεν είναι πολιτικό. Από την άλλη, όταν μιλάμε για χώρες της Λατινικής Αμερικής, βάρβαρα ταλαιπωρημένες από τις στρατιωτικές χούντες ή/και τις οικονομικές συνέπειες του νεοφιλελευθερισμού είναι φυσικό οι εκφραστές της δυσαρέσκειας να προέρχονται από τον ευρύτερο αριστερό χώρο, όπως λέμε ό,τι και αν σημαίνει αυτό. Ούτε, άλλωστε, αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι αρκετοί από τους ισπανούς συγγραφείς που πρωτοασχολήθηκαν συστηματικά με το νουάρ ήταν πολιτικά στρατευμένοι σε κόμματα της αριστεράς και είχαν αντιταχθεί στο φρανκισμό. Δείτε, ωστόσο, ένα παράδοξο, το πιο πολιτικά «στρατευμένο» βιβλίο μας, Η Χίμαιρα του Ανθρώπου-Τανκ, ένα εξαιρετικό πολιτικό θρίλερ, είναι γραμμένο από τον Βίκτορ Σόμπρα, έναν Ισπανό, όχι έναν Λατινοαμερικάνο, και δεν αναφέρεται καν στην Ισπανία, αλλά στην Κίνα. Εν κατακλείδι, σίγουρα δεν επιλέγουμε τους συγγραφείς μας για πολιτικούς λόγους, αλλά για τον τρόπο που γράφουν, και αν είμαστε στρατευμένοι σε κάτι, είναι στην πρόθεσή μας να υπερασπιστούμε την άποψη ότι το νουάρ είναι καλή λογοτεχνία, ότι, όπως έλεγε ο Μονταλμπάν, το νουάρ δεν είναι ένα ταξίδι στη βία αλλά ένα λογοτεχνικό, πρωτίστως, ταξίδι. Τον Βίκτορ Σόμπρα θα τον διαβάσετε όχι για την πολιτική του τοποθέτηση, αλλά για την απρόσμενη ιστορία που πλάθει από ένα πραγματικό γεγονός, για τον αναπάντεχο λυρισμό του, για τους γοητευτικά εκκεντρικούς ήρωες του, για την κινηματογραφική γραφή του, ακόμα και για τον πρόλογο του Νίκου Πρατσίνη που προικίζει το βιβλίο με ένα εξαιρετικό κείμενο το οποίο θα μπορούσε να διαβαστεί και από μόνο του.

© Θανάσης Καρατζάς
Σχετικα
Το Μαγικό Βουνό: Θεραπευτικές αναγνώσεις στην κοινωνική απομόνωση
Το Μαγικό Βουνό: Θεραπευτικές αναγνώσεις στην κοινωνική απομόνωση

Οι μεταφραστές αστυνομικής λογοτεχνίας είστε φυλή, σέχτα, ομάδα με συγκεκριμένο κώδικα επικοινωνίας; Ή απλώς συμβαίνει να μεταφράζετε γενικώς βιβλία, οπότε δεν απαιτείται κάποιο ιδιαίτερο προσόν πέρα από δυνατή γνώση και χρήση γλώσσας;
Όχι, πού τέτοια πολυτέλεια! Οι μεταφραστές μεταφράζουν ό,τι μπορούν. Υπάρχουν, ίσως, μεταφραστές που μεταφράζουν πιο πολύ νουάρ μυθιστόρημα, είτε επειδή οι εκδοτικοί συμβαίνει να τους «ειδικεύουν», είτε, αν είναι τυχεροί, επειδή τους αρέσει η αστυνομική λογοτεχνία και οι τίτλοι που προτείνουν γίνονται δεκτοί από τους εκδότες, αρκετά σπάνιο το δεύτερο είναι αλήθεια, αλλά κατά κανόνα όλοι μεταφράζουμε τα πάντα. Θα μπορούσε ίσως να πει κανείς ότι μεγαλύτερη εξειδίκευση υπάρχει στη μετάφραση του παιδικού βιβλίου και της ποίηση για προφανείς λόγους, πέραν τούτου, η λογοτεχνική μετάφραση απαιτεί τις ίδιες δεξιότητες για όλα τα λογοτεχνικά είδη.

© Θανάσης Καρατζάς

Εκτός από εσάς στο μεταφραστικό, ποιοι άλλοι είναι στο «κόλπο» Carnivora;
Η ομάδα του Void (https://void.photo/), δηλαδή η Μυρτώ Στείρου, η Sylvia Sachini και ο João Linneu, που ασχολούνται με το εικαστικό αλλά και με πολλά άλλα. Στο «κόλπο» επίσης συμμετέχουν: η Μίνα Δαφνομήλη στην επικοινωνία, η Tania Cimatti στην εικονογράφηση των εξωφύλλων, ο Δημήτρης Λυμπερόπουλος στην επιμέλεια και τη δημιουργική κριτική και η Έφη Ζέρβα, πάντα υπομονετική στις αλλαγές της τελευταίας στιγμής, στη σελιδοποίηση. Επιπλέον, κάμποσοι φίλοι και συγγενείς, που αγγαρεύουμε και σύντομα θα αρχίσουν να μας αποφεύγουν, και, τέλος, αυτοί που μας εμπνέουν και μας καθοδηγούν από την πρώτη στιγμή.

Το αισθητικό σας πρόσημο είναι εντυπωσιακό: κοινή αφήγηση ως προς τα εξώφυλλα, με διακριτό χαρακτικό στίγμα, αλλά και ένα πολύ ακριβό χαρτί και κόστος εκτύπωσης σε τέτοιους χαλεπούς οικονομικά καιρούς. Ρίσκο! Ποντάρετε, να υποθέσω, πέρα από τις δυνατές ιστορίες και σε μια, ας την πω φετιχιστική προσέγγιση από πλευράς αναγνώστη; Αντιλαμβάνεστε δηλαδή τα βιβλία σαν κάτι περισσότερο από «καλό περιεχόμενο»;
Ακριβώς όπως το λέτε. Δεν το είχα σκεφτεί, αλλά η χρήση του όρου «φετιχιστική» μού φαίνεται εξαιρετικά εύστοχη. Εξάλλου, σε λίγα χρόνια τα βιβλία ίσως να αποτελούν όντως φετίχ ή συλλεκτικά αντικείμενα. Όπως λέει και ο Χουάν Βιγιόρο στον υπέροχο θεατρικό μονόλογο ενός βιβλιοθηκάριου που πρόκειται να εκδοθεί από τις εκδόσεις Κουκκίδα, «Μπορεί, στο μέλλον, να κατεβάζεις όλα τα βιβλία σε μια φωτισμένη οθόνη και τα γράμματά τους να πέφτουν σαν μοναχική βροχή». Ελπίζω όχι σύντομα. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, ο ψηφιακός ανταγωνισμός είναι γεγονός, οπότε ίσως είναι ώρα να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε και την εικαστική πλευρά του βιβλίου, το βιβλίο ως αισθητικό αντικείμενο με άλλα λόγια. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που στην κριτική ανάλυση των λογοτεχνικών βιβλίων έχει αρχίσει να συμπεριλαμβάνεται πλέον και η ανάλυση του περικείμενου, των επιμέρους στοιχείων της εμφάνισής τους, δηλαδή, όπως ο σχεδιασμός των εξωφύλλων, η θέση των υποσημειώσεων, για την οποία επίσης έχουμε να προτείνουμε κάτι καινούργιο, κλπ. Πέρα όμως από όλα τα παραπάνω, η συνεργασία με το Void έθεσε εξαρχής ως προϋπόθεση τον ιδιαίτερο εικαστικό σχεδιασμό των βιβλίων, ενώ το μικρό μέγεθος και ο μονοθεματικός χαρακτήρας της Carnívora κατέστησαν αναγκαία τη μεγαλύτερη δυνατή αναγνωρισιμότητα των τίτλων της.

Δώστε μου κάποιες ειδικές παραμέτρους της σχολής του λατινόφωνου νουάρ; Θα τολμήσω να πω πως οι λέξεις «μελαγχολία», «πολιτική αναταραχή», «αιματοβαμμένες εμφύλιες ιστορίες» αποτελούν μια σταθερά ως προς τον μίτο της αφήγησης.
Ναι, είναι σίγουρα όλα αυτά, τα οποία εν πολλοίς συνιστούν τη σύγχρονη πραγματικότητα της Λατινικής Αμερικής –η μελαγχολία είναι μάλλον οικουμενικό χαρακτηριστικό του νουάρ– και συνάμα την πηγή απ’ όπου αντλούνται οι ιστορίες τους. Θα πρόσθετα, επίσης, διαφθορά και γερή δόση αυτοσαρκασμού που πηγάζει από ένα χρόνιο σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι στη μητροπολιτική Ισπανία και την ηγεμονική Βόρεια Αμερική, συνυφασμένο με μια γονιδιακά κληρονομημένη αθεράπευτη αίσθηση αδικίας. Επίσης καυστική κοινωνικοπολιτική κριτική και διαβρωτικό λόγο σε μια αγχωτική μερικές φορές προσπάθεια έκφρασης, λες και αυτοί οι άνθρωποι έχουν πάρα πολλές ιστορίες και βιάζονται, αγωνιούν θαρρείς, να τις πουν.

Είναι παλιοκαραβάνες, είναι ευπώλητοι, είναι πρωτοεμφανιζόμενοι - με ποια ακριβώς κριτήρια διαλέγετε τους συγγραφείς σας;
Είμαστε απολύτως δημοκρατικοί στις επιλογές μας, θέλουμε να έχουμε απ’ όλα, να είμαστε ανοιχτοί σε όλα, χωρίς προκαταλήψεις. Ακόμα και η ευπώλητη λογοτεχνία έχει τη χάρη της, ας μην είμαστε υποκριτές, αρκεί να είναι κι αυτή καλογραμμένη. Για παράδειγμα, ετοιμάζουμε για το καλοκαίρι το μυθιστόρημα μιας Καταλανής ακαδημαϊκού, μιας πολυβραβευμένης διανοούμενης, της Κάρμε Ριέρα, η οποία κάποια στιγμή αποφάσισε να ασχοληθεί με την αστυνομική λογοτεχνία, ούτε καν τη νουάρ, και αυτή στιγμή γνωρίζει μεγάλη επιτυχία τόσο στην Ιβηρική χερσόνησο όσο και παγκοσμίως. Μας ενδιαφέρει η περίπτωση της, επειδή ένα κολεγιακό θρίλερ, πάνω κάτω στη λογική του Netflix, γράφεται, κατά καινοφανή τρόπο, από ένα μέλος του κατεστημένου πνευματικού κόσμου, χαράζοντας έτσι –ποιος ξέρει;– πρωτόφαντα λογοτεχνικά μονοπάτια. Κατά τ’ άλλα, ο κατάλογός μας περιλαμβάνει «κλασικά» έργα, όπως το Φιλί της γυναίκας-αράχνης του Μανουέλ Πουτς, το Σιωπηλή σαν το θάνατο του Ουμπίδια και τη Συνωμοσία τη Μογγολίας του Μπερνάλ, παλιοκαραβάνες, όπως ο Όρσι, ο Αρχεμί, ο Μάγιο, ο Μπαλμασέδα, ονόματα ήδη καθιερωμένα σε Αμερική και Ευρώπη, ανθολογημένα ακόμα και από τους αντιδραστικούς ανθολόγους της κάθε καμαρίλας χάρη στο ειδικό λογοτεχνικό τους βάρος, αλλά και πρωτοεμφανιζόμενα αστέρια όπως ο Μπιθέντε Μάρκο, η Πινιέιρο, η Φαγιαράς, ο Ραβέλο και πολλοί άλλοι ελπίζουμε.

www.carnivora.gr

Δειτε επισης

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5