Βιβλιο

Γιώργος Δήμος: Το Μπρούκλιν, οι καταραμένοι ποιητές και μια εβδομάδα στην κόλαση

Ισορροπώντας ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη δημοσιογραφία, ο συγγραφέας μιλάει στην ATHENS VOICE για το πρώτο του βιβλίο «Επτά χρόνια στην κόλαση»

Μπάμπης Καλογιάννης
Μπάμπης Καλογιάννης
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Γιώργος Δήμος: Το Μπρούκλιν, οι καταραμένοι ποιητές και μια εβδομάδα στην κόλαση
Γιώργος Δήμος © Θανάσης Καρατζάς

Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Γιώργος Δήμος μιλά για το πρώτο του βιβλίο «Επτά χρόνια στην κόλαση», τις σκοτεινές στιγμές έμπνευσης, τις επιρροές και τη γραφή του

Η δημοσιογραφία και η λογοτεχνία αποτελούν δύο συγγενείς ασχολίες, ταυτόχρονα όμως απόλυτα διακριτές. Ενώ η πρώτη ενημερώνει για πραγματικά γεγονότα και βασίζεται στην αντικειμενικότητα και την επαλήθευση της πληροφορίας, η δεύτερη επιχειρεί τη δημιουργία μιας αισθητικής εμπειρίας, με σκοπό τη συγκίνηση και την ανάπτυξη μιας ευρείας γκάμας συναισθημάτων.

Ο Γιώργος Δήμος, αρθρογράφος στην ATHENS VOICE, κάνει το άλμα στη λογοτεχνία με το πρώτο του βιβλίο, «Επτά μέρες στην κόλαση», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιωλκός. Μέσα από μια σειρά διηγημάτων, πραγματεύεται αυτά που χωρίζουν τους ανθρώπους αντί να τους ενώνουν, εξερευνώντας έννοιες όπως ο φόβος, η δυστυχία αλλά και την ίδια την κόλαση, καθρεφτίζοντας τον ενθουσιασμό αλλά και την αγωνία ενός συγγραφέα.

Με τις «Επτά μέρες στην κόλαση», ο Δήμος ξεδιπλώνει έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη υπόσταση περιγράφεται μέσα από το πρίσμα του υπερφυσικού. Αντλώντας έμπνευση από τη σκοτεινή λογοτεχνική παράδοση, τους «καταραμένους ποιητές» και την προσωπική του διαδρομή –που μεταξύ άλλων τον βρίσκει σε μια μητρόπολη όπως η Νέα Υόρκη– δημιουργεί ιστορίες σύντομες αλλά έντονες, που κορυφώνονται σε στιγμές αποκάλυψης και συνειδητοποίησης. Γεννημένος το 1993, αποφοίτησε με άριστα από το Pratt Institute στο Μπρούκλιν, όπου σπούδασε Δημιουργική Γραφή και Φιλοσοφία.

Ο Γιώργος Δήμος μίλησε για την έμπνευση πίσω από τις «Επτά μέρες στην κόλαση», τη γραφή ως μια διαδικασία συνεχούς επεξεργασίας, καθώς και τη διαδρομή του από τη Νέα Υόρκη και το Μπρούκλιν έως την πρώτη του συγγραφική προσπάθεια.

Γιώργος Δήμος: Το Μπρούκλιν, οι καταραμένοι ποιητές και μια εβδομάδα στην κόλαση
Γιώργος Δήμος © Θανάσης Καρατζάς

- «Επτά Μέρες στην Κόλαση». Γιατί επτά και για ποια κόλαση μιλάμε; Πες μας για την έμπνευση πίσω από τον τίτλο του βιβλίου.

Τα διηγήματα που συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτή τη συλλογή γράφτηκαν σε διαφορετικές περιόδους, μερικά με αρκετή χρονική απόσταση από τα υπόλοιπα. Πολλά απ’ αυτά δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Μονόκλ, κυρίως μέσα στο 2022-2023, ορισμένα σε λίγο διαφορετικές εκδοχές από αυτές που μπορεί να διαβάσει κανείς στο βιβλίο. Δεν είχα κάποιον συγκεκριμένο γενικότερο τίτλο, λοιπόν, στο μυαλό μου καθώς τα έγραφα. Στην αρχή, ήθελα να δώσω στη συλλογή τον τίτλο «Ταξίδι στην κόλαση», από το ομώνυμο διήγημα, που είχε κι αυτό δημοσιευτεί στο Μονόκλ, και είναι στην ουσία ένας δικός μου μύθος, εμπνευσμένος από το ατμοσφαιρικό –και οπωσδήποτε σκοτεινό– διήγημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε «Σιωπή - Ένας μύθος» (1838). Τον τίτλο «Ταξίδι στην κόλαση» τον δανείστηκα από ένα σχεδόν άγνωστο ψυχεδελικό ροκ άλμπουμ από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, το «Trip Thru Hell», μιας μπάντας από τη Μινεσότα των ΗΠΑ που υπήρξε για μόλις πέντε χρόνια (1966-1971), υπό το όνομα The C.A. Quintet. Τελικά, στη συλλογή ο τίτλος άλλαξε σε «Επτά μέρες στην κόλαση», για να θυμίζει το ποίημα σε πεζό λόγο του Αρθούρου Ρεμπώ, «Μια εποχή στην κόλαση» (1873), που αποτελεί πηγή έμπνευσης για κάποια από τα διηγήματα και δίνει μια γενικότερη αίσθηση ενότητας στη συλλογή. Το «επτά» είναι ένας μαγικός αριθμός, ενώ από την άλλη η εβδομάδα έχει επτά μέρες. Είναι, λοιπόν, μια εβδομάδα στην κόλαση, κι αν φέρνει στο μυαλό του αναγνώστη κάποια ταινία τρόμου από τη δεκαετία του 1970, εκπληρώνει και με το παραπάνω τον σκοπό του.

- «Ένα ξυράφι αποκτά συνείδηση και επιτίθεται σε εκείνον που το κρατά». Πώς αποκτούν συνείδηση τα αντικείμενα, γενικότερα αλλά και στην προσέγγισή σου στο βιβλίο;

Το «Ξυράφι» είναι φαινομενικά η πιο αστεία από τις ιστορίες της συλλογής, αν και, τελικά, νομίζω πως έχει μια πιο σκοτεινή «εξήγηση» από άλλες. Παρόμοια ιστορία είναι το διήγημα του Γκι ντε Μοπασάν, «Ο Εξαποδώ» (1887), όπου ο όχι-και-τόσο-αξιόπιστος αφηγητής βρίσκει το ποτήρι με το νερό του άδειο (ενώ δεν το έχει πιει εκείνος) και πείθεται ολοένα και περισσότερο ότι το σπίτι του είναι στοιχειωμένο, ενώ, αντίθετα, ο αναγνώστης χάνει σταδιακά την εμπιστοσύνη του στον αφηγητή και την ισορροπία της ψυχικής του υγείας. Τα αντικείμενα δεν αποκτούν «συνείδηση». Υπάρχουν κι άλλες ιστορίες στη συλλογή, όπου αντικείμενα κινούνται από μόνα τους, όπως για παράδειγμα στο «Εξελού με», όπου έχουμε να κάνουμε με ένα poltergeist. Όπως στα περισσότερα διηγήματα τρόμου, έτσι κι εδώ, κάποιο κακό αόρατο πνεύμα είναι συνήθως υπαίτιο για αντικείμενα που εκτοξεύονται στον χώρο ή πέφτουν με δύναμη στο πάτωμα χωρίς να υπάρχει κάποια λογική εξήγηση. Βέβαια, είναι πάντα ένα ερώτημα το ποιος λέει την ιστορία και πόσο μπορείς τελικά να τον εμπιστευτείς ως αναγνώστης.

- Ποιοι είναι οι καταραμένοι ποιητές του 19ου αιώνα; Τι το γοητευτικό έχουν και πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με αυτούς;

Γιώργος Δήμος: Το Μπρούκλιν, οι καταραμένοι ποιητές και μια εβδομάδα στην κόλαση

Εντάξει, οι «καταραμένοι ποιητές» είναι βέβαια ο Μποντλέρ, ο Ρεμπώ, ο Βερλέν, και ακόμα ο Θεόφιλος Γκοτιέ ή ο Πέτρους Μπορέλ. Ήταν αστοί ποιητές του 19ου αιώνα που έζησαν στη Γαλλία, η οποία όχι μόνο έμοιαζε πολύ με μια σύγχρονη πόλη, αλλά παρουσίαζε και τα ίδια σημάδια σήψης. Οι «καταραμένοι ποιητές», όμως, προέρχονταν από το κίνημα του ρομαντισμού (Πέρσι Σέλεϊ, Λόρδος Βύρωνας κ.λπ.), που κι εκείνο με τη σειρά του, δανειζόμενο στοιχεία από τον «Χαμένο Παράδεισο» (1667) του Τζον Μίλτον, ανήγαγε τον Σατανά σε ένα «πρότυπο» – κάτι σαν έναν καλλιτέχνη που τα έβαλε με το σύστημα και πολέμησε για τα ιδεώδη του, αλλά τελικά το σύστημα τον «νίκησε». Δεν κάνω κάποια ανάλυση των «καταραμένων ποιητών» εδώ, ή του έργου τους. Απλώς αναφέρομαι, τόσο σ’ αυτούς, όσο και σ’ εκείνους που υπήρξαν πριν από αυτούς, εκείνους που έζησαν κι έγραψαν παράλληλα κι εκείνους που ήρθαν μετά. Για παράδειγμα, ο Όσκαρ Ουάιλντ αξίζει να αναφερθεί μαζί με τους «καταραμένους ποιητές», ακόμα κι αν έζησε κι έδρασε στην Ιρλανδία. Από την άλλη, η συλλογή χρωστάει περισσότερα στον Πόε ή τον Άρθουρ Μάχεν και τον Άμπροουζ Μπιρς, τους οποίους ξέρουμε ότι οι «καταραμένοι» διάβαζαν. Νομίζω πως εγώ τους πλησίασα κυρίως μέσα από την επιρροή τους στους υπαρξιστές και τη γενιά μπιτ. Πρόκειται, σε κάθε περίπτωση, για ρομαντικά κινήματα και η συλλογή μου αυτή ανήκει στην ίδια παράδοση.

- Τι είναι αυτό που συνδέει 15 ξεχωριστά και φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους διηγήματα;

Η κεντρική ιδέα είναι ότι πρόκειται μεν για διηγήματα, αλλά πολύ σύντομα – τρεις με τέσσερις σελίδες. Δεν είναι σαν τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, για παράδειγμα, που κάθε φορά που ξεκινάς να διαβάζεις ένα, μοιάζει λες και ξεκινάς να διαβάζεις μια διαφορετική νουβέλα. Σήμερα θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για «flash fiction», όταν τα έγραφα δεν γνώριζα τον όρο. Κύρια πηγή έμπνευσης ήταν το «Paris Spleen» (Η μελαγχολία του Παρισιού, 1862), του Μποντλέρ, όπου έχεις, ουσιαστικά, ποιήματα σε πρόζα, ενώ αργότερα διάβασα τα διηγήματα του Φραντς Κάφκα και τα βρήκα επίσης πολύ κοντινά σ’ αυτό που ήθελα να πετύχω κι εγώ. Ο Ρεμπώ, επίσης, έχει κάποια ποιήματα που λένε μια ιστορία, όπως το πρώτο του, «Les étrennes des orphelins» (1869), που αποτελεί πηγή έμπνευσης για το διήγημά μου «Επανάσταση». Συνεπώς, έχουν μια μορφολογική ομοιότητα μεταξύ τους και βέβαια εμπεριέχουν όλα μια «αποκάλυψη» ή «επιφάνεια», κατά την οποία ο κεντρικός χαρακτήρας συνειδητοποιεί ή βλέπει κάτι σχεδόν μαγικό, που μέχρι πρότινος αγνοούσε πλήρως. Αυτό θυμίζει λίγο τους «Νεκρούς» του Τζόις, αλλά, ενώ είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, δεν τολμώ να τον αναφέρω σαν επιρροή, γιατί η δική μου γλώσσα είναι πολύ απλή και η συγκεκριμένη συλλογή αποφεύγει συνειδητά τους λεξιλογικούς πειραματισμούς.

- Έχεις ένα διήγημα όπου φίλοι περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο πιστεύουν πως θα πεθάνουν. Ποια ήταν η έμπνευση για αυτό και πώς μπορεί να ενώνει τους ανθρώπους μια τέτοια μακάβρια σκέψη;

Ναι, το «Κάτω από το νερό». Τους ενώνει άραγε; Νομίζω πως το συγκεκριμένο διήγημα πραγματεύεται τη διάσπαση ή τέλος πάντων αυτά που χωρίζουν τους ανθρώπους και όχι αυτά που τους ενώνουν. Είναι περίεργη ιστορία, αλλά δεν μιλάει τελικά για τον θάνατο. Αυτός, ίσως, μας ενώνει περισσότερο από οτιδήποτε. Είναι οι φόβοι του καθενός που μας χωρίζουν και η έλλειψη επικοινωνίας. Όταν κλείνεται κανείς στον εαυτό του, αποκόπτεται από τον κοινωνικό του περίγυρο και επέρχεται ένας άλλος θάνατος, όπου δεν πεθαίνεις «βιολογικά». Από την άλλη, η συγκεκριμένη ιστορία μιλάει και για πράγματα τα οποία κάποια στιγμή τελειώνουν και πρέπει να το πάρει κανείς απόφαση και να απομακρυνθεί από αυτά, όσο οικεία κι αν τα αισθάνεται. Κανένα από τα διηγήματα δεν έχει ένα επίπεδο ανάγνωσης. Αυτό το φρόντισα πριν ακόμα ξεκινήσω να τα γράφω. Μια ιδέα, για μένα, δεν είναι αρκετή για να ξεκινήσεις να γράφεις ένα διήγημα, όσο σύντομο κι αν είναι.

- Υπό ποιες προϋποθέσεις μια κόλαση (προσωπική ή μη) μπορεί να φαντάζει ελκυστική/γοητευτική;

Αυτό έχει κάποια σχέση με τον Σατανά του Μίλτον, που ανέφερα προηγουμένως, και με την «επανεκτίμηση όλων των αξιών» του Νίτσε, που είχε τεράστια επιρροή στη λογοτεχνία του 20ού αιώνα. Εντάξει, είναι και τρόπος του λέγειν ότι κάτι είναι «κολασμένο», δηλαδή πολύ σαγηνευτικό, αλλά απαγορευμένο, όπως ένα γλυκό για κάποιον που κάνει δίαιτα. Πάντως, εδώ δεν θα βρει κανείς τη «Σκοτεινή νύχτα της ψυχής» του Αγίου Ιωάννη του Σταυρού. Δεν έχει να κάνει με την Κόλαση όπως την περιγράφει η Χριστιανική θρησκεία, αλλά έχει μια μικρή σχέση με την «Κόλαση» του Δάντη, όσον αφορά το ταξίδι. Ο Δάντης τοποθετεί, βέβαια, τους εχθρούς του στους κατώτερους κύκλους της Κόλασης και κάνει «πολιτική», πράγμα που επίσης δεν θα βρει εδώ ο αναγνώστης. Είναι ένα εσωτερικό ταξίδι, και αν θες, έχει κάποια σχέση με τον μονομύθο του ήρωα (λ.χ. του Οδυσσέα ή του Αινεία), που πρέπει να περάσει από τον Κάτω Κόσμο –την Κόλαση– για να επιστρέψει τελικά στο σπίτι του. Το ταξίδι έχει, οπωσδήποτε, μεγάλη σημασία.

- Οκτώ χρόνια στο Μπρούκλιν; Μετάφερε μας εικόνες από τη ζωή σου εκεί και πώς επηρεάζει την αντίστοιχη καθημερινότητά σου στην Αθήνα;

Το Μπρούκλιν είναι σίγουρα μια όμορφη κόλαση! Εντάξει είναι ίσως λιγάκι υπερβολικό αυτό, αλλά θυμάμαι, όταν είχα δει την ταινία «Ξύπνημα στον εφιάλτη» («Jacob’s Ladder», 1990) για πρώτη φορά, φοιτητής τότε στο Pratt (η ταινία μάλιστα γυρίστηκε εκεί), να ξεχωρίζω τη σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής κατεβαίνει στο μετρό και συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται στην Κόλαση. Η Νέα Υόρκη είναι μια πόλη με γρήγορους ρυθμούς –καμία σχέση με την Αθήνα– όπου κυριαρχεί και το «τυχαίο». Νομίζω είναι η ταινία «Αρσενικό και παλιά δαντέλα», με τον Κάρι Γκραντ, που αρχίζει με τον υπέρτιτλο: «Η ιστορία αυτή διαδραματίζεται στο Μπρούκλιν, ένα μέρος όπου όλα μπορούν να συμβούν και συνήθως συμβαίνουν». Η συλλογή αυτή δεν αποτυπώνει καθόλου εμπειρίες μου από την Αμερική. Νομίζω πως η εμπειρία μου εκεί αξίζει έναν δικό της τόμο, κάτι σαν την «Αμερική» του Κάφκα.

- Πώς γίνεται η μετάβαση από τη μεμονωμένη αρθρογραφία στη συγγραφή ενός βιβλίου; Ποια είναι η διαδικασία που ακολούθησες για τις «Επτά Μέρες στην Κόλαση»;

Στο μυαλό μου έχω τη δημοσιογραφία ως μια πολύ διαφορετική ασχολία από τη συγγραφή. Γενικά, είμαι ένας άνθρωπος που βαριέται πολύ εύκολα και μου αρέσει να κάνω πράγματα διαφορετικά μεταξύ τους. Όταν ξεκινάω να γράφω ένα άρθρο για μια εφημερίδα, συνήθως γράφω στον υπολογιστή, γιατί μου δίνει καλύτερα την αίσθηση του μέσου στο οποίο θα δημοσιευτεί. Όταν ξεκινάω να γράφω ένα διήγημα, συνήθως ξεκινάω με στιλό και χαρτί, γιατί θέλω να έχω τον χρόνο, καθώς γράφω, να δω προς τα πού πάει η ιστορία. Επίσης, καθώς μετά δακτυλογραφώ το κείμενο, το διορθώνω ξανά, και γενικά τα διηγήματα τα διορθώνω αρκετές φορές. Μάλιστα, όταν ο εκδότης μου, ο Κωνσταντίνος Κορίδης, μου έδωσε το τελικό κείμενο για τυχόν τελευταίες διορθώσεις, έπιασα το κόκκινο στιλό κι άρχισα να διορθώνω από την αρχή. Τον ευγνωμονώ που είχε την υπομονή να περάσει τέτοιας έκτασης αλλαγές, γιατί φαντάζομαι πόσο εκνευριστικό θα ήταν να το έκαναν όλοι αυτό!

Γιώργος Δήμος: Το Μπρούκλιν, οι καταραμένοι ποιητές και μια εβδομάδα στην κόλαση
Γιώργος Δήμος © Θανάσης Καρατζάς

- Είναι ο συγγραφέας ο ίδιος άνθρωπος, πριν και μετά από κάθε βιβλίο του;

Εντάξει, ένα βιβλίο είναι μια μεγάλη εμπειρία. Έχει ενθουσιασμό, άγχος, ανασφάλεια – πολλά συναισθήματα. Δεν αλλάζεις ως άνθρωπος αφότου το τελειώσεις, αλλά σίγουρα πρόκειται για μια εμπειρία που τη θυμάσαι για όλη σου τη ζωή. Τώρα, βέβαια, ίσως και να μην είναι αντικειμενικό αυτό που λέω, γιατί πρόκειται για το πρώτο μου βιβλίο. Ίσως, όταν πρόκειται για το 15ο να μην υπάρχει πια ούτε ενθουσιασμός ούτε τίποτα. Αυτό δεν είμαι σε θέση ακόμα να το κρίνω.

- Ξεχώρισε μας μία ή δύο προτάσεις από το βιβλίο που σημαίνουν κάτι ιδιαίτερο για εσένα. Πες μας και γιατί.

Θα προτιμούσα να μην το κάνω, γιατί είναι πεζός λόγος και τον πεζό λόγο δεν τον αντιλαμβάνομαι με αυτόν τον τρόπο. Ας ξεχωρίσουν οι αναγνώστες μια φράση που τους αρέσει. Αν ήταν ποίηση –που μου αρέσει ως αναγνώστη, αλλά έχω αποφασίσει από το πανεπιστήμιο πως δεν γράφω–, θα ήταν εύκολο να ξεχωρίσουμε ένα δίστιχο. Εδώ, υπάρχουν περισσότερο «στιγμές» που επαναλαμβάνονται σε πολλά από τα διηγήματα, όπως όταν ο κεντρικός χαρακτήρας ανάβει ένα τσιγάρο, που μας δίνουν μια παύση, και μας προϊδεάζουν ότι κάτι μεγάλο πρόκειται να συμβεί. Μετά, επειδή πάντα μου άρεσε πολύ ο κινηματογράφος, οι σκηνές δράσης έχουν μια κινηματογραφική υφή. Η βία στα διηγήματα αυτά είναι, ως έναν βαθμό, σκηνοθετημένη. Σε τέτοια πράγματα επικεντρώνομαι περισσότερο. Δεν με ενδιαφέρει να υπάρχει κάποιο punchline, αλλά, φυσικά, αν προκύψει είναι ευπρόσδεκτο.

- Ποια είναι τα μελλοντικά σχέδιά σου όσον αφορά τη συγγραφική σου ιδιότητά;

Έχω πολλά, γιατί κατά περιόδους δεν ήμουν ο συγγραφέας που περιμένει να βγάλει το πρώτο του βιβλίο για να ξεκινήσει να γράφει το δεύτερο. Ωστόσο, δεν έχω κάνει ακόμα καμία συζήτηση, ούτε έχω μοιραστεί κάτι με κάποιον που να μπορεί να το αξιοποιήσει. Είμαι πολύ χαρούμενος που κυκλοφόρησε η πρώτη μου συλλογή με διηγήματα, αλλά είναι ακόμα μια «out-of-body» εμπειρία για μένα, που δεν την έχω «χωνέψει» πλήρως. Φαντάσου, όταν έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο για πρώτη φορά, το έβλεπα σαν ένα βιβλίο που μόλις είχα αγοράσει. Είναι πολύ διαφορετικό να γράφεις τη νύχτα στο δωμάτιό σου από το να βλέπεις το βιβλίο σου τυπωμένο, με το λογότυπο του εκδοτικού οίκου. 

Διαβάστε περισσότερα: Την Κυριακή 7 Ιουνίου 2026, στις 19:00 και στο café-bar «Βυσσινόκηπος» (Ζωοδόχου Πηγής 27, Αθήνα), οι Εκδόσεις Ιωλκός και ο Γιώργος Δήμος θα παρουσιάζουν την νέα συλλογή διηγημάτων, «Επτά μέρες στην κόλαση».

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY