- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Όταν το 1967 άκουσα για πρώτη φορά τον Γρηγόρη Μπιθικώτση να τραγουδά «θα κλείσω τα μάτια», στάθηκα στον επίμαχο στίχο «Τη φτώχεια που μας έχει γονατίσει/ τη νιώθω μεγαλύτερη ντροπή». Φωτογράφιζε κατά κάποιο τρόπο την ηρωική διαδρομή των γονιών μας σε μια Ελλάδα που προσπαθούσε ακόμα να κλείσει τις πληγές του εμφυλίου. Τις επόμενες μέρες το τραγούδι αυτό του Άκη Πάνου εξαφανίστηκε από τα ραδιόφωνο ‒ έγινε κάτι σαν τραγούδι-φάντασμα. Χρόνια αργότερα έμαθα ότι το είχε απαγορέψει η Χούντα.
Μεγάλωνα στην Ελλάδα της δεκαετίας του εξήντα και του εβδομήντα όπου τα όνειρα άνθιζαν όπως ο βασιλικός στη γλάστρα. Έχω να θυμάμαι το κλοτσοσκούφι στις αλάνες και τις οσμές που μας μεθούσαν από το ανοιχτό παράθυρο κάποιας κουζίνας. Μικροί κόσμοι, στενά δρομάκια, άνθρωποι που η δρασκελιά τους δεν πήγαινε μακριά. Σ’ εκείνα τα χρόνια από πέτρα πήρα τα πρώτα μαθήματα φτώχειας – κι ήταν μαθήματα σκληρά. Είναι παράξενο αλλά σήμερα που το σκέφτομαι, ακόμα και οι επιθυμίες μας ήταν φτωχικές. Παθιαζόμασταν με το τίποτα, οι προσδοκίες μας δεν είχαν κάτι το εξαιρετικό, η γνώση ισχνή, η πληροφόρηση λειψή. Είναι να απορεί κανείς με ποια ερεθίσματα τρέφαμε την φαντασία μας. Την ένδειά μας την έβλεπε κανείς στα μπαλωμένα παντελόνια και στα παλιοπάπουτσα. Πώς να την κρύψουμε; Από την πλευρά μας διαβάζαμε το πρόσωπο μιας φτώχειας πιο σκληρής στα μυθιστορήματα του Ντίκενς. Είχε δίκιο ο Άκης Πάνου, που ένιωθε την φτώχεια μεγαλύτερη ντροπή.
Κι ύστερα ήρθε ένα ημιτελές μυθιστόρημα από ένα αγαπημένο συγγραφέα να φωτίσει αλλιώς το ζήτημα. Όταν στα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα κυκλοφόρησε Ο πρώτος άνθρωπος του Καμύ, όλοι εμείς που αγαπούσαμε τον γαλλοαλγερινό νομπελίστα σπεύσαμε να προμηθευτούμε τη μεταθανάτια έκδοση. Στις σελίδες αυτού του βιβλίου διέκρινα για πρώτη φορά την τρυφερή ματιά ενός ανθρώπου πάνω στην ανέχεια της παιδικής του ηλικίας. Θα έλεγε κανείς πως ένας ήλιος μεσογειακός θέρμαινε με το φως του τις παιδικές αναμνήσεις από τα δύσκολα χρόνια στο Αλγέρι. Ο Καμύ περιέγραφε νοσταλγικά το τοπίο της παιδικής του ηλικίας: « Η οδός Μπαμπ Αζούν ήταν ένας στενός δρομάκος με αμφίπλευρες καμάρες πάνω σε γιγάντιες τετράγωνες κολόνες, που τον έκαναν ακόμα στενότερο. Τις θερμές ημέρες, ο βαθυγάλαζος ουρανός κάλυπτε σαν καυτό καπάκι το δρόμο και μόνο κάτω από τις καμάρες δρόσιζε… οι Άραβες πουλούσαν γλυκά που κολυμπούσαν στο λάδι και στο μέλι, σκοτεινά και βαθιά καφενεία, όπου οι μηχανές του καφέ δούλευαν στο φόρτε …». Αναθυμόταν τις στοργικές επιπλήξεις του διευθυντή στο σχολείο, όταν του έλεγε: «Σβέλτα, κουνούπι. Ελπίζω να μην έκανες καμιά ανοησία». Μνημόνευε την αδυναμία που είχε η κατά τα άλλα τυραννική γιαγιά του για τον γιο της, τον θείο Έρνεστ ως το «…φαινόμενο της αδυναμίας μπροστά στην ομορφιά που κάνει τον κόσμο πιο υποφερτό». Κι ύστερα αναφερόταν ευθέως στη φτώχεια των παιδικών του χρόνων και στα μετρημένα αντικείμενα που χρησιμοποιούσαν στο σπίτι και δεν είχαν όνομα, όπως το «βάζο πάνω στο τζάκι», σε αντίθεση με το λαμπερό κεραμικό των Βοσγίων ή το σερβίτσιο Κεμπέρ που θαύμαζε στο σπίτι του θείου. Ο ήρωάς του με τον οποίο ταυτίζεται: «έζησε τα παιδικά του χρόνια σε μια φτώχεια γυμνή σαν τον θάνατο, ανάμεσα σε ουσιαστικά. Στου θείου του ανακάλυπτε τα κύρια ονόματα».
Η «φτώχεια και η μιζέρια» στο τραγούδι του Άκη Πάνου μεταμορφώθηκε αίφνης σε ευλογία μέσα σ’ ένα αήττητο καλοκαίρι που τύλιξε και πήρε μαζί του τον συγγραφέα του Ξένου. Έχει δίκιο τελικά ο Μπένγιαμιν όταν λέει πως στο λαϊκό τραγούδι ανακαλύπτει κανείς τον εαυτό του. Χρόνια τώρα «κλείνω τα μάτια» και ισορροπώ ανάμεσα στην σκληροτράχηλη στιχουργική ενός τραγουδοποιού και στη γλωσσική απόσταξη ενός μεσογειακού στοχαστή. Σκέφτομαι πως υπάρχει πάντα κάτι τρυφερό στην καρδιά της φτώχειας κι επιστρέφω ξανά με νοσταλγία σε εκείνα τα δύσκολα χρόνια που τα παιδιά της Μεσογείου μοιράζονταν ένα κομμάτι πικρό ψωμί.

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Μια συζήτηση με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου «Η νέα παγκόσμια τάξη, το δίκαιο της ισχύος» που συνέγραψε με τον καθηγητή και διεθνολόγο Κωνσταντίνο Φίλη
Η εβδόμη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Γιάλε-Γιάλε» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θεμέλιο
Η νουβέλα του Φραντς Βέρφελ συμπυκνώνει την πραγματικότητα της ζωής στην Αυστρία της δεκαετίας του 1920
Δεν υπάρχει πιο δραματική πλοκή από το ίδιο το ανθρώπινο είδος. Γεννιέται ατελές, ζει ανάμεσα σε άλλους ατελείς, γερνά και πεθαίνει. Η Στράουτ δεν προσπαθεί να το εξηγήσει ούτε να το παρηγορήσει. Το καταγράφει.
Η επετειακή έκθεση «Γεννάδειος 100» φωτίζει την εκατονταετή διαδρομή της Βιβλιοθήκης
Ο Διευθυντής τού ΟΣΔΕΛ Γιωργανδρέας Ζάννος μιλά αποκλειστικά στην ATHENS VOICE
Οι «Θεραπευτικές ιστορίες» δεν είναι ένα απλό ποιητικό βιβλίο. Είναι μια άτυπη, λεκτική παρτιτούρα, γραμμένη από έναν homo universalis της εποχής μας
Πόσο θηρίο μπορεί να γίνει ο άνθρωπος; Είναι υπερβολική η απαίτηση να αποδίδεται δικαιοσύνη;
Για αρκετές ώρες, η ταραχή μου για το αναίτιο αυτού του θανάτου κάτω από την τυφλή μπότα ενός περαστικού, συμπαρέσυρε κάθε λογική
Ο συγγραφέας, τινάζοντας τη σκόνη του χρόνου, μας δείχνει την ιστορία του διαβόητου πιστολά από την αρχή
Η εκδήλωση συγκέντρωσε διακεκριμένους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών από την Ελλάδα και το εξωτερικό
Πολιτική, χρήμα, εξουσία και η κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση
Η γλώσσα ως εργαλείο εξουσίας και χειραγώγησης στην εποχή των Ναζί αλλά και σήμερα
Το αρχέτυπο του αστυνομικού μυθιστορήματος γεννήθηκε από την πένα του κορυφαίου Αμερικανού λογοτέχνη
«Ποιος στην Ελλάδα λέει πάρτε 90.000 βιβλία;» - Η έκκληση του Λεωνίδα Κουρσούμη για το Πικέρμι και το μουσείο ελληνικής λογοτεχνίας
Η αυτοβιογραφία της καλύπτει μια πληθώρα θεμάτων της ζωής της με τον ίδιο ωμό, ευθύ, χιουμοριστικό και συχνά σοκαριστικό τρόπο.
«Playlist»: Το νέο ψυχολογικό θρίλερ του Sebastian Fitzek κυκλοφορεί στις 22 Απριλίου από τις Εκδόσεις Διόπτρα
Η άφθαρτη ιεροτελεστία του χειρόγραφου
Η ποιητική συλλογή κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.