Βιβλιο

10 πράγματα που (μάλλον) δεν γνωρίζατε για τον Φραντς Κάφκα

Στο βιβλίο «Κάφκα και κινηματογράφος. Ο κινηματογραφικός Κάφκα» του Νικόλαου-Ιωάννη Κοσκινά ξεδιπλώνεται μια αρκετά διαφορετική εικόνα του συγγραφέα

andronikos_papadatos-3
Ανδρόνικος Παπαδάτος
13’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Τάσος Αριδάς,  Μεγαλοφυούς εγκόσμιος ερημία, 2024- Από την έκθεση  «Κ. ή ο συλλογικός τρόμος του ατομικού. 17 Έλληνες καλλιτέχνες για τον Φραντς Κάφκα» στο Clam-Gallas Palace στην Πράγα
Τάσος Αριδάς, Μεγαλοφυούς εγκόσμιος ερημία, 2024- Από την έκθεση «Κ. ή ο συλλογικός τρόμος του ατομικού. 17 Έλληνες καλλιτέχνες για τον Φραντς Κάφκα» στο Clam-Gallas Palace στην Πράγα

Ίσως τελικά ο Κάφκα να μην ήταν ποτέ ο απομονωμένος συγγραφέας που φανταζόμαστε, αλλά ακριβώς το αντίθετο: ένας άνθρωπος υπερβολικά εκτεθειμένος στον κόσμο και στις δονήσεις του

Πόσοι από εμάς δεν έχουμε άραγε χρησιμοποιήσει έστω και μία φορά τη λέξη «καφκικό» για να περιγράψουμε μια ουρά στην εφορία ή μια παράλογη εμπειρία με το Δημόσιο; Το πρόβλημα είναι ότι μάλλον… δεν μιλάμε για τον Κάφκα. Γιατί ο πραγματικός Φραντς Κάφκα δεν είναι ακριβώς αυτό που νομίζουμε. Και μάλλον δεν ήταν ποτέ.

Νικόλαος-Ιωάννης Κοσκινάς, «Κάφκα και κινηματογράφος»

Με αφορμή το βιβλίο «Κάφκα και κινηματογράφος. Ο κινηματογραφικός Κάφκα» του Έλληνα ακαδημαϊκού Νικόλαου-Ιωάννη Κοσκινά, Αναπληρωτή Καθηγητή στο Τμήμα Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας, ξεδιπλώνεται μια αρκετά διαφορετική εικόνα του συγγραφέα: όχι του «προφήτη της γραφειοκρατίας» ή του ζοφερού ερημίτη της λογοτεχνίας, αλλά ενός βαθιά σύγχρονου δημιουργού που είχε εμμονή με την εικόνα, το βλέμμα, το σώμα, το χιούμορ, τον κινηματογράφο και τις νέες μορφές εμπειρίας που γεννούσε η νεωτερικότητα. Ίσως λοιπόν ο καλύτερος τρόπος να προσεγγίσει κανείς σήμερα τον Κάφκα να μην είναι μέσα από τα στερεότυπα που τον συνοδεύουν εδώ και δεκαετίες, αλλά μέσα από δέκα μικρές «ρωγμές» στη γνωστή εικόνα του.

Τα 10 πράγματα που μάλλον δεν γνωρίζατε για τον Φραντς Κάφκα

1. Ο Κάφκα δεν ήταν «καφκικός»

Σήμερα το επίθετο «καφκικός» χρησιμοποιείται σχεδόν ασυνείδητα για να περιγράψει κάθε παράλογη εμπειρία της καθημερινότητας. Ο «καφκικός» κόσμος της λαϊκής φαντασίας είναι γεμάτος σκοτεινή γραφειοκρατία, ζόφο και υπαρξιακή ασφυξία. Μόνο που αυτή είναι μάλλον μια μεταγενέστερη κατασκευή – και πιθανότατα όχι η πιο ενδιαφέρουσα εκδοχή του Κάφκα. Αν θέλουμε να προσεγγίσουμε τον πραγματικό Κάφκα, θα πρέπει πρώτα να ξεχάσουμε όσα νομίζουμε ότι ξέρουμε γι’ αυτόν. Ήδη από το 1947 ο Ζαν Πολ Σαρτρ έγραφε πως «για τον Κάφκα έχουν ήδη ειπωθεί τα πάντα». Πολλά από αυτά, όπως σημειώνει ο Κοσκινάς, είναι στην καλύτερη περίπτωση αυθαίρετα. Η ίδια η λέξη «καφκικός» είναι αποτέλεσμα αυτού που ο Μίλαν Κούντερα ονόμασε «καφκολογία»: μιας ατελείωτης παραγωγής ερμηνειών που τελικά κατασκευάζουν έναν μύθο: Ο άρρωστος συγγραφέας που πέθανε χωρίς να γνωρίσει την αναγνώριση. Ο μοναχικός εργένης. Ο καταπιεσμένος γιος που υπέφερε από τον κόσμο και γι’ αυτόν το λόγο δημιούργησε μόνο εφιαλτικά έργα. Ο Η ιστορία είναι τόσο δραματικά «τέλεια», ώστε θα μπορούσε να είναι υλικό για μια χολιγουντιανή «δραμεντί». Μόνο που ο πραγματικός Κάφκα δεν επιβεβαιώνει αυτή την εικόνα. Αυτό που συχνά εκλαμβάνεται ως «ζόφος» είναι στην πραγματικότητα κάτι πολύ πιο σύνθετο. Ο ίδιος ο Κάφκα δεν υπήρξε ποτέ τόσο «καφκικός» όσο επιμένουμε να τον φανταζόμαστε. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο «καφκικό» στοιχείο της ιστορίας του: ότι ένας συγγραφέας που αντιστεκόταν διαρκώς σε κάθε μορφή οριστικότητας μετατράπηκε τελικά ο ίδιος σε μύθο.

2. Δεν ήθελε να γίνει διάσημος – ίσως ακριβώς το αντίθετο

3 Ιουνίου 1924. Σε ένα σανατόριο κοντά στη Βιέννη πεθαίνει από φυματίωση ένας σχεδόν άγνωστος συγγραφέας, μόλις σαράντα ετών. Το όνομά του είναι Φραντς Κάφκα. Τη στιγμή του θανάτου του τίποτα δεν προμήνυε ότι έναν αιώνα αργότερα θα θεωρούνταν ένας από τους πιο επιδραστικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα. Όσο ζούσε είχε δημοσιεύσει ελάχιστα, περίπου το δέκα τοις εκατό του έργου που γνωρίζουμε σήμερα. Και αυτό έμοιαζε να μην τον ενοχλεί. Γιατί ο Κάφκα δεν φαίνεται να επιδίωξε ποτέ πραγματικά τη λογοτεχνική υστεροφημία. Αντίθετα, όλα δείχνουν πως αντιμετώπιζε το ίδιο του το έργο με μια βαθιά αμφιθυμία, σχεδόν με δυσπιστία. Η εκδοτική ιστορία του έργου του μοιάζει με αστυνομικό θρίλερ. Ο Κάφκα άφησε πίσω του όχι μία, αλλά δύο διαθήκες, ζητώντας από τον στενό του φίλο Max Brod να καταστρέψει σχεδόν όλα τα ανέκδοτα χειρόγραφα, τα ημερολόγια και τις επιστολές του. Αν ο Brod τον είχε υπακούσει, δεν θα είχαμε διαβάσει πιθανότατα ποτέ έργα που επηρέασαν καθοριστικά τη σύγχρονη λογοτεχνία όπως τη Δίκη ή τον Πύργο. Το 1933 η Gestapo κατέσχεσε έναν σημαντικό αριθμό χειρόγραφων του συγγραφέα, τα οποία παραμένουν μέχρι σήμερα χαμένα. Αυτό σημαίνει πως πολύ πιθανόν κάποτε να έχουμε την τύχη να διαβάσουμε μια νέα Μεταμόρφωση ή έναν νέο Αγνοούμενο!

«Στη Σωφρονιστική αποικία», Πειραιώς 260, Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου
«Στη Σωφρονιστική αποικία», Πειραιώς 260, Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου © Εύη Φυλακτού

Ο πραγματικός Κάφκα δεν προσφέρει λύσεις. Δεν σου επιτρέπει να σταθείς άνετα απέναντί του. Σε βάζει μέσα στη αβεβαιότητά του. Αυτό μπορεί να είναι τελικά πολύ πιο ανησυχητικό, είναι όμως ταυτόχρονα και πολύ πιο ειλικρινές.

3. Δεν δίνει απαντήσεις – και δεν θέλει να δώσει

Αν υπάρχει κάτι που κάνει τον Κάφκα να παραμένει απόλυτα σύγχρονος, είναι ότι αρνείται πεισματικά να «κλείσει». Τα έργα του δεν λειτουργούν σαν γρίφοι που περιμένουν τη σωστή λύση. Δεν υπάρχει ένα τελικό κλειδί που θα ξεκαθαρίσει τι «σημαίνει» το τέλος της Δίκης ή τι ακριβώς «συμβολίζει» Ο Πύργος. Κι εδώ, όπως επισημαίνει ο Κοσκινάς, βρίσκεται το βασικό λάθος στον τρόπο που διαβάζουμε τον Κάφκα: αναζητούμε συνεχώς «νόημα», ενώ θα έπρεπε πρώτα να παρατηρούμε πώς λειτουργεί το έργο του. Για τον Κάφκα το ζητούμενο δεν ήταν μόνο το τι θα ειπωθεί, αλλά – συχνά ακόμη πιο εμφατικά – το πώς, πότε και ενίοτε αν θα ειπωθεί.

Ο Τέοντορ Αντόρνο το είχε διατυπώσει ιδανικά: «Κάθε πρόταση λέει: ερμηνεύστε με, και καμία δεν ανέχεται την ερμηνεία». Είναι ίσως η πιο εύστοχη περιγραφή της εμπειρίας του να διαβάζεις Κάφκα. Γιατί όσο περισσότερο προσπαθείς να σταθεροποιήσεις το νόημα, τόσο περισσότερο αυτό μετακινείται. Κάθε ερμηνεία μοιάζει ταυτόχρονα πειστική και ανεπαρκής. Και όμως, αυτή ακριβώς η αστάθεια – εκείνη η στιγμή που προσπαθείς να ερμηνεύσεις τον Κάφκα και εκείνος σου γλιστρά ξανά μέσα από τα χέρια – είναι που κάνει το έργο του ανεξάντλητο.

Ο Μπόρχες έλεγε πως κλασικό είναι ένα έργο που παραμένει ανοιχτό σε ατέλειωτες ερμηνείες. Τα κείμενα του Κάφκα μοιάζουν σχεδόν να έχουν γραφτεί πάνω σε αυτή την αρχή. Δεν προσφέρουν βεβαιότητες· δημιουργούν πεδία έντασης όπου πολλαπλές αναγνώσεις μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς ποτέ να ακυρώνουν πλήρως η μία την άλλη. Κάπως έτσι κάθε εποχή ανακαλύπτει τον δικό της Κάφκα: τον υπαρξιστικό,τον θεολογικό, τον ψυχαναλυτικό, τον μεταμοντέρνο, τον οικοκριτικό, ακόμα και τον queer.

Το έργο του δεν λειτουργεί σαν σύστημα ιδεών, αλλά σαν εμπειρία ανάγνωσης. Καταδεικνύει κάτι απολύτως θεμελιώδες: ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν είναι ποτέ πλήρως ερμηνεύσιμη. Και ότι κάθε μηχανισμός που υπόσχεται απόλυτες εξηγήσεις – πολιτικός, ιδεολογικός ή ακόμη και λογοτεχνικός – κρύβει μέσα του κάτι επικίνδυνα απάνθρωπο. Ο πραγματικός Κάφκα δεν προσφέρει λύσεις. Δεν σου επιτρέπει να σταθείς άνετα απέναντί του. Σε βάζει μέσα στη αβεβαιότητά του. Αυτό μπορεί να είναι τελικά πολύ πιο ανησυχητικό, είναι όμως ταυτόχρονα και πολύ πιο ειλικρινές.

Ίσως τελικά ο Κάφκα να μην ήταν ποτέ ο απομονωμένος συγγραφέας που φανταζόμαστε, αλλά ακριβώς το αντίθετο: ένας άνθρωπος υπερβολικά εκτεθειμένος στον κόσμο και στις δονήσεις του.

4. Δεν ήταν αντικοινωνικός – ήταν βαθιά μέσα στην εποχή του

Ο Κάφκα παρουσιάζεται συχνά σαν ένας σχεδόν μυθικός «ερημίτης του πνεύματος»: μοναχικός, σιωπηλός, αποκομμένος από τον κόσμο, εγκλωβισμένος σε ένα ιδιωτικό σύμπαν αγωνίας και λογοτεχνικής εμμονής. Η εικόνα είναι γοητευτική. Και μάλλον παραπλανητική. Ακόμη κι αν ο ίδιος έγραφε πως «δεν είμαι τίποτε άλλο παρά λογοτεχνία, και δεν μπορώ και δεν θέλω να είμαι τίποτε άλλο», η πραγματικότητα δείχνει έναν άνθρωπο πολύ πιο βαθιά εμπλεκόμενο με την εποχή του απ’ όσο συνήθως φανταζόμαστε.

Ο Κάφκα δεν ζούσε έξω από τον κόσμο. Ζούσε μέσα του και κυρίως τον απορροφούσε με εξαιρετική ένταση. Κινούνταν καθημερινά στην πόλη του, την Πράγα, παρακολουθούσε στενά τις πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές της νεωτερικότητας, επισκεπτόταν συστηματικά θέατρα, καμπαρέ και κινηματογράφους και συμμετείχε ενεργά στη νέα αστική κουλτούρα των αρχών του 20ού αιώνα. Είχε φίλους, σχέσεις και ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στον κύκλο των καλλιτεχνών της Πράγας.

Πάνω απ’ όλα όμως υπήρξε – όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Κοσκινάς – «εξαιρετικά ευαίσθητος δέκτης των δονήσεων της εποχής»: ψυχικών, πολιτικών, αισθητικών και κοινωνικών. Ο Κάφκα δεν αποσύρεται από τον κόσμο, αλλά τον μετατρέπει σε εμπειρία γραφής. Και αυτό γίνεται εμφανές ακόμη και σε λεπτομέρειες που μοιάζουν σχεδόν παράταιρες με την καθιερωμένη εικόνα του. Για παράδειγμα, λίγοι γνωρίζουν ότι είχε κάποτε την ιδέα να δημιουργήσει μια σειρά από low-budget ταξιδιωτικούς οδηγούς με τον τίτλο Billig («Φτηνά»). Οι σημειώσεις του είναι απολαυστικές. Πότε έχουν δωρεάν είσοδο τα μουσεία; Πόσο φιλοδώρημα πρέπει να αφήσεις; Πού σε κλέβουν; Πού τρώνε οι ντόπιοι; Ακόμη και πού μπορεί κανείς να βρει «τίμια» ερωτικά θεάματα χωρίς να τον εξαπατήσουν. Η ιδέα ήταν εξαιρετικά σύγχρονη, απολύτως συμβατή με τη σημερινή κουλτούρα των travelapps και του budgettravelling. Το σχέδιο τελικά εγκαταλείφθηκε, επειδή δεν βρέθηκε ποτέ επενδυτής.

Και ξαφνικά η εικόνα του Κάφκα αλλάζει εντελώς. Δεν βλέπουμε πια μόνο τον «σκοτεινό» συγγραφέα που γράφει μόνος τα βράδια μετά τη δουλειά, αλλά έναν άνθρωπο βαθιά βυθισμένο στην εμπειρία της νεωτερικότητας. Το ίδιο ισχύει και για τη σχέση του με το σώμα, μια πλευρά που σπάνια χωρά στη δημόσια εικόνα του. Ήταν για παράδειγμα χορτοφάγος, επιλογή εξαιρετικά ασυνήθιστη για την εποχή του και ενδεικτική μιας ευρύτερης στάσης ζωής. Μόλις πέρυσι μάλιστα επανακυκλοφόρησε ένα βιβλίο μαγειρικής το οποίο χρησιμοποιούσε ο συγγραφέας με τον τίτλο «Kafkas Kochbuch» (το βιβλίο μαγειρικής του Κάφκα). Επιπλέον, κολυμπούσε συστηματικά, έκανε κωπηλασία, πεζοπορίες και έπαιζε τένις – κάτι μάλλον απρόσμενο για τον συγγραφέα που σήμερα έχει συνδεθεί σχεδόν αποκλειστικά με την εξάντληση, την ασθένεια και την ψυχική ασφυξία. Ίσως τελικά ο Κάφκα να μην ήταν ποτέ ο απομονωμένος συγγραφέας που φανταζόμαστε, αλλά ακριβώς το αντίθετο: ένας άνθρωπος υπερβολικά εκτεθειμένος στον κόσμο και στις δονήσεις του.

Το κινούμενο άγαλμα του Φραντς Κάφκα στην Πράγα
Το κινούμενο άγαλμα του Φραντς Κάφκα στην Πράγα © EPA/MARTIN DIVISEk

5. Το έργο του είναι πολιτικό – αλλά όχι με τον τρόπο που νομίζουμε

Ένας από τους πιο επίμονους μύθους γύρω από τον Κάφκα είναι ότι δεν υπήρξε πολιτικός συγγραφέας. Ότι το έργο του αφορά αποκλειστικά την υπαρξιακή αγωνία, την εσωτερικότητα ή κάποια αφηρημένη μεταφυσική δυσφορία. Στην πραγματικότητα, ισχύει ακριβώς το αντίθετο.

Όπως αποδεικνύει αναλυτικά ο Ν.Ι. Κοσκινάς στο Κάφκα και κινηματογράφος, ο Κάφκα υπήρξε από τους πρώτους συγγραφείς που διέκριναν με τέτοια καθαρότητα τη φύση της σύγχρονης εξουσίας: μιας εξουσίας που δεν λειτουργεί μόνο κατασταλτικά αλλά επιτηρεί, κανονικοποιεί και τελικά διαβρώνει την ίδια την υποκειμενικότητα. Μόνο που ο Κάφκα δεν γράφει πολιτική λογοτεχνία με τον προφανή τρόπο. Δεν κάνει ιδεολογική προπαγάνδα ούτε μετατρέπει τα κείμενά του σε πολιτικά μανιφέστα. Αυτό που τον ενδιαφέρει δεν είναι να καταγγείλει ευθέως την εξουσία, αλλά να δείξει τι συμβαίνει στο άτομο όταν παγιδεύεται μέσα στους μηχανισμούς της. Η πολιτική στον Κάφκα δεν κραυγάζει. Παρατηρεί. Και αυτό το βλέμμα είναι συχνά πιο ανησυχητικό από οποιαδήποτε άμεση καταγγελία. Η εξουσία δεν αναλύεται θεωρητικά, αλλά ενσωματώνεται στην ίδια την εμπειρία του ήρωα. Το πολιτικό στα κείμενά του δεν μπορεί συνεπώς ποτέ να διαχωριστεί από το οντολογικό. Το βασικό του ερώτημα δεν είναι απλώς πώς λειτουργεί η εξουσία, αλλά τι απομένει από τον άνθρωπο μέσα σε αυτές τις συνθήκες. Και αυτό είναι τελικά πολύ πιο πολιτικό.

Όλα τα παραπάνω ακούγονται ανησυχητικά επίκαιρα. Γι’ αυτό και τα έργα του χαρακτηρίστηκαν συχνά «προφητικά». Στην πραγματικότητα όμως – όπως υπογραμμίζει ο Κοσκινάς – ο Κάφκα δεν ήταν προφήτης, αλλά ένας εξαιρετικά οξυδερκής παρατηρητής. Δεν μιλούσε ως κάποιος που «έβλεπε» το μέλλον, αλλά ως κάποιος που είχε ήδη διακρίνει τα ρήγματα του παρόντος.

6. Είχε χιούμορ

Ο Κάφκα δεν είναι «ζοφερός». Αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα λάθη γύρω από το έργο του. Όποιος διαβάσει πραγματικά Κάφκα ανακαλύπτει ότι τα κείμενά του είναι γεμάτα χιούμορ. Ένα χιούμορ που συχνά θυμίζει μεν τη slapstic kαισθητική του βουβού κινηματογράφου, χωρίς ωστόσο να είναι εύκολο ή παρηγορητικό. Όπως διαβάζουμε στο Κάφκα και κινηματογράφος, το χιούμορ στον Κάφκα δεν λειτουργεί ως «ανάσα» μέσα στον εφιάλτη ούτε ως μηχανισμός αποφόρτισης της αγωνίας. Δεν υπάρχει για να κάνει το τραγικό πιο υποφερτό.

Ο Κάφκα γελάει, μόνο που δεν γελάει ποτέ με τους ήρωές του από θέση ανωτερότητας ούτε προσφέρει στον αναγνώστη την άνεση να αισθανθεί εξυπνότερος ή ασφαλέστερος από αυτούς. Γελάει με κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: με την ψευδαίσθηση του σύγχρονου ανθρώπου ότι είναι ελεύθερος. Γι’ αυτό το χιούμορ του συνδέεται τόσο στενά με την πολιτική διάσταση του έργου του. Και εδώ βρίσκεται το πιο ανατρεπτικό στοιχείο της γραφής του. Το χιούμορ του δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο, αλλά στρατηγικό εργαλείο. Λειτουργεί σαν μηχανισμός αποδόμησης της αυθεντίας. Δεν καταργεί τη σοβαρότητα, αλλά την αποσταθεροποιεί. Εκεί όπου η τραγωδία προϋποθέτει έναν σταθερό κόσμο αξιών και βεβαιοτήτων, το χιούμορ του Κάφκα εισάγει ρωγμές. Κάνει ακόμη και το πιο σοβαρό σύστημα να μοιάζει ξαφνικά εύθραυστο, παράλογο, σχεδόν γελοίο.

Τίποτα δεν συμπυκνώνει καλύτερα αυτή τη λογική από τον διάσημο αφορισμό του: «Ένα κλουβί βγήκε σε αναζήτηση πουλιού». Η εικόνα είναι ταυτόχρονα αστεία και βαθιά ανησυχητική. Όπως σημειώνει ο Κοσκινάς, το κενό κλουβί χρειάζεται το πουλί για να δικαιολογήσει την ύπαρξή του, όπως ακριβώς και ο «κενός» νόμος χρειάζεται ανθρώπους πάνω στους οποίους θα ασκήσει την εξουσία του. Το πραγματικά τρομακτικό δεν είναι η ύπαρξη του κλουβιού. Είναι ότι οι άνθρωποι συχνά δεν αντιλαμβάνονται καν πως βρίσκονται ήδη μέσα σε αυτό.

Στον Κάφκα δεν υπάρχουν «τέρατα» με τη συμβατική έννοια. Το αλλόκοτο γεννιέται μέσα από το απολύτως οικείο. 

7. Δεν έγραφε «δύσκολα»

Ο Κάφκα έχει χαρακτηριστεί συχνά ως ένας συγγραφέας «δύσκολος», σκοτεινός, σχεδόν απροσπέλαστος. Κι όμως, το παράδοξο είναι πως η ίδια η γλώσσα του βρίσκεται στον αντίποδα αυτής της εικόνας. Ο Κάφκα γράφει καθαρά, σχεδόν ψυχρά, χωρίς ρητορικά στολίδια και λογοτεχνικές επιδείξεις που δυσκολεύουν την ανάγνωση. Αντίθετα, όπως επισημαίνει και ο Ν.Ι. Κοσκινάς στο «Κάφκα και κινηματογράφος», η γραφή του είναι «γυμνή, νηφάλια και, ώρες ώρες, ανυπόφορα ρεαλιστική». Η δυσκολία του Κάφκα δεν βρίσκεται λοιπόν στο ύφος. Βρίσκεται σε αυτό που αποκαλύπτει. Γιατί, μέσα από αυτή την απόλυτα διαυγή γλώσσα, κατασκευάζει έναν κόσμο που μοιάζει φυσιολογικός, αλλά λειτουργεί με όρους βαθιά παράλογους. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι δεν χρειάζεται σχεδόν ποτέ να επιστρατεύσει το υπερφυσικό για να το πετύχει.

Στον Κάφκα δεν υπάρχουν «τέρατα» με τη συμβατική έννοια. Το αλλόκοτο γεννιέται μέσα από το απολύτως οικείο. Ένα γραφείο. Μια αίθουσα αναμονής. Μια πόρτα που δεν ανοίγει ποτέ. Μια διαδικασία χωρίς αρχή και τέλος. Ένας νόμος που υπάρχει παντού, αλλά δεν εξηγείται ποτέ. Όλα μοιάζουν κανονικά. Και ακριβώς γι’ αυτό γίνονται τόσο τρομακτικά. Ο κόσμος του δεν μοιάζει φανταστικός, αλλά, αντιθέτως, υπερβολικά γνώριμος, σαν μια ελαφρώς παραμορφωμένη εκδοχή της πραγματικότητας που ήδη βιώνουμε. Και ίσως εκεί να βρίσκεται το μεγάλο επίτευγμα του συγγραφέα: όσο πιο απλή γίνεται η γλώσσα του, τόσο πιο ασταθής γίνεται η πραγματικότητα που περιγράφει. Γι’ αυτό και το έργο του δεν είναι πραγματικά «δύσκολο». Είναι απλώς ανυπόφορα καθαρό.

Η «Μεταμόρφωση» του Κάφκα στο Olvio
Η «Μεταμόρφωση» του Κάφκα στο Olvio © Γιώργος Νικολαΐδης

8. Ήταν εξαιρετικός σκιτσογράφος

Όταν σκεφτόμαστε τον Κάφκα, συνήθως φανταζόμαστε λέξεις, χειρόγραφα, σημειωματάρια, νυχτερινό γράψιμο κάτω από το ισχνό φως μιας λάμπας. Σπάνια σκεφτόμαστε εικόνες. Κι όμως, η σχέση του με την εικόνα ήταν πολύ πιο βαθιά και οργανική απ’ όσο συνήθως πιστεύουμε. Ο Κάφκα δεν υπήρξε μόνο συγγραφέας· υπήρξε ένας δημιουργός με έντονα οπτική σκέψη, σχεδόν ένας «πολυμεσικός» καλλιτέχνης πριν ακόμη υπάρξει ο όρος. Αγαπούσε τη φωτογραφία και παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον τις νέες τεχνολογίες της εικόνας. Ταυτόχρονα σχεδίαζε ασταμάτητα.

Από το 1908 και μετά σκίτσα του εμφανίζονται διάσπαρτα σε ημερολόγια, τετράδια, σημειωματάρια και επιστολές προς τον MaxBrod, την αδελφή του Ottla ή τις αρραβωνιαστικιές του Felice Bauer και MilenaJesenská. Πρόκειται συχνά για γρήγορες γραμμές και παραμορφωμένες φιγούρες: σώματα που λυγίζουν, χωρίς γείωση, μορφές σχεδόν ακροβατικές, σαν να αιωρούνται στον αέρα, σαν να αψηφούν τον νόμο της βαρύτητας. Ο ίδιος αποκαλούσε τα σχέδια αυτά υποτιμητικά «μουτζούρες». Ωστόσο, μέσα σε αυτές τις «μουτζούρες» βρίσκουμε έναν ολόκληρο δεύτερο Κάφκα. Τα σκίτσα του δεν λειτουργούν ως απλές σημειώσεις στο περιθώριο του έργου του. Σε πολλές περιπτώσεις μοιάζουν να συνεχίζουν οπτικά αυτό που τα κείμενά του αδυνατούν – ή αρνούνται – να ολοκληρώσουν λεκτικά. Σαν η εικόνα να αναλαμβάνει εκεί όπου η γλώσσα φτάνει στα όριά της.

Όπως ακριβώς συνέβη και με τα χειρόγραφά του, ο Κάφκα επιθυμούσε μετά τον θάνατό του να καταστραφούν και τα σχέδιά του. Ευτυχώς, αυτό δεν συνέβη. Τα σκίτσα κατέληξαν κλειδωμένα για δεκαετίες σε ένα χρηματοκιβώτιο στη Ζυρίχη, σχεδόν ξεχασμένα, μέχρι που μια μακρά και περίπλοκη νομική διαμάχη επέτρεψε τελικά τη δημοσίευσή τους. Μόλις το 2021 κυκλοφόρησε ένας τόμος με περίπου 160 σχέδια του συγγραφέα, αποκαλύπτοντας μια εντελώς διαφορετική διάσταση του έργου του. Και ξαφνικά ο Κάφκα μοιάζει πολύ πιο σύγχρονος απ’ όσο τον φανταζόμαστε. Όχι μόνο επειδή «σκεφτόταν οπτικά», αλλά επειδή καταλάβαινε κάτι βαθύτερο: ότι ορισμένες εμπειρίες δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά με λόγια. Χρειάζονται εικόνες, γραμμές, παραμορφώσεις, χειρονομίες. Ίσως τελικά ο Κάφκα να μην ήταν απλώς ένας μεγάλος συγγραφέας. Ίσως να ήταν ένας δημιουργός εικόνων που έτυχε να χρησιμοποιεί τη γλώσσα.

Χειρόγραφα του Φραντς Κάφκα από τη συλλογή του Μax Brod, The National Library of Israel
Χειρόγραφα του Φραντς Κάφκα από τη συλλογή του Μax Brod, The National Library of Israel© EPA/ATEF SAFADI

9. Ήταν φανατικός θεατής του κινηματογράφου

Πολύ πριν ο κινηματογράφος θεωρηθεί «υψηλή τέχνη», πολύ πριν αποκτήσει θεωρία, αισθητική ή καλλιτεχνικό κύρος, ο νεαρός Κάφκα γοητεύεται από τις πρώτες «κινούμενες εικόνες». Όπως αναδεικνύει διεξοδικά ο Νικόλαος-Ιωάννης Κοσκινάς στο «Κάφκα και κινηματογράφος», η σχέση του συγγραφέα με το νεοσύστατο τότε μέσο υπήρξε βαθιά, ουσιαστική και βιωματική. Από τα ημερολόγια και τις επιστολές του προκύπτει μια εικόνα σχεδόν αναπάντεχη: ο Κάφκα είναι φανατικός σινεφίλ. Επισκέπτεται συστηματικά αίθουσες προβολής όχι μόνο στην Πράγα, αλλά και στα ταξίδια του ανά την Ευρώπη. Γνωρίζει απ’ έξω τα εβδομαδιαία προγράμματα προβολών, παρασύρει φίλους και αδελφές στις αγαπημένες του ταινίες, κρατά σημειώσεις για πράγματα που οι περισσότεροι θεατές πιθανότατα δεν θα πρόσεχαν καν. Και έπειτα συζητά γι’ αυτές για ώρες. Δεν τον συγκινούν μόνο οι ιστορίες. Τον μαγνητίζει η ίδια η εικόνα.

Σαν μικρό καρέ από χαμένη βωβή ταινία, μία σύντομη ημερολογιακή του καταγραφή μοιάζει να αποτυπώνει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τη σχέση του με το σινεμά: «Ήμουν στον κινηματογράφο. Έκλαψα». Η φράση μοιάζει σχεδόν κινηματογραφική από μόνη της. Μπορεί κανείς σχεδόν να τον δει: έναν άνδρα με μακρύ παλτό καθισμένο σε μια μισοσκότεινη αίθουσα κάπου στην Πράγα να παρακολουθεί απορροφημένος τις τρεμάμενες εικόνες πρώιμων βωβών μελοδραμάτων. Το φως της οθόνης αντανακλά στο πρόσωπό του. Η εικόνα πάλλεται. Οι μορφές κινούνται αποσπασματικά. Και πιθανόν τελικά αυτό να ήταν που συγκινούσε τόσο βαθιά τον Κάφκα στις σκοτεινές αίθουσες των πρώτων κινηματογράφων. Όχι απλώς οι ταινίες, αλλά το γεγονός ότι η ίδια η πραγματικότητα μπορούσε ξαφνικά να μοιάζει ξένη, ρευστή και ονειρική.

10. Έγραφε σαν… σκηνοθέτης

Και ξαφνικά ο κινηματογράφος δεν είναι απλώς διασκέδαση. Μετά την εμφάνιση των «κινούμενων εικόνων» ο τρόπος με τον οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος βλέπει τον κόσμο δεν μπορεί πλέον να παραμείνει ίδιος. Και ο Κάφκα το αντιλαμβάνεται αυτό σχεδόν αμέσως. Δεν επηρεάζεται απλώς από τον κινηματογράφο ως θεατής· αρχίζει να σκέφτεται κινηματογραφικά. Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο σημαντικά – και λιγότερο μελετημένα – «κλειδιά» για να διαβάσει κανείς σήμερα το έργο του.

Ο Κάφκα δεν γράφει όπως οι περισσότεροι συγγραφείς της εποχής του. Δεν οργανώνει απλώς γεγονότα μέσα σε μια συνεχή ρεαλιστική αφήγηση. Αντίθετα, τα κείμενά του μοιάζουν να λειτουργούν σαν ακολουθίες εικόνων, σαν «πλάνα». Ο σκεπτικισμός του Κάφκα απέναντι στη φθαρμένη γλώσσα της νεωτερικότητας τον οδηγεί σε μια μορφή αφήγησης που βασίζεται όλο και περισσότερο στην οπτικοποίηση, σε «προλεκτικά» στοιχεία που προηγούνται της γλώσσας ή την παρακάμπτουν εντελώς. Υπάρχουν απότομες αλλαγές εστίασης, μετατοπίσεις βλέμματος χωρίς προειδοποίηση, παύσεις, κενά, σιωπές, χειρονομίες που αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τις ίδιες τις λέξεις. Οι ήρωές του δεν κινούνται απλώς μέσα σε χώρους. Κινούνται μέσα σε κάδρα. Αυτό φαίνεται να εξηγεί γιατί τόσοι μεταγενέστεροι σκηνοθέτες – από τον Orson Welles μέχρι τον David Lynch ή τον Λάνθιμο – μοιάζουν να συνομιλούν μαζί του ακόμη κι όταν δεν τον διασκευάζουν άμεσα.

Όπως επισημαίνεται στη μελέτη του Κοσκινά, αυτό δεν αποτελεί απλή «επίδραση» του κινηματογράφου πάνω στη λογοτεχνία. Πρόκειται για κάτι πολύ βαθύτερο: για μια διαμεσική συνάφεια, για μια στιγμή όπου η λογοτεχνία αρχίζει να σκέφτεται με όρους εικόνας. Ο Κάφκα γράφει σχεδόν σαν να μοντάρει. Οι σκηνές του διαδέχονται η μία την άλλη όχι επειδή συνδέονται πάντα λογικά, αλλά επειδή παράγουν μια εμπειρία αστάθειας. Η συνέχεια διαρρηγνύεται διαρκώς. Το νόημα δεν σταθεροποιείται ποτέ πλήρως. Και κάπως έτσι η γραφή του αποκτά κάτι παράξενα σύγχρονο. Γιατί πολύ πριν από τη θεωρία του κινηματογραφικού μοντάζ ή τη μεταμοντέρνα αποσπασματικότητα, ο Κάφκα έχει ήδη καταλάβει ότι η σύγχρονη εμπειρία δεν βιώνεται πλέον ως ενιαία αφήγηση. Βιώνεται ως θραύσματα, ως εικόνες, ως στιγμές που ενώνονται αβέβαια μεταξύ τους. Και μέσα σε αυτόν τον ψυχρό, ασταθή χώρο, όπου τίποτα δεν εξηγείται πλήρως, ο αναγνώστης δεν καλείται να «καταλάβει». Καλείται να δει.

 «Γιοζεφίνε η αοιδός ή Ο λαός των ποντικιών», Εναλλακτική Σκηνή
«Γιοζεφίνε η αοιδός ή Ο λαός των ποντικιών», Εναλλακτική Σκηνή © Βαλέρια Ισάεβα

Και τελικά;

Ίσως το πιο ενδιαφέρον με τον Φραντς Κάφκα να μην είναι ότι τον έχουμε παρεξηγήσει, αλλά ότι συνεχίζουμε να τον παρεξηγούμε – και παρ’ όλα αυτά να επιστρέφουμε ξανά και ξανά σε αυτόν. Ο Κάφκα επιστρέφει διαρκώς. Όχι ως λογοτεχνικό μνημείο, αλλά ως τρόπος να δούμε τα υπαρξιακά και πολιτικά αδιέξοδα της σύγχρονης ζωής. Γιατί τα πραγματικά κλασικά έργα δεν εξαντλούνται ποτέ. Αλλάζουν μαζί μας και κάθε φορά φωτίζουν κάτι διαφορετικό.

Ο Κάφκα υπήρξε ένας από τους πλέον ανατρεπτικούς, πολυσχιδείς και πολυδιάστατους συγγραφείς του 20ού αιώνα. Ταυτόχρονα εγκαινίασε μια εντελώς νέα εποχή για τη λογοτεχνία. Όχι επειδή άλλαξε απλώς τη θεματολογία, αλλά επειδή άλλαξε τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να λειτουργεί η αφήγηση. Η λογοτεχνία του Κάφκα δεν προσφέρει οδηγίες χρήσης για τη ζωή. Δεν καθησυχάζει. Δεν παρηγορεί. Δεν εξηγεί. Ανοίγει ρήγματα διαλύοντας τις βεβαιότητες που κουβαλάμε για τον κόσμο, τη γλώσσα, ακόμα και για τον ίδιο μας τον εαυτό. Ίσως τελικά ο Κάφκα να μην είναι «δύσκολος» επειδή είναι περίπλοκος, αλλά επειδή απαιτεί κάτι που σπάνια κάνουμε πραγματικά ως αναγνώστες: να αλλάξουμε τον τρόπο που διαβάζουμε.

Το βιβλίο «Κάφκα και κινηματογράφος. Ο κινηματογραφικός Κάφκα» του Νικόλαου-Ιωάννη Κοσκινά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ροές και συνοδεύεται από εισαγωγικό σημείωμα του Σάββα Στρούμπου, του σκηνοθέτη που έχει ασχοληθεί εκτενώς με τη μεταφορά έργων του Κάφκα στο θέατρο, με πιο πρόσφατη τη σκηνική μεταφορά της «Γιοζεφίνε η αοιδός ή Ο λαός των ποντικιών» στην Εθνική Λυρική Σκηνή.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY