Ετοιμάζει νέο άλμπουμ, που θα ακουστεί πολύ, επιστρέφει για ένα διαφορετικό live στο Release Athens 2026 και μιλάει για όσα τον σημάδεψαν και όσα ο χρόνος έφερε
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Παύλος Παυλίδης: «Οι ακροατές είναι που κάνουν καλύτερο τον κόσμο»
Παύλος Παυλίδης - Συνέντευξη: Ο τραγουδοποιός και ποιητής μιλάει για τη μουσική και τη ζωή του πριν τη headline συναυλία του στο Release Athens 2026.
Aπόγευμα με μποτιλιάρισμα και η φωνή του Παύλου Παυλίδη φτάνει από την άλλη άκρη της γραμμής την ώρα που από το ραδιόφωνο του ταξί ακούγεται εκείνη της Rihanna. «Ωραία αυτή», λέει γελώντας χαλαρά. Φτάνοντας στην Πλατεία Νερού, παρατηρεί τον χώρο, προσπαθώντας να προσανατολιστεί ως θεατής στη σκηνή που θα φιλοξενήσει τη headline εμφάνισή του, την Κυριακή 5 Ιουλίου, με Pan Pan και Παιδί Τραύμα.
Έπειτα από μερικές λήψεις και αναμνηστικές φωτογραφίες, οδηγεί μέσα στην αθηναϊκή κίνηση με σταθερό χέρι, ενώ ακούμε τα νέα, ακυκλοφόρητα τραγούδια του – που έχουν ρυθμούς και στίχους που συγκρατείς με τη μία. Πίσω από την πολύβουη Ερμού, στη στοά Κορνάρου, στο Psyche Wine Bar Bistrot Restaurant, έναν χώρο αφιερωμένο στο καλό κρασί και τις νόστιμες μπουκιές, ο Αντώνης Μούγιας μάς υποδέχεται – κι ο Παύλος Παυλίδης εξηγεί πώς ο Αντώνης μαζί με τον αδερφό του και μια μικρή αλλά σπουδαία παρέα οραματίστηκαν κι έστησαν κάποτε το UP Festival στο Κουφονήσι και μετά στην Αιγιάλη της Αμοργού. Είναι ένα ωραίο μέρος για όσους θέλουν να βρουν ένα σημείο συνάντησης για μεγάλες συζητήσεις. Και μια τέτοια ξεκινάμε.
— Να αρχίσουμε από τον καινούργιο δίσκο; Τι ετοιμάζεις;
Είναι ένας δίσκος που σίγουρα έχει μια πολιτική και κοινωνική αιχμή, αλλά, όσο προχωράει η δημιουργία του, αρχίζει να συγκλίνει και προς πιο προσωπικά στοιχεία. Έγινε με τον τρόπο που έγινε και το «Μπρανκαλεόνε». Ίσως αυτή τη φορά τα τραγούδια μπήκαν ακόμη πιο προετοιμασμένα στο στούντιο. Υπάρχει καινούργιος παραγωγός, ο Χρήστος Λαϊνάς, με τον οποίο δουλεύουμε από τον προηγούμενο Νοέμβριο, και είμαστε σχεδόν έτοιμοι. Αν όλα πάνε καλά, θα έχουμε κυκλοφορία τον Οκτώβριο. Αλλά, κάθε φορά που μου ζητούν να περιγράψω έναν δίσκο, αισθάνομαι κάπως περίεργα. Είναι σαν να παρακολουθείς μια ταινία και κάποιος να σου ζητά να την αφηγηθείς όσο ακόμη προβάλλεται. Δεν έχω αποκτήσει την απόσταση που χρειάζεται για να δω καθαρά τι ακριβώς είναι αυτό που φτιάχνουμε. Είμαι ακόμη πολύ κοντά στα κομμάτια. Τα κοιτάζω από απόσταση αναπνοής. Νομίζω, όμως, πως κάποιος θα μπορούσε να πει ότι είναι η συνέχεια του «Μπρανκαλεόνε». Κινείται περίπου στο ίδιο σκεπτικό και στην ίδια διάθεση.
— Το πρώτο feedback τι λέει;
Υπάρχει ενθουσιασμός.
— Στις συναυλίες σου συναντιούνται άνθρωποι από πολλές γενιές. Τι πιστεύεις ότι αναγνωρίζουν οι νεότεροι σε τραγούδια που γράφτηκαν πριν γεννηθούν;
Ίσως, αν ένα τραγούδι είναι πραγματικά συνεπές απέναντι στον εαυτό του, να μπορεί να ταξιδεύει στον χρόνο. Ακούγεται κοινότοπο να λες ότι, αν κάτι έχει αυθεντικότητα, αντέχει στη φθορά, αλλά νομίζω ότι ισχύει. Διάβαζα πρόσφατα μια κουβέντα ανάμεσα σ’ έναν συγγραφέα κι έναν αναγνώστη. Ο συγγραφέας ρωτούσε πώς διακρίνεις μια αληθινή ιστορία από μια ψεύτικη. Κι ο αναγνώστης απάντησε: «Δεν υπάρχουν αληθινές και ψεύτικες ιστορίες. Υπάρχουν αυθεντικές και μη αυθεντικές». Κι όταν τον ρώτησε πώς τις ξεχωρίζεις, του είπε κάτι που με σημάδεψε: «Υπάρχει η ιστορία που μιλάει για σένα και υπάρχει κι εκείνη που μιλάει για όλους μας». Νομίζω ότι αυτό ισχύει και για τα τραγούδια. Όταν κάτι καταφέρνει να εκφράσει τους άλλους και όχι μόνο τον δημιουργό του, τότε αποκτά διάρκεια.
— Η συναυλία στο Release Athens έχει κάτι το τελετουργικό. Πόσο επηρεάζει ένας χώρος, στην προκειμένη περίπτωση η Πλατεία Νερού, τον τρόπο που ένα τραγούδι φτάνει στον κόσμο;
Πάρα πολύ. Κι έχουμε την τύχη πια στην Ελλάδα να υπάρχουν μεγάλα φεστιβάλ, που από μόνα τους αλλάζουν τη συνθήκη. Ένας χώρος σαν την Πλατεία Νερού ή ένα φεστιβάλ όπως το Release Athens δημιουργεί ένα ολόκληρο οικοσύστημα εικόνας και ήχου. Δεν λέω ότι ένας μικρός χώρος δεν μπορεί να απογειωθεί. Καμιά φορά οι πιο βαθιές εμπειρίες συμβαίνουν σε μικρά μέρη. Όταν όμως θες να παρουσιάσεις μια παραγωγή τέτοιου βεληνεκούς, αυτές οι υποδομές μετατρέπουν τη συναυλία σε κάτι άλλο. Η γενιά μου μεγάλωσε χωρίς τέτοιες συνθήκες. Στα 90s δεν υπήρχαν όλα αυτά.
— Έχεις δει αμέτρητες συναυλίες. Ποιες σου έχουν μείνει χαραγμένες στη μνήμη;
Η εμφάνιση του Ντέιβιντ Μπόουι στο τότε γήπεδο του Παναθηναϊκού ήταν συγκλονιστική. Στο «Heroes», τη στιγμή που ανέβηκε οκτάβα, είχα την αίσθηση ότι σηκώθηκε όλο το στάδιο δύο μέτρα πιο πάνω. Ήταν σαν οπτική ψευδαίσθηση. Τρόμαξα από το feeling εκείνης της στιγμής. Με είχε σοκάρει επίσης η Πάτι Σμιθ στο Rockwave. Έπαιζαν πριν οι Prodigy, επικρατούσε πανικός, και νόμιζα ότι μετά απλώς θα βγει μια σπουδαία κυρία που ο κόσμος θα παρακολουθήσει «μουσειακά». Και ξαφνικά βγαίνει στη σκηνή, τυλίγεται με το φουλάρι της κι αρχίζει να απαγγέλλει Γκίνσμπεργκ: «Everything is holy…». Και βλέπω είκοσι-τριάντα χιλιάδες ανθρώπους να τρέχουν προς τη σκηνή. Εκεί κατάλαβα τι μπορεί να μεταφέρει ένας άνθρωπος που κουβαλά μέσα του τα 60s και τα 70s. Ήταν σχεδόν μεταφυσικό.
— Δεν είσαι άνθρωπος της έκθεσης. Κι όμως δημιουργείς τεράστια σύνδεση με τον κόσμο.
Είναι ο χαρακτήρας μου αυτός. Απολαμβάνω να περπατάω στον δρόμο και να μην αισθάνομαι ότι κάθε μου βήμα συνοδεύεται από αναγνωρισιμότητα. Δεν μου είναι βολικό να βρίσκομαι στα φώτα, αν δεν έχω να πω το τραγουδάκι μου. Δεν θα μπορούσα να είμαι παρουσιαστής ή τηλεοπτικός άνθρωπος. Από την άλλη, έπειτα από τριάντα πέντε χρόνια, το πάλκο είναι πια το σπίτι μου. Όπως και η εθνική οδός. Είναι τρόπος ζωής.
— Είσαι βαθιά «στούντιο» άνθρωπος;
Απολύτως. Το στούντιο είναι από τα πράγματα που απολαμβάνω περισσότερο. Στο προσωπικό μου στούντιο, όπου φτιάχνω τις μακέτες των τραγουδιών, μπορώ να περνάω ατέλειωτες ώρες. Η διαδικασία της παραγωγής με φανατίζει ίσως περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε.
— Περισσότερο κι από το live;
Είναι διαφορετικό challenge. Η συναυλία απαιτεί κάτι πολύ συγκεκριμένο: να είσαι εκεί. Πραγματικά εκεί. Να ξεπεράσεις τον εαυτό σου μέσα σε δύο ώρες. Στο στούντιο υπάρχει χρόνος. Μπορεί να γίνει γιορτή. Στη σκηνή δεν υπάρχει δίχτυ ασφαλείας.
«Πάντα πίστευα ότι αυτά που πραγματικά σε αφορούν πρέπει να τα αφήνεις να μπουν όσο πιο βαθιά γίνεται μέσα σου. Δεν θέλω να ζήσω χίλια πράγματα. Αλλά τα δέκα που θα ζήσω θέλω να τα ζήσω στο φουλ.» - Παύλος Παυλίδης
— Το κοινό σου είναι εντυπωσιακά ετερόκλητο. Από μεταλλάδες μέχρι ανθρώπους της ηλεκτρονικής σκηνής.
Ίσως γιατί ποτέ δεν σκέφτηκα τη μουσική με όρους φυλής. Κι επίσης γιατί, αν σταματήσεις να παράγεις κι αρχίσεις απλώς να αναπαράγεσαι, γίνεσαι μουσειακός. Δεν θα με ενοχλούσε να δω τον Νιλ Γιανγκ και να μην παίξει ούτε ένα καινούργιο τραγούδι. Γιατί οι μεγάλοι καλλιτέχνες επινοούν κάθε φορά τη βραδιά από την αρχή. Δεν βγαίνουν στη σκηνή με μανιέρα. Βγαίνουν σαν να είναι η πρώτη φορά. Το ίδιο αισθάνθηκα όταν είδα τον Λέοναρντ Κοέν. Δεν έβλεπες έναν άνθρωπο που αναπαράγει τον εαυτό του. Έβλεπες έναν άνθρωπο που εξακολουθεί να ζει κάθε λέξη.
— Πάμε πίσω; Στη Βέροια; Το πρώτο διαβατήριο ήταν η μουσική ή το βιβλίο;
Το βιβλίο. Θυμάμαι ακόμη το πρώτο βιβλίο που μου χάρισε ο θείος μου, που ήταν δάσκαλος, με όλη τη σημασία της λέξης. «Ο μικρός θαλασσομάχος». Μετά ήρθε ο «Κόμης Μοντεχρίστος». Μετά ο Ιούλιος Βερν. Κάπως έτσι άρχισα να συχνάζω στη βιβλιοθήκη της Βέροιας, και οι άνθρωποι που δούλευαν εκεί άρχισαν να μου προτείνουν ποιητές. Νομίζω, εκεί ξεκίνησε πραγματικά η σχέση μου μ’ αυτό που κάνω.
— Η μουσική πότε μπήκε σοβαρά στη ζωή σου;
Γύρω στα δώδεκα, στην αρχή της εφηβείας. Κι αμέσως κατάλαβα ότι αγαπημένο μου είδος είναι εκείνο στο οποίο συναντιούνται η ποίηση και η μουσική. Είχα καταπληκτικούς φίλους. Ένας απ’ αυτούς, ο Δαμιανός, τσελίστας, με μύησε στον Μπαχ, τον Μάλερ, τον Μπερλιόζ, τον Ντεμπισί, τον Ραβέλ. Θυμάμαι τον εαυτό μου στα δεκαπέντε να ακούω ξανά και ξανά το «Boléro» του Ραβέλ και να μη θέλω να βγω από κει μέσα. Ήταν σαν να μπαίνεις σ’ ένα δάσος.
— Τι σου έδωσε η επαρχία;
Μεγάλωσα στην άκρη της πόλης, κυριολεκτικά δίπλα σ’ ένα δάσος. Και νομίζω ότι άργησα να ωριμάσω με τον τρόπο που ωριμάζουν τα παιδιά των πόλεων. Το αισθάνομαι μέχρι σήμερα αυτό. Αλλά η ανωριμότητα έχει δύο όψεις. Καθώς αργείς να μεγαλώσεις, κρατάς και κάτι πιο νέο μέσα σου. Ένα πιο φρέσκο βλέμμα. Και ίσως για έναν καλλιτέχνη αυτό να είναι πλεονέκτημα.
— Το παιδί εκείνο υπάρχει ακόμη;
Αυτό προσπαθώ να προστατεύσω περισσότερο απ’ όλα. Πάντα έλεγα ότι δυνατός άνθρωπος είναι αυτός που καταφέρνει να προστατεύσει το παιδί μέσα του. Έχω παίξει πολύ στη ζωή μου. Πολύ. Κι αυτό εξακολουθώ να κάνω μέσω της τέχνης. Αν νιώθω περήφανος για κάτι, είναι για το ότι η έννοια του παιχνιδιού παραμένει μέσα μου ζωντανή.
— Έπαιζες για να κερδίσεις;
Όχι ιδιαίτερα. Δεν ήμουν ποτέ το παιδί που θα πανηγύριζε επειδή νίκησε. Πολλές φορές στενοχωριόμουν κιόλας όταν έβλεπα τους άλλους να χάνουν. Ζούμε σ’ έναν κόσμο που εκπαιδεύει τα παιδιά να νικούν συνέχεια. Αλλά κάπως έτσι «τρώμε τα γκολάκια», όπως έλεγε ένας φίλος μου ναυτικός.
— Στα 24 έφυγες για Παρίσι. Γιατί;
Γιατί αισθανόμουν ότι, αν δεν έφευγα, θα πέθαινα. Πήγα για να χαθώ στον κόσμο. Νομίζω ότι πρόλαβα το τελευταίο κομμάτι του παλιού Παρισιού. Το Παρίσι των Mano Negra και των Négresses Vertes. Και ταυτόχρονα γεννιόταν η ατμόσφαιρα που βλέπεις στο «Μίσος». Η αρχή του γαλλικού hip hop. Δεν υπήρχαν ακόμη πολυβόλα στο μετρό.
— Ζούμε σε μια εποχή όπου πολλοί μιλούν και λίγοι ακούν. Τι σημαίνει για σένα πραγματική ακρόαση;
Αισθάνομαι ότι στη ζωή μου υπήρξα πιο φλύαρος απ’ όσο θα ήθελα. Αλλά επειδή είμαι παρατηρητής, αυτό με βοήθησε ν’ ακούσω τους ανθρώπους που άξιζε να ακούσω. Πιστεύω ότι είναι πιο χρήσιμο να είσαι σπουδαίος ακροατής παρά σπουδαίος αφηγητής. Γιατί μπορεί κάποιος να έχει μεγάλο αφηγηματικό ταλέντο, αλλά να λέει ρηχά πράγματα. Οι ακροατές είναι που κάνουν καλύτερο τον κόσμο.
— Υπάρχουν πόλεις που σε μαθαίνουν να βλέπεις αλλιώς τους ανθρώπους;
Όλες. Κάθε πόλη εκπέμπει σε μια διαφορετική συχνότητα. Ακόμη και οι μικρές επαρχιακές πόλεις έχουν τη δική τους μυθολογία και τους δικούς τους ήρωες. Κι όταν λέω ήρωες, δεν εννοώ απαραίτητα γενναίους ανθρώπους. Εννοώ τις μορφές που διαμορφώνουν τη φαντασία ενός παιδιού.
— Θυμάσαι πώς γράφτηκε το «Αρχίζω και θυμάμαι»;
Πολύ καθαρά. Ήμασταν με τα Ξύλινα Σπαθιά στο Μάντσεστερ. Εγώ ήμουν άρρωστος στο ξενοδοχείο, με πυρετό. Ξυπνάω χαράματα και βλέπω την ανατολή σε μια πόλη που μου είχε φανεί τρομερά σκοτεινή. Και σκέφτηκα την αδερφή μου, που ζει στην Αυστραλία. Ότι εκείνη τη στιγμή, όταν για μένα ξημέρωνε, για εκείνη, στην άλλη άκρη της Γης, νύχτωνε. Κι άρχισα να σκέφτομαι αυτή την τροχιά του κόσμου, ότι κάπου πάντα ανατέλλει και κάπου πάντα δύει ο ήλιος. Κι έτσι γράφτηκε η πρώτη στροφή.
Μετά πετάξαμε για Ρόδο. Φτάνουμε βράδυ, καταιγίδα, τρομερή προσγείωση, ένα τεράστιο ξενοδοχείο με ατέλειωτους διαδρόμους. Και ξαφνικά blackout σε όλο το νησί. Απόλυτο σκοτάδι. Βγαίνω στους διαδρόμους μ’ έναν αναπτήρα στο χέρι και αισθάνομαι ότι βρίσκομαι στη «Λάμψη» του Κιούμπρικ. Περίμενα να δω τα κοριτσάκια στο βάθος του διαδρόμου. Μας έδωσαν κάτι κεριά και κάθισα στο δωμάτιο βλέποντας τους κεραυνούς στο φουρτουνιασμένο πέλαγος. Εκεί γράφτηκε η δεύτερη στροφή. Είναι φοβερό, γιατί το φωτεινό κομμάτι του τραγουδιού γράφτηκε στην πιο σκοτεινή πόλη που είχα βρεθεί ποτέ και το σκοτεινό στο νησί του φωτός. Και στην ουσία αυτό λέει το τραγούδι: ότι δεν γίνεται να ξημερώνει συνέχεια, ούτε και να βραδιάζει συνέχεια. Κάποια στιγμή θα βρεθείς στο φως, κάποια άλλη στο σκοτάδι. Το σημαντικό είναι να μπορείς να ανακαλύπτεις τον κόσμο απ’ την αρχή. Να τον ερωτεύεσαι ξανά.
— Τι είναι πιο επικίνδυνο για έναν καλλιτέχνη; Να μην έχει χρήματα ή να έχει αρκετά;
Το να μην έχεις χρήματα στην αρχή μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο. Αλλά το να μη φτάνουν ποτέ μπορεί να γίνει αντικίνητρο. Από την άλλη, αν θέλεις να φτιάξεις πράγματα –μια παράσταση, ένα άλμπουμ–, να υλοποιήσεις ένα όραμα, χρειάζεσαι πόρους. Προσωπικά ποτέ δεν αισθάνθηκα απέχθεια για το χρήμα. Αν μπορώ να το αξιοποιήσω δημιουργικά, το κάνω με χαρά. Και ποτέ δεν έκρινα τους ανθρώπους με βάση την οικονομική τους επιφάνεια. Δεν πίστεψα ποτέ ότι όποιος έχει χρήματα είναι αυτομάτως κάποιος που δεν θέλω να συναντήσω.
— Έχεις ζήσει από τις κασέτες και το tape trading μέχρι το streaming και το AI. Πώς βλέπεις αυτή τη μετάβαση;
Είναι υπέροχο που η πληροφορία ταξιδεύει τόσο γρήγορα. Αλλά ταυτόχρονα ζούμε μέσα σε υπεραφθονία. Σωρεύονται βουνά πληροφορίας και γίνεται όλο και πιο δύσκολο να εστιάσεις σ’ αυτό που πραγματικά θα σε συγκινήσει. Τα home studios πλέον είναι διαστημόπλοια. Ένα παιδί δέκα χρονών μπορεί να μπει μέσα και να κάνει κάτι σπουδαίο. Το AI συμμετέχει ήδη σ’ όλα αυτά. Εγώ το χρησιμοποιώ λίγο για παιχνίδι. Του ζητάω να γράψει τραγούδια «σαν τον Παυλίδη» και γελάω αρκετά. Αλλά τρόμαξα όταν του ζήτησα να γράψει σαν τον Μπομπ Ντίλαν. Ήταν σαν να τον ήξερε πάρα πολύ καλά.
— Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη λέξη που τραγουδιέται και στη λέξη που μένει στο χαρτί;
Τα όρια είναι πολύ ασαφή. Στην Ελλάδα έχουμε τεράστιους συνθέτες και ποιητές. Δεν μπορώ να σκεφτώ μεγαλύτερο παράδειγμα από τον τρόπο που ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε τον Οδυσσέα Ελύτη. Ακούς φράσεις που πιστεύεις ότι είναι αδύνατο να μελοποιηθούν, και ξαφνικά γίνονται τραγούδι. Τότε καταλαβαίνεις ότι η αληθινή ποίηση εμπεριέχει ήδη τη μουσική της.
— Υπάρχει κάποια περιπέτεια που τότε σου φάνηκε λάθος, αλλά σήμερα καταλαβαίνεις πόσο σε διαμόρφωσε;
Πάρα πολλές. Ήμασταν άτακτα παιδιά. Έχω κάνει πράγματα που την ώρα που τα ζούσα ήξερα ότι είναι λάθος, αλλά ταυτόχρονα τα απολάμβανα ακραία. Αλλά, αν δεν πεθάνεις, όλα οκέι.
— Πώς σε άλλαξε η πατρότητα;
Δεν συνειδητοποίησα πότε έγινε η αλλαγή. Αλλά υπάρχει σ’ αυτήν κάτι πολύ σημαντικό: ξαφνικά βγαίνεις εσύ από το κέντρο και μπαίνει κάποιος άλλος. Κι αυτό αλλάζει τη θέα σου προς τον κόσμο. Επίσης σε κάνει καλύτερο μάγειρα.
— Τι σε συγκινεί περισσότερο σε μια συναυλία;
Το πιο άμεσο πράγμα είναι να ακούς τον κόσμο να τραγουδά μαζί σου. Αυτό είναι πάντα συγκλονιστικό. Αλλά υπάρχουν και στιγμές άλλου τύπου. Θυμάμαι τους Portishead στο Rockwave. Είκοσι χιλιάδες άνθρωποι σιωπούσαν κοιτώντας προς το ίδιο σημείο. Για πρώτη φορά αισθάνθηκα ότι μια αρένα μετατρεπόταν σε ναό. Ότι συμμετείχαμε όλοι σε κάτι ιερό.
— Υπάρχει κάτι που παλιότερα το έπαιρνες πολύ σοβαρά και σήμερα όχι;
Τον εαυτό μου. Όλοι το κάνουμε λίγο αυτό όταν είμαστε νεότεροι. Αλλά και την άποψη των άλλων για μένα.
— Από τα 80s και τη Θεσσαλονίκη μέχρι σήμερα τι έχει αλλάξει περισσότερο;
Στα 80s δεν είχα ακόμη επαγγελματική σχέση με τη μουσική. Με τα Ξύλινα Σπαθιά άρχισε να τρίβεται η ψυχή μας στους μεγάλους δρόμους. Το πάθος όμως δεν αλλάζει. Η όρεξη που έχω σήμερα να ανακαλύψω ένα καινούργιο τραγούδι είναι ίδια μ’ αυτήν που είχα στα δεκαπέντε. Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος που ζεις. Δεν ζω στα εξήντα όπως στα δεκαοχτώ. Ούτε στα τριάντα ζούσα όπως στα είκοσι. Αλλά ποτέ δεν υπήρξα συλλέκτης εμπειριών. Δεν πίστεψα ποτέ ότι πρέπει να διαβάσω όσο περισσότερα βιβλία γίνεται ή να ακούσω όσο περισσότερη μουσική γίνεται. Πάντα πίστευα ότι αυτά που πραγματικά σε αφορούν πρέπει να τα αφήνεις να μπουν όσο πιο βαθιά γίνεται μέσα σου. Δεν θέλω να ζήσω χίλια πράγματα. Αλλά τα δέκα που θα ζήσω θέλω να τα ζήσω στο φουλ.
—Τι σημαίνει αυτό στην πράξη;
Ότι προσπαθώ να βάζω όσο το δυνατόν μικρότερη ασπίδα ανάμεσα σ’ εμένα και στη ζωή. Όσο λιγότερο προστατεύεσαι από την ακτινοβολία της πραγματικότητας, τόσο πιο βαθιά ζεις. Αυτό ισχύει και για τη μουσική και για τις σχέσεις και για τα ταξίδια και για τις συναυλίες.
— Τι θυμάσαι από τη συναυλία των Rolling Stones που ανοίξατε στο ΟΑΚΑ;
Θυμάμαι να περιφερόμαστε με τον Βασίλη Γκουνταρούλη backstage και όλη αυτή την αίσθηση ότι πίσω από το τεράστιο σκηνικό υπήρχαν εκατοντάδες άνθρωποι που δούλευαν ασταμάτητα. Μας είχαν βάλει σ’ ένα μικρό καμαρίνι και μας είπαν ότι εκεί αλλάζει τα κοστούμια του ο Μικ Τζάγκερ.
Θυμάμαι επίσης τον μπασίστα μας, τον Χρήστο Τσαμπράση, να έρχεται πριν βγούμε και να μου λέει: «Έχω πρόβλημα». «Μη μου το κάνεις αυτό», του λέω. «Όχι σήμερα». Και τον ρωτάω ποιο είναι το πρόβλημα. «Δεν έχω άγχος», απαντάει. «Και γιατί αυτό είναι πρόβλημα;» απορώ. Με κοιτάει στα μάτια και μου λέει: «Όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες είχαν άγχος». «Μη φοβάσαι», του λέω, «είσαι μια χαρά καλλιτέχνης. Μπορούμε να πάμε να παίξουμε». Τα Ξύλινα Σπαθιά απέφευγαν πάντα και λίγο αυτή τη λογική του «πάμε να φωτογραφηθούμε με τους μεγάλους». Παίζαμε και φεύγαμε. Δεν μας ενδιέφερε να αποδείξουμε κάτι μέσα από τη λάμψη κάποιου άλλου.
Λίγο πριν σηκωθεί από το τραπέζι, ο Παύλος Παυλίδης επιστρέφει σχεδόν ασυναίσθητα στην ιδέα που διαπερνά όλη τη συζήτηση: την ανάγκη να παραμένεις ανοιχτός απέναντι στον κόσμο, σαν να τον αντικρίζεις για πρώτη φορά. «Το σημαντικό», λέει ξανά, «είναι να μπορείς να ερωτεύεσαι τον κόσμο κάθε μέρα από την αρχή». Και ίσως τελικά αυτή να είναι η βαθύτερη εξήγηση γιατί τα τραγούδια του εξακολουθούν να συναντούν ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και «φυλών»: γιατί δεν γράφονται από κάποιον που αισθάνεται ότι τα έχει καταλάβει όλα, αλλά από κάποιον που συνεχίζει να κοιτάζει τον κόσμο με την περιέργεια ενός παιδιού που ψάχνει ακόμη θησαυρούς στην άμμο.
Δειτε περισσοτερα
Ένα φιλόδοξο εγχείρημα που διδάσκει στην πράξη διαχείριση απορριμμάτων, ανακύκλωση και κυκλική οικονομία στα νησιά
Με αφορμή τα 1000 τεύχη της Athens Voice, καταγράφουμε όλα όσα κάνουν αυτή την πόλη δική μας.
Με αφορμή τα 1000 τεύχη της ATHENS VOICE, ο φωτογράφος Τάσος Ανέστης μιλά για τα Αναφιώτικα, το μικρό κυκλαδονήσι που κρύβεται κάτω από την Ακρόπολη
Με αφορμή τα 1000 τεύχη της ATHENS VOICE, ο ζωγράφος μιλά για την Πλατεία Αμερικής, ένα αθηναϊκό μωσαϊκό ανθρώπων, εικόνων και αλλαγών
Με αφορμή τα 1000 τεύχη της ATHENS VOICE, ο Δημήτρης Κάσδαγλης μιλά για το πνεύμα, την κληρονομιά και τη βραχνή, περήφανη φωνή της Αθήνας