Οι Ιστοριες σας

Ό,τι απέμεινε από τη νύχτα

Η μοναξιά, η μη-σχέση και μια νύχτα χωρίς συνέχεια

Μάκης Μακκάς
Μάκης Μάκκας
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ό,τι απέμεινε από τη νύχτα
© Bobby / Unsplash

Αστικές Ιστορίες: μικρές ιστορίες της πόλης, που εστιάζουν στις σχέσεις, στις αποστάσεις, στις επιθυμίες και στις ματαιώσεις των ανθρώπων μέσα στην καθημερινότητά τους

Η Χριστίνα ανοίγει τα μάτια της στο μεγάλο σπίτι στα νότια προάστια.
Όλα είναι στη θέση τους — έπιπλα, φως, τάξη.

Και όμως, κάτι λείπει.

Όχι κάτι που φαίνεται.
Κάτι πιο χαμηλό.
Πιο σιωπηλό.
Σαν μια ρωγμή που δεν ακούστηκε ποτέ.

Το σπίτι λειτουργεί.
Αλλά δεν κατοικείται.

Τα παιδιά λείπουν για λίγες μέρες. Η σιωπή απλώνεται παντού, βαριά, σχεδόν υλική. Κρατά το σώμα της σφιχτό. Η σκληρότητα έγινε τρόπος να αντέχει. Κάποτε πίστεψε πως της δίνει δύναμη. Τώρα καταλαβαίνει πως απλώς την κρατά μόνη.

Σηκώνεται μηχανικά. Ο καφές ζεστός στο χέρι. Ανοίγει το κινητό.

Όχι γιατί περιμένει κάποιον.
Αλλά γιατί χρειάζεται κάποιος να τη δει.

Οι εφαρμογές γνωριμιών ανοίγουν σαν μικρά παράθυρα επιβεβαίωσης. Κάθε κίνηση του αντίχειρα, μια υπόσχεση. Όχι αγάπης. Όχι σχέσης. Μόνο ύπαρξης.

Κάθε προετοιμασία για έξοδο είναι τελετουργία. Το ντύσιμο, το μακιγιάζ, η επιλογή. Δεν ετοιμάζεται για κάποιον άλλον. Ετοιμάζεται για να νιώσει ότι υπάρχει.

Όχι αρκετά για να γεμίσει το κενό.
Αλλά αρκετά για να μην το νιώσει ολόκληρο.

Ο Λουκάς ζει σε έναν χώρο που δεν του ανήκει.
Όπως και η ζωή του.

Ένα μικρό διαμέρισμα στην Αχαρνών. Φιλοξενούμενος. Περαστικός. Τα πράγματα γύρω του προσωρινά. Όπως και οι άνθρωποι.

Τα παιδιά έχουν απομακρυνθεί. Οι φίλοι λιγόστεψαν. Οι υποχρεώσεις τον βαραίνουν. Ξέρει ότι «παίζει τα ρέστα του». Κάθε απόφαση μοιάζει ρίσκο. Κάθε μέρα, μια προσπάθεια να κρατηθεί.

Έμαθε να προλαβαίνει την απόρριψη.
Να φεύγει πριν μείνει.
Να λέει «next» πριν προλάβει να πονέσει.

Αλλά όταν πρόκειται για εκείνη, κάτι αλλάζει.

Όχι γιατί την ερωτεύεται.
Αλλά γιατί, για λίγο,
νιώθει ξανά ορατός.

Κρατά ακόμη κάτι από τον παλιό του εαυτό — το στυλ, τη γοητεία, την ικανότητα να διεκδικεί. Ένας καταφερτζής που ξέρει να κινείται, να λέει, να παίζει. Ακόμη κι αν μέσα του ξέρει ότι το παιχνίδι έχει αλλάξει.

Στο μπαρ δεν υπάρχει σύγκρουση.

Υπάρχει εκφόρτιση.

Η Χριστίνα μιλά για τη σκληρότητα που την κράτησε όρθια και για τις σχέσεις που δεν άντεξαν.
Ο Λουκάς μιλά για τη φθορά, για τις απώλειες, για τη ζωή που στένεψε.

Κανείς δεν αμφισβητεί τον άλλον.
Κανείς δεν ζητά περισσότερα.

Απλώς, για λίγο,
κάποιος ακούει.

Και αυτό αρκεί για να ανοίξει ο χώρος της έλξης.

Τα βλέμματα κρατάνε λίγο παραπάνω. Τα αγγίγματα καθυστερούν. Τα σώματα θυμούνται κάτι που είχαν ξεχάσει.

Όχι τον άλλον.
Τον εαυτό τους μέσα στον άλλον.

Μετά το μπαρ, σχεδόν μεθυσμένοι, ανεβαίνουν σε ένα σημείο με θέα τη θάλασσα.

Η πόλη απλώνεται από κάτω.
Η νύχτα τους περιβάλλει.

Η Χριστίνα χαλαρώνει τις άμυνες.
Ο Λουκάς επιστρέφει για λίγο σε αυτό που ήταν.

Η ένταση είναι σωματική, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι μια πείνα για ζωή. Μια ανάγκη να νιώσουν.

Ξέρουν.

Ξέρουν ότι δεν θα κρατήσει.

Αλλά δεν σταματούν.

Γιατί αυτό που ζουν δεν είναι σχέση.
Είναι παυσίπονο.

Η επιστροφή είναι σιωπηλή.

Η πραγματικότητα επιστρέφει πρώτη.
Οι υποχρεώσεις, τα παιδιά, τα χρήματα, οι ενοχές.

Το σώμα θυμάται.
Το μυαλό απομακρύνεται.

Το επόμενο πρωί δεν χρειάζεται εξήγηση.

Το κενό επιστρέφει στη θέση του.

Το ghosting δεν είναι απόφαση.
Είναι αδυναμία.

Η Χριστίνα επιστρέφει στη ζωή της. Στα παιδιά της. Στη ρουτίνα που γεμίζει, αλλά δεν αγγίζει.
Ο Λουκάς επιστρέφει στον περιορισμένο του κόσμο, κρατώντας μόνο μια αίσθηση του ποιος ήταν.

Κανείς δεν φταίει.

Απλώς δεν μπόρεσαν.

Γιατί δεν συναντήθηκαν ποτέ πραγματικά.

Απλώς
σταμάτησαν για λίγο
να είναι μόνοι.

Και έξω—

ο κόσμος συνεχίζει.

Σαν σφαγείο χωρίς θόρυβο.

Ο καθένας κουβαλά μέσα του μια λεπίδα — στην ψυχή, στον λόγο.
Και το αίμα που κυλά δεν φαίνεται πάντα.

Έχει χρώμα μοναξιάς,
φόβου,
θυμού,
απόγνωσης.

Και ξεχειλίζει
από τις οθόνες
μέσα στα δωμάτιά μας.

Οι άνθρωποι περιφέρονται σαν άστεγες ψυχές. Χωρίς εσωτερική στέγη να χωρέσει το συναίσθημα. Χωρίς χρόνο να το καταλάβουν. Χωρίς χώρο να το μοιραστούν.

Το τραύμα δεν γίνεται ιστορία.
Δεν γίνεται νόημα.

Μόνο επαναλαμβάνεται.

Σε σχέσεις που δεν αντέχουν.
Σε βλέμματα που δεν μένουν.
Σε λέξεις που δεν αγγίζουν.

Κι όμως—

κάπου, ακόμη,
υπάρχει μια πιθανότητα.

Σε ένα βλέμμα που θα μείνει.
Σε μια φωνή που δεν θα φύγει.
Σε μια παρουσία που θα αντέξει.

Να πει, απλά:

«σε βλέπω».

Και να το εννοεί.

Γιατί ίσως τελικά, αυτό που δεν άντεξαν εκείνοι
είναι αυτό που ακόμη ψάχνουμε όλοι.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY