Οι Ιστοριες σας

Η πιο επώδυνη αγκαλιά

Από την επιθυμία στην οδύνη

114876-718220.jpg
Μάκης Μάκκας
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Αγκαλιά
© Marco Bianchetti on Unsplash

Στις πόλεις οι άνθρωποι συναντιούνται εύκολα, αλλά σπάνια αγγίζονται πραγματικά.

Η επιθυμία γεννιέται γρήγορα, σαν σπίθα μέσα στη νύχτα, όμως ο φόβος της οικειότητας συχνά τη μεταμορφώνει σε πόνο.

Αυτή είναι μια ιστορία για δύο ανθρώπους που αναζητούν μια αγκαλιά — και ανακαλύπτουν πόσο δύσκολο είναι να μείνει κανείς μέσα της.

Ο Νίκος παίρνει τον πρώτο του τριπλό εσπρέσο, τα ακουστικά στα αυτιά του, και αφήνει τον ήχο της μουσικής να γεμίσει την πόλη μέσα στα αυτιά του. Στην αρχή της μέρας, τα φώτα στις βιτρίνες είναι κλειστά, οι δρόμοι άδειοι. Σκέφτεται την Ελένη και νιώθει ένα κενό μέσα του που δεν γεμίζει τίποτα.

«Μήπως τελικά όλα ήταν μόνο για μένα;» ψιθυρίζει στον εαυτό του καθώς περπατάει αργά.

Η μουσική στα ακουστικά του αλλάζει τραγούδι. Μια φωνή χαμηλή, παλιά, σαν ανάμνηση, περνάει μέσα από τη σκέψη του.

Να μ’ αγαπάς, να σταθούμε εδώ σε μια γωνιά.

Να κοιταχτούμε λες κι ειν’ γιορτή, πρωτοχρονιά.

Σταματά για λίγο στο πεζοδρόμιο. Οι άνθρωποι περνούν δίπλα του χωρίς να τον κοιτάζουν.

Η Ελένη, από την άλλη, ετοιμάζει πρωινό για τα παιδιά της, τα φιλάει, τα αφήνει να φύγουν για το σχολείο. Στο τραπέζι, τα φώτα των επίπλων και τα ανοικτά παράθυρα μοιάζουν με σκηνικό μιας ζωής που δεν γεμίζει την καρδιά της.

Ακούει ένα παλιό τραγούδι στο ραδιόφωνο. Η φωνή του τραγουδιστή γεμίζει το δωμάτιο.

Να μου μιλάς σιγανά στ'αυτί, γιατί σ' ακούνε τη νύχτα αυτή,

παλαιά μου όνειρα που χρόνια είχαν κρυφτεί.

Για μια στιγμή στέκεται ακίνητη.

Ο Νίκος κάθεται στο λεωφορείο, κοιτάει τα φώτα της πόλης να τρεμοπαίζουν στον δρόμο. Σκέφτεται τη νύχτα που περπάτησαν μαζί, το χορό, τα ποτά, τις κουβέντες που άφησαν ανεξίτηλο σημάδι στην ψυχή του. Θέλει να της πει μια λέξη, να νιώσει την παρουσία της, να πιάσει το χέρι της για μια στιγμή ασφάλειας.

Αλλά ξέρει ότι κάθε κίνηση μπορεί να την τρομάξει.

Η Ελένη, μόλις επέστρεψε σπίτι, κάθεται στο γραφείο της, ακούει μουσική, κοιτάει παλιά μηνύματα, ίσως κάποια άλλη επαφή που αναβίωσε για λίγες ώρες. Θέλει να νιώσει αγκαλιά, αλλά ο φόβος και τα τραύματα του παρελθόντος την κρατούν πίσω.

Στη σκέψη της, ο Νίκος εμφανίζεται σαν φως μέσα στο σκοτάδι.

«Νίκο… μήπως θέλει ακόμα;» αναρωτιέται.

Το βλέμμα της πέφτει σε μια σκιά που κάθεται μπροστά στην τηλεόραση σε ένα απέναντι διαμέρισμα. Τα φώτα είναι αναμμένα, τα έπιπλα τακτοποιημένα, αλλά κανείς δεν μιλά. Μια ανθρώπινη σκιά μόνο.

Η πόλη κοιμάται.

Και μέσα στη σιωπή, ένας στίχος γυρίζει στο μυαλό της.

Α ρε χρόνε αλήτη

Π’ ανθρώπους κι αγάπες σκορπάς.

Ο Νίκος περπατάει στους δρόμους της νύχτας. Βλέπει ζευγάρια να περπατούν χέρι-χέρι, ακούει γέλια και μουσική να βγαίνει από τα μπαρ. Η καρδιά του συσπάται.

Η επιθυμία για αγκαλιά, για τρυφερότητα, για επαφή δεν τον αφήνει να ηρεμήσει.

Και τότε ένας άλλος στίχος περνά από το μυαλό του σαν πικρή ειρωνεία.

Μη με φέρνετε σπίτι

Τ’ ακούς κάπου αλλού να με πας.

Ο Νίκος είχε μάθει από παιδί πως οι αγκαλιές δεν κρατούν για πάντα. Η εγκατάλειψη και η αδιαφορία ήταν οι πρώτοι του δάσκαλοι. Γι’ αυτό και τώρα διψούσε για εγγύτητα σαν άνθρωπος που περπατά χρόνια μέσα σε έρημο. Κι όμως, κάθε φορά που κάποιος πλησίαζε αρκετά για να τον αγγίξει, μια σκιά φόβου σηκωνόταν μέσα του. Γιατί βαθιά μέσα του πίστευε πως η αγκαλιά που λαχταρούσε περισσότερο ήταν ίσως κι εκείνη που θα τον άφηνε ξανά μόνο.

Η Ελένη βγαίνει για ποτό με έναν γνωστό. Τα φώτα του μπαρ χαμηλά, τα τραγούδια δυνατά. Η επιθυμία παίζει μέσα της σαν σπίθα.

Αλλά ο φόβος και η προστασία κρατούν την καρδιά της σφιχτή.

Τα τραγούδια γίνονται καθρέφτης της ψυχής της.

Πόθος.

Χαρά.

Αγωνία.

Όλα μαζί, σε μια σύντομη έκρηξη.

Και την επόμενη μέρα, ξυπνά με ένα κενό.

Κοιτάει τα ανοιχτά παράθυρα και τα φωτισμένα έπιπλα γύρω της, αναζητώντας τη σύνδεση που λείπει.

Οι μέρες τους κυλούν παράλληλα, σαν δυο ποτάμια που σχεδόν συναντιούνται.

Ζουν αστικά ρομάντζα, από επιθυμία και η έλξη μεταμορφώνονται γρήγορα σε οδύνη και πόνο. Ζήλια, ανταγωνισμοί, αλληλοκατηγορίες, πανουργίες, όλα αναδύονται στις καθημερινές επαφές τους.

Η ανάγκη για αγκαλιά, για σωματική επαφή, για σεξ μένει ζωντανή, αλλά ο φόβος δεν επιτρέπει καμία χαρά.

Αγχωτικές αγκαλιές, χωρίς ανακούφιση.

Ιστορίες προδιαγεγραμμένες.

Αδιέξοδα.

Η Ελένη κοιτάζει τα φωτισμένα παράθυρα γύρω της.

Σπίτια γεμάτα έπιπλα.

Χωρίς ανθρώπους.

Νιώθει πως η πλήξη, η σιωπή και ο θυμός μπορούν να την ρίξουν στα βράχια της πιο επώδυνης αγκαλιάς.

Ο Νίκος, στους άδειους δρόμους, κοιτάζει τα φώτα να αναβοσβήνουν. Η μοναξιά τον αγκαλιάζει.

Και μέσα στη σκέψη του επιστρέφει μια φράση που είχε ακούσει κάποτε, σαν προφητεία.

Μια φορά μου 'χες πει δεν μπορεί θα το νιώσανε κι άλλοι

Πριν το τέλος πως μοιάζει η σιωπή σαν αγάπη μεγάλη

Στέκονται για λίγο αντικριστά. Χωρίς μουσική αυτή τη φορά. Χωρίς φώτα που να τους κρύβουν. Μόνο η ανάσα της πόλης γύρω τους.

«Θα μείνεις;» ρωτάει εκείνη χαμηλά.

Ο Νίκος δεν απαντά αμέσως. Κάνει ένα μικρό βήμα πιο κοντά. Σηκώνει το χέρι του, σαν να θέλει να την αγγίξει — και για μια στιγμή ο χρόνος σταματά.

«Δεν ξέρω αν μπορώ…» λέει τελικά.

Η Ελένη χαμογελά αχνά. Όχι από χαρά. Από αναγνώριση.

Τα χέρια τους ακουμπούν για μια στιγμή. Μια αγκαλιά που ξεκινά — και μένει μισή.

Γύρω τους, τα φώτα των διαμερισμάτων ανάβουν και σβήνουν. Σκιές κινούνται πίσω από κουρτίνες. Ζωές που συνεχίζονται.

Και εκείνοι, ακίνητοι για ένα δευτερόλεπτο παραπάνω απ’ όσο αντέχει η καρδιά.

Ύστερα αφήνονται.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY