Βιβλιο

Νοκτούρνο για έναν παπαγάλο

Για αρκετές ώρες, η ταραχή μου για το αναίτιο αυτού του θανάτου κάτω από την τυφλή μπότα ενός περαστικού, συμπαρέσυρε κάθε λογική

42352-95226.jpg
Κωνσταντίνος Ματσούκας
ΤΕΥΧΟΣ 995
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
πράσινος παπαγάλος
© Amit Talwar/ Unsplash

Από έναν νεκρό παπαγάλο σε μια αθόρυβη στοχαστική εμμονή για το πράσινο

Εμφανίστηκε στο ύψος των ματιών, κυριολεκτικά από το πουθενά, σαν από άλλη διάσταση, μια ιπτάμενη πινελιά από έντονο πράσινο, σχεδόν
φωσφοριζέ, που διέψευδε κατηγορηματικά το μουντό Μαρτιάτικο απόγευμα. Στάθηκα ακίνητος, με τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ στο ένα χέρι και στο άλλο το takeaway απ’ τη γειτονική ψησταριά, να παρακολουθώ με το βλέμμα τον αναπάντεχο φτερωτό επισκέπτη στην άνυδρη,
τσιμεντόφραχτη γειτονιά μου. Τι δουλειά είχε εδώ πέρα, που το πλησιέστερο δέντρο απείχε τετράγωνα;

Αυτή, αν κατάλαβα, ήταν και η δική του αγωνία. Φτεροκόπησε διαγώνια στον δρόμο προς το πλησιέστερο μπαλκόνι με πράσινο, επιχειρώντας να
προσγειωθεί στην τέντα του. Όμως φευ!, η κλίση της τέντας δεν του το επέτρεψε ή ίσως τα μικρά του νύχια δεν μπόρεσαν να αγκιστρωθούν στο
υλικό της. Μια ακόμα σπασμωδική απόπειρα σε διπλανό μπαλκόνι είχε το ίδιο αποτέλεσμα.

Το γωνιακό καφενείο είχε κάποιες γλάστρες με φυτά στην είσοδο του κι εκεί κατευθύνθηκε τώρα ο μικρός παπαγάλος ποντάροντας, εικάζω, στην
φιλοξενία τους. Φαντάστηκα το σκουροπράσινο φύλλωμα τους να σηματοδοτεί για εκείνον κάτι σαν στεριά για τον ναυαγό, ένα απάγκιο,
κρυψώνα, ασφάλεια.

Απ’ το σημείο όμως που στεκόμουν δεν είχα οπτική επαφή με το πεδίο προσγείωσης του κι έτσι ξεκίνησα να βαδίζω προς τα εκεί. Με τo χρώμα
του μια τόσο λαμπερή, σχεδόν σκανδαλώδη απόκλιση απ’ όλα όσα τον περιτριγύριζαν, δεν στάθηκε δύσκολο να τον εντοπίσω. Ούτε αυτή την
φορά είχε καταφέρει να προσγειωθεί σε κάποιο φυτό, άγνωστο τι τον είχε αποθαρρύνει, παρά στεκόταν ακίνητος, ίσως και κουρασμένος, ακριβώς
στην μέση του πεζοδρομίου.

Ελάχιστο χρόνο είχα να παραξενευτώ γι’ αυτή του την επιλογή, για την παντελή του άγνοια κινδύνου. Δυο μεγαλόσωμοι άντρες πρόβαλαν
συζητώντας στην είσοδο του καφενείου και στράφηκαν προς την κατεύθυνση του πουλιού. Ένα, δύο, στο τρίτο βήμα η μπότα του ενός
κατέβηκε με δύναμη επάνω στο μικρό κορμί. Έσυρα μια φωνή, μισή οργή και μισή απελπισία. Ο άντρας συνέχιζε τον δρόμο του χωρίς να έχει
αντιληφθεί το παραμικρό. Μόνο όταν βάλθηκα να του φωνάζω, «Μα τι κάνεις; Δεν βλέπεις που πας; Που πατάς;» στράφηκε προς τα πίσω, με
απορία κι ενόχληση, και με ρώτησε κάτι σε μια ξένη, τραχιά γλώσσα.

Ο αγγελιοφόρος από την άλλη διάσταση κειτόταν τώρα στο πλάι, χωρίς καμία ένδειξη ζωής, δείχνοντας ακόμα πιο μικροσκοπικός. Δεν είχε
συνθλιβεί, δεν υπήρχε αίμα, δεν φαινόταν καν τσαλαπατημένος. Μόνο ξαπλωμένος στo πλάι. Μια ηλικιωμένη γυναίκα βγήκε από το καφενείο
και ήμουν ξαφνικά, παράλογα ευγνώμων για την παρουσία της. Αυτή θα καταλάβαινε. Ήρθε κι έσκυψε μαζί μου πάνω από το ασάλευτο πουλί.
«Πάει», επιβεβαίωσε, δείχνοντας μου ταυτόχρονα ένα μικρό, μεταλλικό κρίκο γύρω από το πόδι του. «Από κάπου έφυγε τούτο δω». Ώστε δραπέτης, μάλλον, παρά αγγελιοφόρος.

Αυτό εξηγούσε πολλά. Και μου έδωσε λαβή για την σκέψη ότι ένας ακαριαίος θάνατος ήταν μάλλον προτιμότερος από τα νύχια κάποιου
κεραμιδόγατου. Αυτό, όμως, αργότερα. Για αρκετές ώρες, η ταραχή μου για το αναίτιο αυτού του θανάτου κάτω από την τυφλή μπότα ενός
περαστικού, συμπαρέσυρε κάθε λογική. Στον νου μου είχε σκαλώσει η διαπίστωση του Μπόρχες, «έρχεται κάποια στιγμή που όλοι αισθανόμαστε πως η μοίρα είναι αδέξια και πανίσχυρη, αθώα και απάνθρωπη».

Πάλεψα για ώρες να σταθώ απέναντι σ΄ αυτήν την παραδοχή, που η πραγματικότητα είχε τόσο γλαφυρά εικονογραφήσει. Οι σκέψεις μου
πετάριζαν ανάμεσα στις δικές μου προσωπικές απώλειες, συντελεσμένες κι επερχόμενες, και στην πλανητική καταιγίδα που έχει ξεσπάσει και όλο
κι απλώνεται. Ψάχνοντας συνάμα μέσα σε όλο αυτό για ένα απάγκιο, κάτι για να με ενισχύσει. Ώσπου αναπάντεχα, στο κλείσιμο της βραδιάς,
προσγειώθηκα σ’ ένα μικρό διήγημα που, ξεκάθαρα, μου έκλεινε φιλικά το μάτι, λέγοντας «Δεν τελειώνει εδώ».

Ο τίτλος του, Νυχτωδία σε Πράσινο, (Nocturne in Green της Beth Sherman), και περιγράφει έναν ασύδοτο έρωτα για το πράσινο χρώμα σε
κάθε του απόχρωση, όπου η αφηγήτρια αφήνει το σπίτι και την σχέση και τις σπουδές της προς χάρη αυτής της εμμονής έστω κι αν αναγνωρίζει τον παραλογισμό της κι επίσης, ότι δεν μπορεί να διαρκέσει επ’ άπειρον.

«Την ημέρα που ερωτεύεσαι το πράσινο κάθεσαι στην βιβλιοθήκη κοιτώντας το χιόνι – βρώμικο, λερωμένο με καρβουνόσκονη και
κάτουρα, λεκιασμένο με χώμα. Κοιτάς επίμονα μέχρι που ανοίγεις το φερμουάρ της γης και βλέπεις σμαραγδένιο γρασίδι με πινελιές από
μοσχομπίζελο. Φύλλα χλόης το ένα πάνω στ’ άλλο, ένας ιμπρεσσιονιστικός πίνακας…

…Φεύγεις από το διαμέρισμά σου, μυρίζεις φρεσκοκουρεμένο γρασίδι, αγριολούλουδα στον άνεμο. Το φανάρι στην διασταύρωση γίνεται πράσινο.
Go».

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY