Κοσμος

Γαλλία: Xρέη και ελλείμματα

Η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με διογκωμένο δημόσιο χρέος και έλλειμμα, ενώ η λύση απαιτεί δημοσιονομική προσαρμογή και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

portrait-322469_1920_2.jpg
Τριαντάφυλλος Δελησταμάτης
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Γαλλία: Xρέη και ελλείμματα
© Unsplash

Γιατί η Γαλλία έγινε ο σκράπας της ΕΕ και οι διαφορές της γαλλικής από την ελληνική περίπτωση

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας ξεπερνά σήμερα τα 3,5 τρισεκατομμύρια ευρώ και αντιστοιχεί στο 115% του ΑΕΠ. Το δημοσιονομικό έλλειμμα, η ετήσια «τρύπα», διαμορφώνεται ετησίως γύρω στο 5,5% με 6% του ΑΕΠ: το γαλλικό κράτος ξοδεύει κάθε χρόνο 160-170 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από όσα εισπράττει. Για να κλείσει αυτή την ετήσια τρύπα, ο γαλλικός οργανισμός διαχείρισης χρέους (Agence France Trésor) εκδίδει κάθε καινούργια χρονιά κρατικά ομόλογα. Η αφετηρία αυτής της συσσώρευσης ελλειμμάτων και χρέους χρονολογείται από το 1974: τότε, η Γαλλία —όπως και η Ελλάδα— κατέγραψε τον τελευταίο ισοσκελισμένο προϋπολογισμό της. Αν και στη συνέχεια πολλές χώρες εμφάνισαν ελλείμματα (το 1969 η Ιταλία ήταν η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα με μη ισοσκελισμένο προϋπολογισμό), ορισμένες οικονομίες (η Γερμανία, η Σουηδία, η Δανία, η Ολλανδία) κατάφεραν, ιδιαίτερα μετά το 1995, να εξασφαλίζουν πλεονάσματα.

Να τι συνέβη στη Γαλλία. Μετά από τις τρεις μεταπολεμικές δεκαετίες ραγδαίας ανάπτυξης, την επονομαζόμενη εποχή των «Trente Glorieuses», η πετρελαϊκή κρίση του 1973 προκάλεσε για πρώτη φορά συνδυασμό οικονομικής στασιμότητας και υψηλού πληθωρισμού· τότε, η κυβέρνηση υπό την προεδρία του Βαλερί Ζισκάρ ντ' Εσταίν αναγκάστηκε να αυξήσει τις κρατικές δαπάνες για να απορροφήσει τους κραδασμούς στην απασχόληση. Στη συνέχεια, μετά την εκλογή του Φρανσουά Μιτεράν το 1981, η Γαλλία επέκτεινε το κοινωνικό της κράτος με ορισμένες μεταρρυθμίσεις που, αν και ήταν εξαρχής λαϊκιστικές —η μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 65 στα 60 έτη, η θέσπιση 5ης εβδομάδας πληρωμένης άδειας, η μείωση των ωρών εργασίας σε 39 εβδομαδιαίως, η μεγάλη αύξηση των κοινωνικών επιδομάτων και διόγκωση του δημόσιου τομέα με αθρόες προσλήψεις— έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό και χειροκροτήματα. Το 1983 η γενναιοδωρία περιορίστηκε λίγο —η άκρα αριστερά έκανε τότε λόγο για «λιτότητα»: έκτοτρ στη Γαλλία οι λέξεις έχασαν τη σημασία τους— αλλά η δομή των αυξημένων δαπανών διατηρήθηκε. Το 1992, παρά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η οποία επέβαλε ανώτατο όριο ελλείμματος 3% και χρέους 60%, η Γαλλία συνέχισε να κινείται κοντά ή πάνω από αυτά τα όρια ακόμη και σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης, αδυνατώντας να δημιουργήσει πλεονάσματα. Το 2008, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση εκτίναξε τα ελλείμματα· λόγω της ύφεσης και των προγραμμάτων «διάσωσης», το χρέος έφτασε από το 64% στο 85% του ΑΕΠ, για να ξεπεράσει το 110% με την πολιτική «όσο κι αν κοστίσει» αντιμετώπισης της πανδημίας COVID-19 το 2020. Ενδεικτικά, ως ποσοστό του ΑΕΠ, το χρέος της Γαλλίας ήταν 21% το 1981, 35% το 1990 και 115% το 2020. Σήμερα, το συνολικό άθροισμα όλων των ετήσιων ελλειμμάτων που έχουν συσσωρευθεί από το 1974, μαζί με τους τόκους, ανέρχεται σε 3,2-3,5 τρισεκατομμύρια ευρώ, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα κυμαίνεται μεταξύ 160 και 170 δισεκατομμυρίων ετησίως.

Η λύση της εξίσωσης δεν είναι εύκολη. Αν η Γαλλία καταφέρει να μειώσει, για παράδειγμα, το ετήσιο έλλειμμα από τα 160 δισεκατομμύρια ευρώ στα 90 δισεκατομμύρια ευρώ, το συνολικό χρέος των 3,5 τρισεκατομμυρίων δεν θα μειωθεί· απλώς θα αυξάνεται με πιο αργό ρυθμό. Για να αρχίσει να μειώνεται το γαλλικό χρέος σε απόλυτους αριθμούς, η Γαλλία πρέπει να επιτύχει μεγάλα δημοσιονομικά πλεονάσματα. Αυτό μπορεί να γίνει με συνδυασμό δραστικού περιορισμού των δημοσίων δαπανών, διεύρυνσης της φορολογικής βάσης και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την ταχύτερη αύξηση του ΑΕΠ. Ωστόσο, καθώς οι δημόσιες δαπάνες στη χώρα αντιπροσωπεύουν πάνω από το 53% του ΑΕΠ και η φορολογία είναι ήδη από τις υψηλότερες στην Ευρωζώνη, η περαιτέρω αύξηση των φορολογικών συντελεστών κινδυνεύει να αποθαρρύνει τις επενδύσεις: το λέμε συχνά και έχει καταντήσει ένα ακόμα δημοσιογραφικό κλισέ· όμως δεν παύει να ισχύει. Η λογική —που δεν είναι χαρακτηριστικό της γαλλικής πολιτικής— υπαγορεύει, κατ’ αρχάς, μεταρρύθμιση των συντάξεων και των κοινωνικών μεταβιβάσεων: μείωση του ρυθμού αύξησης των δαπανών υγείας και των κοινωνικών επιδομάτων (πρωτίστως έλεγχο της κατάχρησης), καθώς και περαιτέρω προσαρμογή των παραμέτρων του συνταξιοδοτικού συστήματος ώστε να διασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του· σταδιακή μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων μέσω της μερικής αντικατάστασης όσων συνταξιοδοτούνται (π.χ. αναλογία μία πρόσληψη για κάθε δύο αποχωρήσεις· κατάργηση ειδικών φοροαπαλλαγών («niches fiscales»: περικοπή των εκατοντάδων εξαιρέσεων και επιδοτήσεων που επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό χωρίς σαφές κοινωνικό ή αναπτυξιακό όφελος)· καταπολέμηση της φοροδιαφυγής με ενίσχυση των ψηφιακών διασταυρώσεων και των ελεγκτικών μηχανισμών για τον περιορισμό της απώλειας εσόδων, ιδιαίτερα στον ΦΠΑ και τη φορολογία πολυεθνικών επιχειρήσεων· πράσινη και κατανεμητική φορολογική αναδιάρθρωση με μετατόπιση μέρους του φορολογικού βάρους από την εργασία και το κεφάλαιο προς τους περιβαλλοντικούς φόρους για τη ρύπανση, ιδιαίτερα για τις εκπομπές άνθρακα ενισχύοντας τα έσοδα χωρίς να πλήττεται η παραγωγικότητα. Ταυτοχρόνως, απαιτούνται διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την αύξηση του ΑΕΠ: βελτίωση των προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης και κίνητρα για την αύξηση της απασχόλησης στις μικρότερες και μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες (1,5 εκατομμύριο νέοι στη Γαλλία ούτε εργάζονται, ούτε σπουδάζουν) προκειμένου να αυξηθούν τα φορολογικά έσοδα και να μειωθούν οι δαπάνες ανεργίας· απλοποίηση των κανονιστικών ρυθμίσεων και μείωση της γραφειοκρατίας για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων και την τόνωση της παραγωγικότητας· παρουσίαση ενός δεσμευτικού και αξιόπιστου μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού πλάνου που να συγκρατεί τα spreads, μειώνοντας τις ετήσιες δαπάνες για τόκους.

Οι σοσιαλιστικές κυβερνήσεις ήταν ευχάριστες αλλά, όπως συμβαίνει με την αριστερή σοσιαλδημοκρατία, μοίραζαν μικροπρονόμια, διευκολύνσεις και χρήματα φορτώνοντας με χρέη τις επόμενες γενιές. Έγιναν πολλές σπατάλες, πολλοί Γάλλοι και μη-Γάλλοι εκμεταλλεύτηκαν το κράτος Προνοίας, ενώ ακόμα περισσότεροι απήλαυσαν τις παροχές του με παθητικό τρόπο. Αλλά, αναμφισβήτητα, στην αύξηση των ελλειμμάτων και του χρέους έπαιξαν ρόλο και οι διεθνείς συνθήκες: οι ενεργειακές, χρηματοπιστωτικές, μεταναστευτικές και υγειονομικές κρίσεις είχαν ως αποτέλεσμα οι προσπάθειες αύξησης των φορολογικών εσόδων να συνοδευτούν από μείωση της επενδυτικής δραστηριότητας και οι προσπάθειες μείωσης των κρατικών δαπανών να συνοδευτούν από κοινωνικές ταραχές. Η κυβερνητική αστάθεια και ο κατακερματισμός της γαλλικής Εθνοσυνέλευσης επιδείνωσαν το επενδυτικό κλίμα και κατέστησαν ακριβότερο τον δανεισμό του κράτους.

Η ριζοσπαστική αριστερά ζητεί τη διαγραφή μέρους του χρέους της Γαλλίας. Ούτε αυτό είναι εύκολο —στην πραγματικότητα, είναι σχεδόν αδύνατο. Οι «δανειστές» είναι διάφοροι ξένοι επενδυτές, ξένες Κεντρικές Τράπεζες και Κρατικά Ταμεία από την Ασία και τη Μέση Ανατολή, η ίδια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Τράπεζα της Γαλλίας, διάφορες γαλλικές ασφαλιστικές εταιρείες, εμπορικές γαλλικές τράπεζες που διακρατούν κρατικά ομόλογα για λόγους διαχείρισης ρευστότητας και κεφαλαιακών απαιτήσεων, γαλλικά Ταμεία συλλογικών επενδύσεων που διαχειρίζονται κεφάλαια ιδιωτών και επιχειρήσεων. Η διαγραφή, δηλαδή η επίσημη αθέτηση πληρωμών, θα ισοδυναμούσε με χρεοκοπία της Γαλλίας και θα είχε καταστροφικές συνέπειες για την εγχώρια και την ευρωπαϊκή οικονομία: μεταξύ άλλων, θα σήμαινε μηδενισμό των αποταμιεύσεων και των συντάξεων των Γάλλων πολιτών, προκαλώντας άμεση κατάρρευση του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Εκτός αυτού, το Άρθρο 123 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) απαγορεύει στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) τη νομισματική χρηματοδότηση κρατών και τη διαγραφή κρατικών ομολόγων που διακρατεί στο χαρτοφυλάκιό της. Η στάση πληρωμών θα υποβάθμιζε ακαριαία την πιστοληπτική ικανότητα της Γαλλίας στη βαθμίδα της χρεοκοπίας (Default): χωρίς δυνατότητα νέου δανεισμού, η κυβέρνηση θα αναγκαζόταν να επιβάλει αμέσως μηδενικό έλλειμμα, προβαίνοντας σε δραστικές περικοπές μισθών, συντάξεων και δημοσίων υπηρεσιών. Εξάλλου, καθώς η Γαλλία είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης, τυχόν διαγραφή του χρέους θα προκαλούσε αλυσιδωτή κρίση στις υπόλοιπες χώρες (σίγουρα στην Ιταλία και στην Ισπανία), απειλώντας τη συνοχή και τη βιωσιμότητα του κοινού νομίσματος. Ακόμα και η προοπτική διαγραφής θα είχε άμεσες αρνητικές συνέπειες: μαζική απόσυρση καταθέσεων από τις γαλλικές τράπεζες και μεταφορά κεφαλαίων στο εξωτερικό, πράγμα που θα συνεπαγόταν επιβολή ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων (capital controls).

Μερικοί Γάλλοι αναλυτές συγκρίνουν τη θέση του Ζαν-Λυκ Μελανσόν για τη μερική διαγραφή του χρέους με εκείνη του βασιλιά Φιλίππου Δ’ του Ωραίου στο τέλος του 13ου αιώνα και στις αρχές του 14ου: αν και η σύγκριση είναι τραβηγμένη από τα μαλλιά, πράγματι, ο Μελανσόν προτείνει ένα είδος οικονομικής αλχημείας· είναι, όπως πάντοτε τα τελευταία χρόνια, απερίσκεπτος. Επίσης, δεν καταλαβαίνει ή παριστάνει ότι δεν καταλαβαίνει ότι η διαγραφή του χρέους που κατέχει η ΕΚΤ είναι, εν πολλοίς, «λογιστική αυταπάτη», εφόσον τα τοκοχρεολύσια που πληρώνει η Γαλλία στην ΕΚΤ και στην Τράπεζα της Γαλλίας επιστρέφουν σε μεγάλο βαθμό στο γαλλικό κράτος ως μερίσματα κερδών· η μονομερής διαγραφή θα δημιουργούσε τεράστιες ζημιές στον ισολογισμό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που είναι χρήσιμη για όλες τις χώρες της ΕΕ.

Ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν προτείνει ταυτοχρόνως την επιβολή υψηλότερου φόρου για τα μεγάλα εισοδήματα. Όπως έχω ξαναγράψει, νομίζω ότι υπάρχει περιθώριο, αλλά επίσης όπως έχω ξαναγράψει, η αύξηση του φόρου για όσους έχουν περιουσία άνω των 10 εκατομμυρίων και έσοδα άνω των 250.000 ετησίως δεν λύνει το πρόβλημα. Πράγματι, η άμεση είσπραξη μερικών δισεκατομμυρίων ευρώ βοηθάει ελαφρώς στη μείωση του ελλείμματος, στη φορολογική δικαιοσύνη, στην προστασία του Κοινωνικού Κράτους και στην αποφυγή των ευρωπαϊκών κυρώσεων που προβλέπονται για τα υπερβολικά ελλείμματα —αλλά, από τα πειράματα που έγιναν κατά καιρούς, έχει αποδειχθεί ότι η υψηλή φορολόγηση του πλούτου ενέχει τον κίνδυνο μεταφοράς της φορολογικής κατοικίας εύπορων ιδιωτών και οικογενειακών κεφαλαίων σε χώρες με ευνοϊκότερο φορολογικό καθεστώς (π.χ. στην Ελβετία, στο Λουξεμβούργο και στο Βέλγιο: η Ελβετία είναι σχεδόν ελεύθερη να κάνει ό,τι θέλει· το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο δεν θα έπρεπε να είναι ελεύθερα να κάνουν ό,τι θέλουν —άλλη ιστορία αυτή.) Επιπροσθέτως, φαίνεται ότι η υψηλή φορολογική επιβάρυνση των υψηλόμισθων στελεχών και των ιδρυτών νεοφυών επιχειρήσεων δυσκολεύει την προσέλκυση και διατήρηση διεθνών ταλέντων και ενισχύει το  brain drain. Το σημαντικότερο είναι ότι η αύξηση των ονομαστικών συντελεστών δεν μεταφράζεται πάντοτε σε αύξηση των τελικών εσόδων, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας και σε αναστολή πολλών επενδύσεων.

Οι Γάλλοι φοβούνται πάντοτε μήπως γίνουν σαν τους Έλληνες. Pas de souci! Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των δύο χωρών έγκειται στη σύνθεση των πιστωτών: το γαλλικό χρέος είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου εμπορικό (αγοραίο), ενώ το ελληνικό χρέος παραμένει σε μεγάλο βαθμό θεσμικό (κρατικό-διακρατικό). Πάνω από το 70% του ελληνικού δημόσιου χρέους διακρατείται από τον επίσημο/ευρωπαϊκό τομέα — τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM), το EFSF και διακρατικά δάνεια από την κρίση χρέους. Αντιθέτως, το γαλλικό χρέος ανήκει 100% στην ελεύθερη αγορά και σε θεσμικούς επενδυτές. Το ελληνικό χρέος έχει εξαιρετικά μεγάλη μέση διάρκεια ωρίμανσης (περίπου 19-20 έτη) με κλειδωμένα χαμηλά επιτόκια και περιόδους χάριτος. Το γαλλικό χρέος έχει μικρότερη μέση διάρκεια (περίπου 8,5 έτη) και ανακυκλώνεται συνεχώς στη διεθνή αγορά με τα τρέχοντα επιτόκια. Η Γαλλία επηρεάζεται άμεσα από κάθε αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ όταν εκδίδει νέα ομόλογα. Η Ελλάδα είναι σε μεγάλο βαθμό προστατευμένη για το θεσμικό της χρέος, καθώς οι όροι αποπληρωμής του ESM είναι καθορισμένοι με ευνοϊκές ρήτρες. Στη Γαλλία, μεγάλο μέρος του εγχώριου χρέους απορροφάται έμμεσα από τους ίδιους τους πολίτες μέσω των δημοφιλών ασφαλιστικών και αποταμιευτικών προϊόντων (Assurance-vie)· στην Ελλάδα, η συμμετοχή των ιδιωτών μέσω εγχώριων ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών προϊόντων παραμένει πολύ χαμηλότερη. Πάντως, και στις δύο περιπτώσεις, σημαντικό ποσοστό των διαπραγματεύσιμων ομολόγων κατέχεται από τις κεντρικές τράπεζες (Τράπεζα της Ελλάδος και Banque de France) στο πλαίσιο των προγραμμάτων αγοράς τίτλων της ΕΚΤ. Και τα δύο χρέη εκφράζονται σε ευρώ, γεγονός που εξαλείφει τον συναλλαγματικό κίνδυνο εντός της Ευρωζώνης, ενώ η έκδοση των νέων ομολόγων γίνεται με τις ίδιες standard διαδικασίες (δημοπρασίες και κοινοπραξίες διεθνών τραπεζών).

Το σπουδαιότερο, όπως το βλέπω εγώ, σχετικά με τη διαγραφή χρέους σε μια χώρα, είναι η δημιουργία προηγούμενου: θα χανόταν το κίνητρο για δημοσιονομική πειθαρχία και όλες οι χώρες θα απαιτούσαν διαγραφή των χρεών τους, οδηγώντας σε κατάρρευση το κοινό νόμισμα. Οπότε, η Γαλλία μπορεί να βρεθεί μπροστά στην προοπτική της αναδιάρθρωσης του χρέους: επιμήκυνση της περιόδου αποπληρωμής και μείωση των επιτοκίων ώστε το χρέος να καταστεί βιώσιμο χωρίς να καταστραφεί η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας. Πάντως, η Γαλλία δεν αντιμετωπίζει κίνδυνο χρεοκοπίας όπως εμείς το 2010· οι δύο υποθέσεις διαφέρουν σε μέγεθος, παραγωγική βάση και πρόσβαση στις αγορές: παρά τη φασαρία που γίνεται γύρω από το ότι η Γαλλία έχει γίνει ο σκράπας της Ευρώπης, η χώρα διατηρεί υψηλή πιστοληπτική αξιολόγηση (βαθμίδα AA/Aa3) και οι διεθνείς επενδυτές συνεχίζουν να αγοράζουν γαλλικά ομόλογα· το 2010, η Ελλάδα είχε χάσει πλήρως την πρόσβαση στις αγορές· τα ομόλογά της είχαν υποβαθμιστεί στην κατηγορία «σκουπίδια» (junk) και είχε εξευτελιστεί μεταξύ άλλων από την αδιαφάνεια και τα ψεύτικα στατιστικά στοιχεία που παρουσίαζε στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Εξάλλου, το 2010 η Ευρωζώνη δεν διέθετε τους μηχανισμούς προστασίας  που διαθέτει σήμερα: η ύπαρξη αυτών των μηχανισμών λειτουργεί σαν δίχτυ ασφαλείας για τη Γαλλία, για τις αγορές και για την ίδια την ΕΕ. Πράγμα που δεν απαλλάσσει τη Γαλλία από την εφαρμογή ενός αξιόπιστου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και, όπως συνηθίζουμε να λέμε, «νοικοκυρέματος».

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφος | Μεταπτυχιακό στην Εκπαιδευτική Ψυχολογία
Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφος | Μεταπτυχιακό στην Εκπαιδευτική Ψυχολογία: Επιπλέον εφόδια χωρίς πρόσθετο κόστος

Με μηδενικό πρόσθετο κόστος, ευελιξία και πρακτική αξία, το NUP EDU-TOOLKIT προσφέρει στους φοιτητές κάτι περισσότερο από γνώση: τους δίνει τα εργαλεία για να μετατρέψουν τη γνώση σε πράξη.

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY