Κοσμος

Τι συμβαίνει στη Νιγηρία

Μια αμερικανική βόμβα, ο χρόνος που μένει μετέωρος και η μοναξιά των ΗΠΑ

Σώτη Τριανταφύλλου
Σώτη Τριανταφύλλου
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Τι συμβαίνει στη Νιγηρία
© Stringer/Anadolu via Getty Images

Η αμερικανική επέμβαση στη Νιγηρία αποκαλύπτει τα όρια της ισχύος των ΗΠΑ σε ένα κράτος με τζιχαντιστική βία, πόρους και διεθνή ανταγωνισμό

Η επέμβαση του Ντόναλντ Τραμπ στη Βενεζουέλα ήταν θεαματική· όμως, let’s not get too excited. Συνήθως, όταν αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις προσγειώνονται σε κάποιο εξωτικό μέρος με σκοπό αλλαγή ηγεσίας, εξαγωγή δημοκρατίας, αξιοποίηση πόρων, κρέμασμα ανάποδα ενός δικτάτορα κ.λπ., ανακατεύουν την κατάσταση, κάνουν μισές δουλειές και αποχωρούν περί άλλα τυρβάζοντες. Άλλωστε, στην περίπτωση της Βενεζουέλας δεν υπάρχει αξιακό ή ιδεολογικό πρόσχημα: ο Ντόναλντ παριστάνει τον «πλανητάρχη» (ο όρος, ελληνικής εμπνεύσεως, θα τον ενθουσίαζε), τον τιμωρό των κακών και τον μεσάζοντα των επιχειρήσεων. Το δόγμα Donroe έχει επιχειρηματικούς στόχους, αλλά προπάντων εκφράζει επιθυμία εξουσίας, επίδειξη υποτιθέμενης παντοδυναμίας· τα περίφημα τρία P της αμερικανικής πολιτικής —Power, Prosperity, Peace— μειώνονται σε ένα: P=Power. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη χάραξη πολιτικής — ούτε τακτικής, ούτε στρατηγικής· όλα αποφασίζονται εξωθεσμικά, με νυχτερινά τηλεφωνήματα.

Ο Αμερικανός πρόεδρος υπονομεύει την ίδια του τη χώρα, αλλά χρειάζεται λίγος χρόνος και υπομονή για να διαπιστώσουμε την αμερικανική μοναξιά

Πράγμα που σημαίνει ότι μπορούμε να αναμένουμε πολλές και ποικίλες επεμβάσεις, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με την «έμπρακτη υπεράσπιση του Δυτικού ημισφαιρίου» και της «Δύσης» ως κοσμικής, δημοκρατικής οντότητας έναντι των «ασιατικών» ή «ισλαμικών» βλέψεων. Αν έχει κάποια σημασία, ο Ντόναλντ ευνοεί το πολιτικό Ισλάμ όπως άλλωστε το ευνοούσαν ανέκαθεν οι αμερικανικές διοικήσεις: δεν αντιλαμβάνεται σύγκρουση αξιών, αρχών και πολιτισμών — τον κινητοποιεί μόνο ο συνδυασμός εξουσίας και χρήματος, στον οποίον περιλαμβάνεται η ευκαιριακή κατανάλωση οπλισμού· με μικροεπιθέσεις σε χώρες για τις οποίες η πλειοψηφία του αμερικανικού κοινού αδιαφορεί, ανανεώνεται το στρατιωτικό απόθεμα. Αλλά, ούτε αυτό είναι το μείζον: το μείζον είναι η εξουσιομανία τύπου Τζένγκις Χαν. Ο βομβαρδισμός στη Νιγηρία την περασμένη εβδομάδα, ο οποίος επισκιάστηκε από το σούπερ σόου της Βενεζουέλας —όπου ενεπλάκησαν ναρκέμποροι, δικτάτορες, κομμουνιστές, Κινέζοι, Ρώσοι, αντιιμπεριαλιστές του γλυκού νερού—, ήταν μια από αυτές τις ασυνάρτητες κινήσεις. Ο Αμερικανός πρόεδρος υπονομεύει την ίδια του τη χώρα, αλλά χρειάζεται λίγος χρόνος και λίγη υπομονή για να διαπιστώσουμε την αμερικανική μοναξιά.

Τι συνέβη στη Νιγηρία: ένα μήνα μετά την απαγωγή πάνω από 300 παιδιών και εκπαιδευτικών από το Καθολικό σχολείο St. Mary’s στην κοινότητα Papiri τον περασμένο Νοέμβριο, στην Πολιτεία Νίγηρα της Νιγηρίας, η αμερικανική διοίκηση αποφάσισε, σε συνεργασία με τη νιγηριανή, να πραγματοποιήσει αεροπορικά πλήγματα σε δασική περιοχή όπου στρατοπεδεύουν μαχητές του ISIS και άλλων τζιχαντιστικών οργανώσεων. Πριν από την υλοποίηση της επιχείρησης, στις 24 Δεκεμβρίου, σημειώθηκε έκρηξη (πιθανή επίθεση αυτοκτονίας, χωρίς ανάληψη ευθύνης) σε τέμενος στο Maiduguri (Borno), με 5 νεκρούς και 35 τραυματίες. Από τη νύχτα των Χριστουγέννων δεν επαναλήφθηκαν πλήγματα της αμερικανικής αεροπορίας: έχω λόγους να πιστεύω ότι οι αμερικανικές δυνάμεις βαράνε στον γάμο του Καραγκιόζη. Αλλά ίσως διαψευστώ.

Τα σύνορα της Νιγηρίας είναι τεχνητά: εντός αυτών στριμώχνονται θρησκευτικές και φυλετικές ομάδες που δεν αναγνωρίζουν το κοινό ανήκειν σ’ ένα έθνος-κράτος

Να, πάνω κάτω, πώς έχει γενικότερα η κατάσταση σ’ αυτό το αποτυχημένο αφρικανικό κράτος, που ωστόσο, όπως η Βενεζουέλα, διαθέτει πόρους και ευκαιρίες. Η δεκαετία 2020 ξεκίνησε με τεράστιο δημογραφικό βάρος (πληθυσμός περίπου 238-240 εκατομμύρια, προσδόκιμο γύρω στα 55-56 έτη), υψηλές προσδοκίες —η «μεγαλύτερη» οικονομία στην Αφρική— αλλά και διαρκή κρίση «σε στρώσεις»: τζιχαντιστική εξέγερση στα βορειοανατολικά, ένοπλη ληστρική βία και απαγωγές στα βορειοδυτικά, συγκρούσεις γαιοκτηνοτροφίας στη «μεσαία ζώνη», οικονομικό σοκ μετά από κάποιες μεταρρυθμίσεις, καθώς και επίμονο πρόβλημα κρατικής ανικανότητας και διαφθοράς. Η ομοσπονδιακή νιγηριανή κυβέρνηση του προέδρου Bola Ahmed Tinubu (μουσουλμάνος της φυλής Γιορούμπα με χριστιανή σύζυγο) αναδείχτηκε το 2023 με ποσοστό περίπου 37% σε πολυκομματική αναμέτρηση, χαμηλή συμμετοχή και έντονη κριτική για διαδικαστικά και τεχνικά προβλήματα, τα οποία παραπέμφθηκαν στο δικαστήριο. Κορμός της κυβέρνησης είναι το κόμμα All Progressives Congress· το υπουργικό συμβούλιο αποτελείται από 28 μουσουλμάνους και 19 χριστιανούς. Όπως συμβαίνει σε πολλές χώρες, τα σύνορα της Νιγηρίας είναι τεχνητά: εντός αυτών στριμώχνονται θρησκευτικές και φυλετικές ομάδες που δεν αναγνωρίζουν το κοινό ανήκειν σ’ ένα έθνος-κράτος.

Ο Tinubu έχει ατζέντα μακροοικονομικής «διόρθωσης» με σκοπό την καταπολέμηση των στρεβλώσεων μέσω των οποίων καταληστεύονται τα δημόσια ταμεία και δημιουργούνται παράλληλες αγορές: προωθεί την κατάργηση της επιδότησης καυσίμων (υπενθυμίζω ότι η Νιγηρία είναι πετρελαιοπαραγωγική χώρα, μέλος του ΟΠΕΚ από το 1971), τη μεταρρύθμιση της αγοράς συναλλάγματος, την επιδότηση ευάλωτων νοικοκυριών και έκτακτα μέτρα ασφαλείας: εξαιτίας της εκτεταμένης δράσης των συμμοριών στο βορειοδυτικό τόξο, της τζιχαντιστικής βίας στο βορειοανατολικό και των κοινοτικών συγκρούσεων στη «μεσαία ζώνη», η ασφάλεια αποτελεί διακύβευμα επιβίωσης για τους Νιγηριανούς.

Τον περασμένο Νοέμβριο, ο Tinubu ανακοίνωσε «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» με προσλήψεις στην αστυνομία, αναδιάταξη δυνάμεων και ειδικές μονάδες με σκοπό την αντιμετώπιση τουλάχιστον τεσσάρων μετώπων βίας: στα βορειοανατολικά (Borno-Yobe-Adamawa) συνεχίζεται, με διαλείμματα, μια εξέγερση που ξεκίνησε γύρω στο 2009, με πυρήνα την τρομοκρατική ισλαμιστική συμμορία Boko Haram και τα παράγωγά της — που δεν είναι λίγα. Στα βορειοδυτικά (Zamfara-Katsina-Kaduna-Sokoto) δραστηριοποιούνται ένοπλες ομάδες ληστών που κάνουν απαγωγές για λύτρα. Στη «μεσαία ζώνη» (Benue-Plateau-Nasarawa) εκτυλίσσονται συγκρούσεις για τη γη, τη βόσκηση και τους πόρους, οι οποίες έχουν εθνοθρησκευτική χροιά και οφείλονται σε μακροχρόνιες εντάσεις μεταξύ διαφορετικών εθνοθρησκευτικών κοινοτήτων.

Το νιγηριανό κράτος αποτυγχάνει πρωτίστως λόγω των πολλαπλών διασταυρούμενων συγκρούσεων

Η οικονομία της Νιγηρίας πάσχει από όργιο κλοπής πετρελαίου, παράνομες διυλίσεις, φθορά των υποδομών, μαύρη αγορά αγαθών και συναλλάγματος· προπάντων πάσχει από τον κατακερματισμό του πληθυσμού που, όπως είπα, δεν έχει κανενός είδους εθνική συνείδηση. Το νιγηριανό κράτος αποτυγχάνει όχι μόνο εξαιτίας της μεγάλης πίεσης από τα χρέη και από την ανάγκη κρατικών εσόδων, αλλά πρωτίστως από πολλαπλές διασταυρούμενες συγκρούσεις. Σε μία από αυτές πρωταγωνιστεί το Ισλαμικό Κράτος στο οποίο εντάσσονται τοπικές οργανώσεις όπως η «Επαρχία Δυτικής Αφρικής του Ισλαμικού Κράτους» (Islamic State West Africa Province, ISWAP) που δρα κυρίως στη λεκάνη της λίμνης Τσαντ και στο βορειοανατολικό τόξο (ιδίως στο Borno). Η ISWAP μάχεται την Jama’atu Ahlis Sunna Lidda’awati wal-Jihad (JAS), τμήμα της παλιάς Boko Haram που, μετά τη διάσπαση, αυτονομήθηκε με δική του οργανωτική κουλτούρα και ζώνες επιρροής, ενισχύοντας τη ρευστότητα της βίας με χτυπήματα υψηλού συμβολισμού, όπως η πρόσφατη επίθεση στο τέμενος του Maiduguri. Οι ισλαμιστικές οργανώσεις τρώγονται μεταξύ τους, αν και κοινός τους εχθρός είναι το κράτος και οι χριστιανικοί πληθυσμοί. Ωστόσο, για μια ακόμα φορά, οι Αμερικανοί που χαράζουν την εξωτερική πολιτική δεν καταλαβαίνουν τίποτα: η κατάσταση παραείναι περίπλοκη για την οπτική «Καλοί-Κακοί» με την οποία ερμηνεύουν τον κόσμο. Και σίγουρα τα δεινά της Νιγηρίας δεν μπορούν να αποδοθούν σε θρησκευτικό πόλεμο μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών: δεν πρόκειται για κάποια αφρικανική σταυροφορία.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει βοηθήσει τη Νιγηρία στην ανάπτυξη, στις επενδύσεις και στο brain regain. Αντιθέτως, το State Department, σαν οδοστρωτήρας που είναι, σημειώνει στην ειδική σελίδα «U.S. Security Cooperation with Nigeria» πωλήσεις και υποστήριξη οπλικών συστημάτων και συνεργασία κατά ένοπλων ομάδων — με λίγα λόγια, πουλάει όπλα στους πάντες αδιακρίτως, με κεντρικό κόμβο συντονισμού των επιχειρήσεων, της εκπαίδευσης και των πληροφοριών τη Διοίκηση Αφρικής των ΗΠΑ (United States Africa Command, AFRICOM), η οποία δεν ξέρει τι της γίνεται. Από την πλευρά της η Κίνα ακολουθεί μοντέλο επενδύσεων, δανείων, κατασκευαστικών έργων και τεχνολογικών συνεργασιών, με προοπτική την οικονομική κυριαρχία της σε όλη τη Δυτική Αφρική, κυρίως μέσω της Belt and Road Initiative (BRI).

Τον Ιανουάριο του 2025 η Κινεζική Αναπτυξιακή Τράπεζα αποδέσμευσε 254,76 εκατομμύρια δολάρια για το σιδηροδρομικό έργο Kaduna-Kano, το οποίο έχει αναλάβει κινεζική κατασκευαστική εταιρεία· είχε προηγηθεί η επίσημη έναρξη του κινεζόκτιστου light rail στην Αμπούτζα τον Μάιο του 2024, ενώ στη Σύνοδο του 2024 στο Πεκίνο η Νιγηρία και η Κίνα υπέγραψαν συμφωνίες στο πλαίσιο της BRI για ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού και πυρηνική ενέργεια. Η Ρωσία δεν έχει βρει ακόμα χώρο για παρουσία στη Νιγηρία αλλά το παλεύει: από το 2021 συζητείται η προμήθεια «εναλλακτικών» ρωσικών εξοπλισμών και εκπαίδευσης — τουλάχιστον αυτό διαβάζω στις εκθέσεις του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων όπου υπογραμμίζεται συνεργασία με τη ρωσική επιχείρηση πυρηνικής ενέργειας Rosatom. Όμως, αν και υπεγράφησαν συμφωνίες από το 2017 δεν φαίνεται να προχωρούν σε εργοτάξια. Η ρωσική στρατηγική «πυρηνικής διπλωματίας» προς τις χώρες του Παγκόσμιου Νότου σκοντάφτει συχνά σε εμπόδια χρηματοδότησης, ρίσκου και χρονοδιαγραμμάτων. Όλοι οι εμπλεκόμενοι είναι ανοργάνωτοι.

Η αμερικανική εξωτερική πολιτική αποφασίζεται και ασκείται μέσα σε θολό περιβάλλον πληροφοριών και ανταγωνιστικών αφηγήσεων

Το αμερικανικό αεροπορικό πλήγμα στο Sokoto, που, σύμφωνα με την AFRICOM, έγινε σε συντονισμό με τις νιγηριανές αρχές, θα είχε νόημα αν εντασσόταν σε πλαίσιο γενικευμένης αντιμετώπισης της ισλαμιστικής τρομοκρατίας και της φυλετικής βίας — δηλαδή ενός έργου που απαιτεί βαθύτερη μελέτη των συγκρούσεων και ξεκάθαρη εικόνα για όσα συμβαίνουν στην Αφρική. Ειδαλλιώς, το στρατηγικό αποτέλεσμα είναι περιορισμένο. Επιμένω σ’ αυτό, όπως επιμένω πάντοτε: η αμερικανική εξωτερική πολιτική αποφασίζεται και ασκείται μέσα σε θολό περιβάλλον πληροφοριών και ανταγωνιστικών αφηγήσεων. Επιπλέον, συχνά, αλλά όχι πάντοτε, οι αποφάσεις και οι επεμβάσεις βασίζονται, είτε ειλικρινώς είτε προσχηματικά, σε αμερικανικές αντιλήψεις· σ’ αυτή την περίπτωση (όπως παρουσιάστηκε δημοσίως από την Ουάσιγκτον) στη «θρησκευτική ελευθερία», την οποία οι Αφρικανοί δεν αναγνωρίζουν. Οι περισσότεροι έχουν επείγοντα προβλήματα επιβίωσης, επισιτικής και «φυσικής»· η ζωή τους απειλείται από πλείστους παράγοντες: ισλαμιστικές συμμορίες, άγριες φυλές, ξηρασία, πραξικοπήματα και την πολιτική των γειτόνων τους, η οποία, συχνά, επηρεάζεται από την πολιτική των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Για παράδειγμα, η αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων επιτήρησης από τον Νίγηρα, τον Σεπτέμβριο του 2024, επηρέασε ολόκληρη την ενδοχώρα του Σαχέλ.

Ποια θα ήταν άραγε η αποτελεσματική πολιτική εναντίον της ισλαμιστικής επέκτασης και υπέρ των δημοκρατικών θεσμών που θα συνέβαλλαν στην ανάπτυξη της Δυτικής Αφρικής; Δεν ξέρω. Όλα φαίνονται εφικτά στα χαρτιά. Κατ’ αρχάς χρειάζεται πολιτική αναχαίτισης του ριζοσπαστικού Ισλάμ με σύλληψη ηγεσιών και διεθνή επιτήρηση και λογοδοσία —οι τακτικές της αναχαίτισης είναι γνωστές, έχουν εφαρμοστεί πολλές φορές στο παρελθόν· μερικές φορές λειτουργούν, άλλες φορές δεν λειτουργούν. Επίσης, χρειάζεται διακριτική παρουσία στο πεδίο και ευρύτερη συνεργασία με τις κυβερνήσεις — αυτό που κάνει η Κίνα δηλαδή.

Αποτελεσματική θα ήταν η πολιτική που θα υπερέβαινε τα τεχνητά κρατικά σύνορα, βασιζόμενη σε πληροφορίες και εντοπισμό στόχων σε ολόκληρη την αφρικανική ήπειρο

Ενδεχομένως, η βελτίωση των οικονομικών συνθηκών να βελτιώσει και τις συνθήκες της ασφάλειας — αν και, στην πραγματικότητα, τέτοιοι αυτοματισμοί δεν υπάρχουν. Ωστόσο, ο Tinubu πρέπει να βοηθηθεί τόσο έναντι των ισλαμιστών που συνδυάζουν ανταρτοπόλεμο με μηχανισμούς ελέγχου εμπορίου, «προστασίας», επιβολής μη κυβερνητικών κανόνων, όσο και έναντι των οικονομικών και κλιματικών προκλήσεων που αφορούν ολόκληρη την ήπειρο. Νομίζω ότι αποτελεσματική θα ήταν η πολιτική που θα υπερέβαινε τα τεχνητά κρατικά σύνορα και που θα βασιζόταν σε πληροφορίες και εντοπισμό στόχων σε ολόκληρη την αφρικανική ήπειρο.

Αν οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται σοβαρά για την αντιμετώπιση του Ισλάμ —το οποίο τροφοδοτούν ενεργά από το 1980-81 στο Αφγανιστάν, αλλά και μέσω των συμμάχων τους στην περιοχή του Κόλπου— πρέπει να πλήξουν τους χρηματοδότες των ισλαμιστικών δυνάμεων (Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Τουρκία, Ιράν κλ.π.). Το να ρίχνουν μια μπομπίτσα σε στρατόπεδο ισλαμιστών ανταρτών δεν προσφέρει τίποτα, ακόμα κι αν μερικοί μαχητές εκδημούν προς παράδεισο με πιλάφια· οι ισλαμιστές έχουν τεράστια δύναμη πειθούς· διαμορφώνουν τους διαδόχους τους προτού εκδημήσουν. Ούτε η αναχαίτιση της νιγηριανής μετανάστευσης στις ΗΠΑ μέσω κατάργησης της βίζας προσφέρει κάτι στην πολιτική: το πολύ πολύ μερικοί κατατρεγμένοι να μην καταφέρουν να φτάσουν στις αμερικανικές ακτές και να περιοριστούν στις ευρωπαϊκές. 

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY