- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Άγνωστες Ηρωίδες: Ζόρα Νιλ Χέρστον, η διάσημη συγγραφέας με τον ανώνυμο τάφο
Μυθιστοριογράφος, ανθρωπολόγος, λαογράφος, θεατρική συγγραφέας και δημοσιογράφος
Οι αθέατες πρωτοπόροι της επιστήμης, των ιδεών, των τεχνών και των γραμμάτων: Αυτές είναι οι ιστορίες τους. Γυναίκες που άλλαξαν τον κόσμο
Η ιστορία γράφεται από άντρες, και συχνά παραλείπει τις γυναίκες εκείνες που υπήρξαν οι σιωπηλές αρχιτέκτονες της προόδου, αφήνοντας το έργο τους στο περιθώριο της συλλογικής μνήμης. Από τα εργαστήρια της πυρηνικής φυσικής και τα πεδία των μαχών έως τις κορυφές των ορέων και τις απαγορευμένες ζώνες του πνεύματος, οι γενναίες αυτές γυναίκες αψήφησαν τους περιορισμούς της εποχής τους και άλλαξαν τον ρου των γεγονότων. Η παρούσα σειρά κειμένων δεν επιχειρεί να αποκαταστήσει την ιστορική αλήθεια, αλλά να παρουσιάσει μικρά πορτρέτα με τη ζωή και τη δράση γυναικών που, παρά την καθοριστική συμβολή τους, παρέμειναν —αν όχι όλες, οι περισσότερες— επί πολύ χρόνο στην αφάνεια: μια μικρή αναδρομή σε ιστορίες γεμάτες θάρρος και ευφυΐα, που αποδεικνύουν ότι η εξέλιξη του κόσμου φέρει ανεξίτηλο, αν και συχνά αόρατο, γυναικείο αποτύπωμα.
Η Ζόρα Νιλ Χέρστον γεννήθηκε το 1891 στην Αλαμπάμα, αλλά μεγάλωσε στο Ίτονβιλ της Φλόριντα, μία από τις πρώτες αμιγώς μαύρες αυτοδιοικούμενες κοινότητες στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το Ίτονβιλ υπήρξε καθοριστικό για τη σκέψη και το έργο της. Σε αντίθεση με πολλούς Αφροαμερικανούς συγγραφείς της εποχής που έγραφαν κυρίως μέσα από το πρίσμα της καταπίεσης και του φυλετικού τραύματος, η Hurston ενδιαφερόταν έντονα για την καθημερινότητα, τη γλώσσα, το χιούμορ, τις αφηγήσεις και την πολιτισμική αυτονομία των μαύρων κοινοτήτων του Νότου.
Η παιδική της ηλικία διαταράχθηκε από τον θάνατο της μητέρας της όταν ήταν έφηβη. Ακολούθησαν χρόνια αστάθειας, περιστασιακών εργασιών —έκανε κάθε δουλειά του ποδαριού που μπορεί να φανταστεί κανείς— και περιπλάνησης. Για να μπορέσει να επιστρέψει στην εκπαίδευση, πλαστογράφησε την ηλικία της στα επίσημα έγγραφα για να φαίνεται μικρότερη. Σπούδασε στο Howard University και αργότερα στο Barnard College, όπου έγινε η πρώτη μαύρη φοιτήτρια του ιδρύματος.
Για να μπορέσει να επιστρέψει στην εκπαίδευση, πλαστογράφησε την ηλικία της στα επίσημα έγγραφα για να φαίνεται μικρότερη
Στο Barnard μαθήτευσε κοντά στον Franz Boas, έναν από τους θεμελιωτές της σύγχρονης ανθρωπολογίας. Η επιρροή του επάνω της ήταν καταλυτική. Η Hurston δεν αντιμετώπισε τη λαϊκή κουλτούρα των Αφροαμερικανών σαν «γραφικό» υλικό, αλλά σαν πολύτιμο πολιτισμικό αρχείο. Ταξίδεψε στον αμερικανικό Νότο συλλέγοντας παραμύθια, τραγούδια, προφορικές αφηγήσεις, θρησκευτικές πρακτικές και γλωσσικά ιδιώματα. Αργότερα ταξίδεψε και στην Καραϊβική, ιδίως στην Αϊτή και την Τζαμάικα.
Στη δεκαετία του 1920 συνδέθηκε με τη Harlem Renaissance, το πολιτισμικό κίνημα που ανέδειξε αφροαμερικανικές φωνές στη λογοτεχνία, τη μουσική και τις τέχνες. Ήταν εκρηκτική προσωπικότητα, κοινωνική, αστεία, προκλητική και συχνά αντισυμβατική. Συνδέθηκε με σημαντικές μορφές της εποχής, όπως ο Langston Hughes, αν και η σχέση τους κατέληξε σε ρήξη.
Ήταν εκρηκτική προσωπικότητα, κοινωνική, αστεία, προκλητική και συχνά αντισυμβατική
Το λογοτεχνικό της έργο περιλαμβάνει μυθιστορήματα, διηγήματα και θεατρικά έργα, καθώς και την αυτοβιογραφία της. Το γνωστότερο έργο της είναι το μυθιστόρημα «Τα μάτια τους κοιτούσαν τον Θεό» (1937: στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 2023 σε μία έξοχη μετάφραση της Μυρσίνης Γκανά από τις Εκδόσεις Αίολος, έναν οίκο με εξαιρετικά προσεκτικές επιλογές), η ιστορία της Τζέινι Κρόφορντ, μιας γυναίκας που αναζητά αυτονομία, αγάπη και προσωπική φωνή μέσα σε έναν κόσμο κοινωνικών περιορισμών. Το βιβλίο σήμερα θεωρείται κλασικό, αλλά στην εποχή του αντιμετωπίστηκε αμφίθυμα. Ορισμένοι μαύροι διανοούμενοι, όπως ο Richard Wright, της καταλόγισαν ότι δεν ήταν αρκετά «πολιτικό» και ότι δεν αντιμετώπιζε ευθέως τον ρατσισμό.
Άλλα σημαντικά έργα της είναι το «Jonah’s Gourd Vine» (1934), το «Mules and Men» (1935, υβρίδιο ανθρωπολογικής καταγραφής και λογοτεχνικής αφήγησης), το βασισμένο στις έρευνές της στην Καραϊβική «Tell My Horse» (1938), και η αυτοβιογραφία της «Dust Tracks on a Road» (1942).
Πολιτικά, η Hurston υπήρξε δύσκολο να κατηγοριοποιηθεί. Είχε απόψεις που προκάλεσαν αντιδράσεις, ακόμη και εντός της αφροαμερικανικής κοινότητας. Αντιτάχθηκε σε ορισμένες μορφές κρατικά επιβαλλόμενης ενσωμάτωσης και διατηρούσε ένα έντονο ατομικιστικό πνεύμα. Αυτό συνέβαλε βέβαια στην περιθωριοποίησή της.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της ήταν σκληρά. Η φήμη της είχε καταρρεύσει, τα βιβλία της είχαν πάψει να κυκλοφορούν ευρέως, και αντιμετώπιζε τρομερές οικονομικές δυσκολίες. Έκανε διάφορες δουλειές για να τα βγάλει πέρα — κυρίως καθάριζε σπίτια. Πέθανε το 1960 βουτηγμένη στη φτώχεια, σε ηλικία 69 ετών, και την έθαψαν σε έναν ανώνυμο τάφο στη Φλόριντα. Η αναβίωση του ενδιαφέροντος για το έργο της ήρθε τη δεκαετία του 1970, κυρίως χάρη στην Alice Walker, που αναζήτησε τον τάφο της, τον βρήκε, έβαλε μία πλάκα επάνω με χαραγμένη τη φράση «A Genius of the South», και έγραψε το επιδραστικό δοκίμιο «In Search of Zora Neale Hurston». Από εκεί και μετά, η Hurston επανήλθε δυναμικά στον λογοτεχνικό κανόνα.
Η αναβίωση του ενδιαφέροντος για το έργο της ήρθε τη δεκαετία του 1970, κυρίως χάρη στην Alice Walker, που αναζήτησε τον τάφο της, τον βρήκε, έβαλε μία πλάκα επάνω με χαραγμένη τη φράση «A Genius of the South»
Σήμερα θεωρείται η συγγραφέας εκείνη που κατέγραψε με σπάνια ζωντάνια τη μαύρη αμερικανική εμπειρία, όχι μόνο σαν πεδίο καταπίεσης αλλά και σαν χώρο δημιουργικότητας, χιούμορ, επιθυμίας, γλωσσικής ευρηματικότητας και πολιτισμικής πολυπλοκότητας. Η μεγάλη της συμβολή βρίσκεται ακριβώς εκεί: στο ότι επέμεινε να δείξει μια ζωή πλήρη, πραγματική και σφύζουσα, όχι μονοδιάστατη και εν πολλοίς κατασκευασμένη.
Η Zora Neale Hurston (1891-1960) υπήρξε μία από τις πιο ιδιότυπες και παράλληλα πιο σημαντικές μορφές της αμερικανικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα: μυθιστοριογράφος, ανθρωπολόγος, λαογράφος, θεατρική συγγραφέας και δημοσιογράφος. Για δεκαετίες έμεινε σχεδόν ξεχασμένη· σήμερα θεωρείται κεντρική φυσιογνωμία της Harlem Renaissance και αναγνωρίζεται από το σύνολο των ειδικών και των αναγνωστών σαν μία από τις σημαντικότερες Αφροαμερικανές συγγραφείς. Και εκείνη που επηρέασε τις περισσότερες άλλες μαύρες συγγραφείς έκτοτε, μέχρι και τις μέρες μας.
* * *
Το σημερινό κείμενο θα τελείωνε εδώ, αν δεν τύχαινε να διαβάζαμε αυτές τις ημέρες το ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ δοκιμιακό βιβλίο της Αλίς Ζενιτέρ, «Όλο το μισό του κόσμου» (μεγαλειώδης μετάφραση από τη Ρούλα Γεωργακοπούλου, Εκδόσεις Εστία). Στο πρώτο μισό, η Ζενιτέρ μιλά για τη γυναικεία λογοτεχνία, ή καλύτερα τη λογοτεχνία που γράφουν γυναίκες συγγραφείς (το βιβλίο αυτό «δεν είναι παρά η εξιστόρηση μιας γυναίκας που θα ήθελε να αφήνει η μυθοπλασία τα παράθυρά της ορθάνοιχτα»), οπότε μιλά βέβαια και για τη Χέρστον. Προφανώς, τα λέει πολύ-πολύ-πολύ καλύτερα από εμάς. Αφού σάς προτρέψουμε να προμηθευθείτε αυτό το βιβλίο και να το διαβάσετε, παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα:
Σ’ ένα μυθιστόρημα που μ’ αρέσει πολύ, υπάρχουν δύο ετεροφυλόφιλες ηρωίδες, δύο φίλες που σ’ όλο το βιβλίο συζητάνε μεταξύ τους. Ή, μάλλον, η μία μιλάει στην άλλη. […]. Είναι το μυθιστόρημα “Their Eyes Were Watching God” [«Τα μάτια τους κοιτούσαν τον Θεό»] της Ζόρα Νιλ Χέρστον, που είχα την ευκαιρία να αναφέρω επανειλημμένα και για το οποίο έχω γράψει ένα εκτενές άρθρο στη φεμινιστική επιθεώρηση La Déferlante. Αν είχα διαβάσει το βιβλίο της Χέρστον νωρίτερα, δεν θα είχα ταλαιπωρηθεί τόσο να απαντήσω στην ερώτηση: «Με ποια λογοτεχνική ηρωίδα ταυτίζεστε ή ποια προτιμάτε;». Μάλλον θα είχα φωνάξει: «Μου αρέσει η Τζέινυ!». Έλα όμως που το ανακάλυψα μόλις πρόσφατα, το 2018, όταν μου το έστειλε η Sika Fakambi, η έξοχη μεταφράστριά του. Μέχρι τότε δεν είχα ακούσει ποτέ να μιλούν γι’ αυτήν την επιμελώς κρυμμένη από την ιστορία της λογοτεχνίας συγγραφέα [autrice].
Η ζωή της Χέρστον —γιατί εν τω μεταξύ φρόντισα να μάθω— διέγραψε τεθλασμένη τροχιά: μια εκθαμβωτική άνοδος την παίρνει μακριά από την Αλαμπάμα (όπου γεννήθηκε το 1891) και προς το τέλος έχει μια πτώση φρικτή και κοινότοπη, τόσο αργή που πέρασε απαρατήρητη. Τα πρώτα χρόνια, η σχολική πορεία της Χέρστον σε κάνει να πιστεύεις αν όχι στο «αμερικάνικο όνειρο», τουλάχιστον στην κοινωνική άνοδο (άλλωστε είναι η πρώτη που περηφανεύεται γι’ αυτό): το κοριτσάκι που έπλενε τις σκάλες του σχολείου της στην Τζάκσονβιλ, επειδή ο πατέρας της δεν μπορούσε πια να πληρώνει τα δίδακτρα, φεύγει για να σπουδάσει στο Howard University (στην Ουάσιγκτον), κατόπιν στο Barnard (στη Νέα Υόρκη), όπου γίνεται η πρώτη μαύρη φοιτήτρια και το 1928 παίρνει δίπλωμα ανθρωπολογίας. Αυτή η εικόνα της λαμπρής νεαρής έγχρωμης γυναίκας που η «αξία της» έχει αναγνωριστεί στο πανεπιστήμιο επισκιάζεται ωστόσο από το γεγονός ότι η Χέρστον παλεύει σ’ όλη της τη ζωή να βρει τα απαραίτητα χρήματα για τις πανεπιστημιακές της σπουδές, όπως και για τις επί του πεδίου έρευνές της ως ανθρωπολόγος ή για τη συγγραφή των βιβλίων της. Σε όλη τη διάρκεια της καριέρας της, είναι εξαρτημένη από κάθε λογής μέντορες — όλοι τους πλούσιοι και λευκοί: «μπαμπάδες» και «νονές» που πρέπει να μένουν ικανοποιημένοι, γιατί θέλουν τα λεφτά τους να πιάνουν τόπο.
Αυτή η εικόνα της λαμπρής νεαρής έγχρωμης γυναίκας που η «αξία της» έχει αναγνωριστεί στο πανεπιστήμιο επισκιάζεται ωστόσο από το γεγονός ότι η Χέρστον παλεύει σ’ όλη της τη ζωή να βρει τα απαραίτητα χρήματα για τις πανεπιστημιακές της σπουδές, όπως και για τις επί του πεδίου έρευνές της ως ανθρωπολόγος ή για τη συγγραφή των βιβλίων της
Στη δεκαετία του 1920, η Χέρστον βρίσκεται λοιπόν στη Νέα Υόρκη, όπου αναδεικνύεται σε μια από τις εμβληματικές μορφές του κινήματος Harlem Renaissance. Είναι μία από τις συνιδρύτριες της επιθεώρησης Fire!!, η οποία δυστυχώς δεν μπόρεσε να προχωρήσει πέρα από το πρώτο της φύλλο, καθώς τα γραφεία της καταστράφηκαν μερικώς από... φωτιά. Στις λίγες φωτογραφίες που έχουν διασωθεί από εκείνη την εποχή, η Χέρστον έχει ένα τεράστιο χαμόγελο, φρύδια τοξωτά, ενώ τα τολμηρής κομψότητας καπέλα της χαράζουν μια διαγώνιο στο κάδρο. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, αυτή και ο ποιητής Λάνγκστον Χιουζ συνδέονται με φιλία, εμφορούμενοι από την ίδια επιθυμία να δημιουργήσουν μια μαύρη λογοτεχνία που θα έφερνε στην επιφάνεια τη δημιουργικότητα της αφροαμερικάνικης κοινότητας — μολονότι οι πολιτικές τους απόψεις ήταν αντίθετες. Η Χέρστον θεωρούσε εαυτήν ρεπουμπλικανή, ενώ εκείνος δήλωνε κομμουνιστής. […]
Η δεκαετία του 1930 είναι για τη Χέρστον περίοδος ερευνών επί του πεδίου (στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά επίσης στην Τζαμάικα και την Αϊτή) και περίοδος συγγραφής (εκδίδει τρία μυθιστορήματα και δύο ανθρωπολογικές μελέτες). Τα βιβλία δεν γνωρίζουν εμπορική επιτυχία, και ορισμένες κριτικές, ιδιαίτερα εκείνες που προέρχονται από την αφροαμερικάνικη κοινότητα, είναι επιθετικές, αφήνοντας ωστόσο να διαφανεί η θέση που κατέχει η Χέρστον: δεν γίνεται να μη διαβάσεις τα βιβλία της, δεν γίνεται να μη μιλήσεις γι’ αυτά — ακόμα κι αν τα απεχθάνεσαι.
Η δεκαετία του 1940 μοιάζει λίγο μ’ εκείνη του 1930, αλλά τα ταξίδια και τα χρήματα είναι λιγότερα... Σε ένα άρθρο των Los Angeles Times του 1991, η Ελίζαμπεθ Μίρεν θυμάται ότι, ακόμα κι αν αθροίσουμε τα δικαιώματα από όλα αυτά τα μυθιστορήματα, τα θεατρικά έργα, τα δοκίμια και τα διηγήματα, η Χέρστον κέρδισε συνολικά λιγότερα από χίλια δολάρια σ’ όλη της τη ζωή (έτσι καταλαβαίνουμε καλύτερα την ανάγκη χορηγών). Ήταν το 1942 που η Χέρστον δημοσίευσε την αυτοβιογραφία της με τίτλο “Dust Tracks on a Road” [«Ίχνη σκόνης στον δρόμο»], όταν ακόμα μπορούσε να αφηγείται μια ιστορία ανόδου, αγνοώντας τι επρόκειτο να της συμβεί την επόμενη δεκαετία...
Τη δεκαετία του 1950, η Χέρστον, που έχει εγκατασταθεί στη Φλόριντα, ξαναπέφτει στη φτώχεια. Η Κοινωνική Πρόνοια παίρνει τη θέση των μαικήνων και των εμβασμάτων από εκδότες. Γράφει το χαρακτηριστικό κείμενο «Αυτό που οι λευκοί εκδότες δεν θα δημοσιεύσουν ποτέ», ένα άρθρο για το αφροαμερικάνικο περιοδικό Negro Digest, μέσα στο οποίο εμφανίζεται η φράση που θα μπορούσε να συνοψίσει τη ζωή της: «Ένας μαύρος που έχει σπουδάσει δεν θεωρείται ωστόσο ένα πρόσωπο σαν τους άλλους, αλλά ένα ενδιαφέρον πρόβλημα». Η σχετική επιτυχία της φθίνει και εξαφανίζεται, τα γραπτά της σιγά σιγά ξεχνιούνται: πανεύκολο άλλωστε, αφού, ήδη απ’ όταν βρισκόταν στο απόγειο της λογοτεχνικής της ζωής, οι άνδρες συνάδελφοί της επέκριναν με σφοδρότητα την έλλειψη πολιτικής θέσης, της προσήπταν ότι ξεχνιόταν σε «έναν εύκολο αισθησιασμό», ενώ θα έπρεπε να ανοίξει πόλεμο. Με το ίδιο σκεπτικό ο Ρίτσαρντ Ράιτ, συγγραφέας του μυθιστορήματος “Το μαύρο αγόρι”, επιτέθηκε στο “Their Eyes Were Watching God”, ισχυριζόμενος ότι το έργο δεν είχε «κανένα θέμα, κανένα μήνυμα, κανέναν στοχασμό». Φτάνει μάλιστα στο σημείο να κατηγορήσει το βιβλίο ότι δεν γράφτηκε για το μαύρο αναγνωστικό κοινό, αλλά για να σιγοντάρει τις προκαταλήψεις των λευκών. Η Χέρστον κάνει τη μια μικροδουλειά μετά την άλλη για να ζήσει: βιβλιοθηκάριος, υπηρέτρια, ωρομίσθια καθηγήτρια... Δεν τίθεται πια θέμα να «κάνει το άλμα προς τον ήλιο», όπως της έλεγε συχνά η μητέρα της όταν ήταν μικρή. Αποκλειστικό μέλημα είναι πια μόνον η επιβίωση. Πεθαίνει ξεχασμένη το 1960.
Η σχετική επιτυχία της φθίνει και εξαφανίζεται, τα γραπτά της σιγά σιγά ξεχνιούνται: πανεύκολο άλλωστε, αφού, ήδη απ’ όταν βρισκόταν στο απόγειο της λογοτεχνικής της ζωής, οι άνδρες συνάδελφοί της επέκριναν με σφοδρότητα την έλλειψη πολιτικής θέσης, της προσήπταν ότι ξεχνιόταν σε «έναν εύκολο αισθησιασμό», ενώ θα έπρεπε να ανοίξει πόλεμο
Επί σχεδόν δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατό της, το όνομά της δεν υπήρχε πάνω στον τάφο της, ώσπου οι συγγραφείς Άλις Γουόκερ και Charlotte Hunt αντικατέστησαν την άγραφη πέτρα που ήταν τοποθετημένη πάνω από το σώμα της Χέρστον με μια άλλη όπου αποκαλούνταν «Η ιδιοφυΐα του Νότου». Η Γουόκερ διηγήθηκε την πορεία των ερευνών της ώσπου να βρει τα ίχνη της ξεχασμένης και, κατά κάποιον τρόπο, επίτηδες εξαφανισμένης συγγραφέως [autrice], στο άρθρο «Αναζητώντας τη Ζόρα», που δημοσιεύτηκε στο Ms. Μετά από αυτήν, αρκετές μαύρες Αμερικανίδες συγγραφείς [écrivaines] παθιάστηκαν με το έργο της Χέρστον. Διάνοιξαν τη χρονολογική σειρά της Ιστορίας της λογοτεχνίας για να την επανεγκαταστήσουν εκεί και να την ανακηρύξουν πρόγονό τους. Ανάμεσα σ’ εκείνες που έλεγαν ή εξακολουθούν να λένε ότι θεωρούν τα βιβλία της κληρονομιά τους βρίσκονται η Τόνι Μόρρισον, η Μάγια Αγγέλου, η Τζαμάικα Κίνκεϊντ, ακόμα και η Ζέιντι Σμιθ. […] Οι λογοτεχνικές γενεαλογίες είναι από τα πράγματα που με συναρπάζουν: οι επινοημένες οικογένειες, τα προϊόντα ελεύθερης επιλογής — τη βρίσκω ιδιαίτερα όμορφη αυτή την οικογένεια.
Ανάμεσα σ’ εκείνες που έλεγαν ή εξακολουθούν να λένε ότι θεωρούν τα βιβλία της κληρονομιά τους βρίσκονται η Τόνι Μόρρισον, η Μάγια Αγγέλου, η Τζαμάικα Κίνκεϊντ, ακόμα και η Ζέιντι Σμιθ
Η μνήμη και οι λέξεις της Χέρστον κυκλοφορούν ανάμεσα σ’ αυτές τις γυναίκες εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια...
* * *
Κλείνουμε το σημερινό μας σημείωμα με το κείμενο οπισθοφύλλου από το σπουδαίο μυθιστόρημα της Χέρστον (θυμίζουμε: κυκλοφορεί από τον Αίολο), που επίσης προτρέπουμε με ζήλο τον αναγνώστη να το προμηθευθεί:
Όταν η Τζέινι στα δεκάξι της πιάστηκε ν’ ανταλλάσσει φιλιά με κάποιον, η γιαγιά της την παντρεύει άρον-άρον μ’ έναν εξηντάρη κτηματία. Η Τζέινι δεν το βάζει κάτω· ανήσυχο πνεύμα, ψάχνει να βρει την ταυτότητά της και, μέσα από χαρές και λύπες, μαθαίνει την αγάπη και επιτέλους συμφιλιώνεται με τον εαυτό της.
Όταν πρωτοεκδόθηκε, το 1937, το «Τα μάτια τους κοιτούσαν τον Θεό», με πρωταγωνίστρια μια υπερήφανη, ανεξάρτητη μαύρη γυναίκα, οι άνδρες κριτικοί το αγνόησαν ή το απέρριψαν. Εκτός κυκλοφορίας σχεδόν σαράντα χρόνια, επανακυκλοφόρησε το 1978 και έκτοτε θεωρείται ως το πιο πολυδιαβασμένο βιβλίο της αφροαμερικανικής λογοτεχνίας.
Η Τζέινι Κρόφορντ μιλά με αμεσότητα για τη ζωή της, τους γάμους της, την επιθυμία της να μη λειτουργεί ούτε ως υποζύγιο ούτε ως διακοσμητικό στοιχείο δίπλα στον άντρα. Διακηρύσσει ότι ακολούθησε δυο πράγματα στη ζωή της: πρώτα-πρώτα ότι βγήκε εκεί έξω μόνη της ν’ αντιμετωπίσει τη ζωή και ύστερα ότι έψαξε να βρει την ευτυχία, κάτι διόλου απλό και εύκολο.
Η Άλις Γουόκερ, η συγγραφέας του Πορφυρού Χρώματος, παραδέχεται ότι δεν υπάρχει γι’ αυτήν πιο σπουδαίο βιβλίο απ’ αυτό. «Μου μιλά μ’ έναν μοναδικό τρόπο που κανένα μυθιστόρημα, παλιότερο ή νεότερο, δεν το καταφέρνει». «Για μένα το “Τα μάτια τους κοιτούσαν τον Θεό” είναι ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα... Δεν υπάρχει βιβλίο που ν’ αγαπώ περισσότερο απ’ αυτό», παραδέχεται και η πολυβραβευμένη Αγγλίδα συγγραφέας Ζέιντι Σμιθ.
* * *
Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού, ή μιας Άλλης Γυναίκας. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Μην ξεχνάτε, επίσης, πως κάθε Τρίτη έχουμε και πόντκαστ! Σας ευχαριστούμε πολύ.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Μυθιστοριογράφος, ανθρωπολόγος, λαογράφος, θεατρική συγγραφέας και δημοσιογράφος
Από την «τιμωρημένη» στην «τιμωρό»: Μια πορεία διά πυρός και σιδήρου
Mία από τις πιο αναγνωρίσιμες εκπροσώπους της σύγχρονης σκανδιναβικής αστυνομικής λογοτεχνίας μιλάει στην ATHEN VOICE
Η εμπειρία της επίσκεψης σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο πρέπει να εμπλουτιστεί. Και η τεχνολογία δίνει αυτή τη δυνατότητα με ευκολία και σχετική οικονομία.
Mια γλυκόπικρη ιστορία αγάπης μεταξύ δύο γυναικών στην αποικιοκρατούμενη Ταϊβάν
Ένα βιβλίο που συνέβαλε στη σύγχρονη παιδαγωγική και σφράγισε τον δυτικό τρόπο ζωής
Μία ακόμη μεγάλη δωρεά φιλαναγνωσίας από τον Τζέιμς Πάτερσον
Ο διάσημος Ισπανός συγγραφέας μιλάει στην ATHENS VOICE με αφορμή το βιβλίο «Το τελευταίο πρόβλημα» που διαδραματίζεται σε ένα φανταστικό νησί κοντά στην Κέρκυρα
Τα βιβλία «Τονική μετάθεση» και «Στα Υστερόγραφα» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Βακχικόν
Σε σύγχρονη, στρωτή μετάφραση του Παναγιώτη Γιαννακόπουλου, από τις εκδόσεις Κάκτος
Το έργο δεν επιδιώκει να δικαιώσει επιλογές ούτε να κατασκευάσει εύκολες βεβαιότητες
Η αυτοβιογραφία του βραβευμένου Αμερικανού ηθοποιού που θα κυκλοφορήσει τον Νοέμβριο
Η βασίλισσα του αστυνομικού μυθιστορήματος και οι σκοτεινές στιγμές της ζωής της
Μια ιστορία φαντασίας γεμάτη ένταση και συναίσθημα
Μια «δημοσιογραφική» εξερεύνηση του πένθους, για τον εκλιπόντα σύζυγο της επί σαράντα έτη, τον συγγραφέα Τζον Νταν
Το μυθιστόρημα «Τι συνέβη εκείνη τη νύχτα;» των Nicci French (μετάφραση Κίκα Κραμβουσάνου, Εκδόσεις Διόπτρα), κυκλοφορεί στις 20 Μαΐου
Ποιος είναι ο συγγραφέας του βιβλίου στο οποίο βασίστηκε η μεγάλη κινηματογραφική επιτυχία με τον Ράιαν Γκόσλινγκ
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.