Βιβλιο

Thomas Mann, «Ο Μάριο και ο μάγος»

Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο

kyriakos_1.jpg
Κυριάκος Αθανασιάδης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Thomas Mann, «Ο Μάριο και ο μάγος»

Νέοι τίτλοι που ξεχωρίζουν, προτάσεις που αξίζουν τον χρόνο σας, κείμενα για το βιβλίο και την ανάγνωση

Thomas Mann, «Ο Μάριο και ο μάγος» (μετάφραση Μαρία Μαντή, 136 σελίδες, Εκδόσεις Μεταίχμιο)

Νά ένα από τα πιο καίρια πολιτικά κείμενα του Τόμας Μαν, γραμμένο σαν μια προσπάθεια αντίδρασης, ή και προειδοποίησης, στην άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη. Στην περίφημη αυτή νουβέλα, που διαδραματίζεται σε μια φανταστική παραθαλάσσια ιταλική πόλη, ο αφηγητής περιγράφει τις διακοπές της οικογένειάς του, που δηλητηριάζονται από ένα κλίμα εθνικιστικής υστερίας, ξενοφοβίας και επιθετικότητας. Το κέντρο της αφήγησης είναι η παράσταση του μάγου Τσιπόλα, ενός τσαρλατάνου που υποτάσσει τους θεατές του μέσω του φόβου, του εξευτελισμού, αλλά και της παράξενης γοητείας που ασκεί. Το κεντρικό ερώτημα του βιβλίου είναι αν η ανθρώπινη βούληση μπορεί να παραμείνει αυτόνομη υπό πίεση. Και αν η φιγούρα του Τσιπόλα μάς θυμίζει σαφώς τον Μουσολίνι, η ύπνωση συμβολίζει —ανάμεσα σε άλλα— τη μαζική ψυχολογία του φασισμού, εντός τού οποίου το άτομο παραιτείται από την κρίση του και ακολουθεί τυφλά τον ηγέτη.

Δεν θα πούμε όμως εμείς περισσότερα. Θα δώσουμε ευθύς αμέσως τον λόγο στη μεταφράστρια του βιβλίου Μαρία Μαντή, αφού πρώτα την ευχαριστήσουμε θερμά για την προθυμία και τον χρόνο της. Νά τι μας είπε:

* * *

Ο «Μάριο και ο Μάγος» είναι από εκείνα τα κείμενα του Τόμας Μαν που αντιστέκονται επίμονα σε μία και μοναδική ερμηνεία. Από την πρώτη του δημοσίευση το 1930 έως σήμερα, η νουβέλα έχει διαβαστεί ως πολιτική αλληγορία, ως σχόλιο πάνω στην άνοδο του φασισμού, αλλά και ως στοχασμός για τη δύναμη της τέχνης και τη σχέση ανάμεσα στον δημιουργό και το κοινό του. Η μορφή του Τσιπόλα, του μάγου-υπνωτιστή που σταδιακά επιβάλλεται στο κοινό του, μπορεί να ιδωθεί ταυτόχρονα ως φιγούρα πολιτικής εξουσίας και ως καλλιτεχνικό αρχέτυπο. Είναι ο δημαγωγός που καθυποτάσσει, αλλά και ο performer που γνωρίζει άριστα τους μηχανισμούς της σκηνικής επιβολής. Το κοινό αντιστέκεται στιγμιαία, αλλά τελικά υποκύπτει.
Το ερώτημα που τίθεται αφορά τόσο την εξουσία που ασκείται, όσο και τη διάθεση υποταγής που την καθιστά δυνατή. Η νουβέλα, έτσι, λειτουργεί σε δύο επίπεδα: αφενός ως ιστορικά προσδιορισμένο κείμενο, εγγεγραμμένο στο κλίμα της μεσοπολεμικής Ευρώπης, και αφετέρου ως διαχρονική διερεύνηση της γοητείας της εξουσίας και της ευθραυστότητας της ατομικής βούλησης. Η σκηνή του θεάτρου μετατρέπεται σε μικρογραφία μιας κοινωνίας, όπου η ελευθερία και η χειραγώγηση συνυπάρχουν σε μια ασταθή ισορροπία. Αυτό που καθιστά το έργο ανθεκτικό στον χρόνο είναι ακριβώς αυτή η αμφισημία του. Ο Μαν αφήνει το κείμενο να ταλαντεύεται ανάμεσα σε διαφορετικές αναγνώσεις και, τελικά, να επιστρέφει τελικά μέχρι σήμερα κάθε φορά που τίθεται το ερώτημα της εξουσίας, της πειθούς και της ευθύνης.

Αυτό που με εντυπωσίασε ιδιαίτερα είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Μαν καταφέρνει, μέσα σε λίγες μόνο σελίδες, να μεταστρέψει την ατμόσφαιρα: μια ιστορία ειδυλλιακών διακοπών στην ιταλική Ριβιέρα, κάτω από το μεσογειακό φως, μετατρέπεται σε μια σκοτεινή, ανοίκεια αφήγηση, που σταδιακά αποκτά τα χαρακτηριστικά παραβολής — και, τελικά, μιας παραβολής του ίδιου του φασισμού. Η μετάβαση αυτή γίνεται σχεδόν ανεπαίσθητα, μέσα από μικρές ρωγμές στον φαινομενικά ήρεμο κόσμο του κειμένου.

Ιδιαίτερα απόλαυσα τα σημεία όπου, πίσω από το χιούμορ και την παρατηρητική ειρωνεία του αφηγητή, διακρίνεται μια βαθύτερη παθογένεια, μια διάβρωση που αφορά μια ολόκληρη κοινωνία σε διαδικασία διαμόρφωσης και όπου η υπερβολή λειτουργεί ως ένδειξη μιας γενικευμένης νεύρωσης. Χαρακτηριστική είναι η εμπειρία του αφηγητή στην παραλία:

«Φουτζιέρο!» Αυτή η κραυγή αντηχεί ακόμη στ’ αυτιά μου, μιας και επί είκοσι πρωινά την άκουγα εκατό φορές τη μέρα, δίπλα μου, ακατέργαστη, βγαλμένη με σχεδόν μηχανική απόγνωση. «Φουτζιέρο! Rispondi almeno! – Απάντα τουλάχιστον!» […] Η κραυγή απευθυνόταν σ’ ένα αντιπαθέστατο αγόρι μ’ ένα αηδιαστικό έγκαυμα ανάμεσα στις ωμοπλάτες, που έδινε καθημερινό ρεσιτάλ ανυπακοής, ανάγωγης συμπεριφοράς και κακίας, ενώ παράλληλα ήταν και υπέρμετρα δειλό, ικανό ν’ αναστατώσει ολόκληρη την παραλία με την υστερική του μεμψιμοιρία.

Μια μέρα ένας μικρός κάβουρας του τσίμπησε το δάχτυλο μέσα στο νερό. Η αρχαιοπρεπής, ηρωική οιμωγή που έβγαλε εξαιτίας αυτής της ασήμαντης ενόχλησης, διαπερνούσε το μεδούλι και δημιουργούσε την εντύπωση πως είχε συμβεί τρομερό ατύχημα. Προφανώς θεωρούσε πως όχι μόνο είχε τραυματιστεί, αλλά και ότι είχε δηλητηριαστεί θανάσιμα. Σύρθηκε έξω, κυλίστηκε στην άμμο μέσα σε φαινομενικά αφόρητους πόνους, ουρλιάζοντας «Όχι!» και «Ωιμέ!», κλοτσώντας και απωθώντας με χέρια και με πόδια τις τραγικές ικεσίες της μητέρας του και τα καθησυχαστικά λόγια των παρευρισκομένων. Όλος ο κόσμος μαζεύτηκε γύρω του. Έφεραν γιατρό, τον ίδιο που τόσο νηφάλια είχε αποφανθεί για τον κοκκύτη των παιδιών μας στο ξενοδοχείο και που για άλλη μια φορά απέδειξε την επιστημονική του ευθύτητα. Καλοπροαίρετα και καθησυχαστικά, χαρακτήρισε το περιστατικό μηδαμινό κι ασήμαντο και συνέστησε απλώς την επιστροφή του ασθενούς στο νερό, για να καταπραϋνθεί το τσούξιμο.

Παρ’ όλα αυτά, στη συνέχεια:

[…] Ο Φουτζιέρο μεταφέρθηκε με φορείο, με μεγάλη συνοδεία, σαν τραυματίας πολέμου. […] Κι όμως, ο δωδεκάχρονος αυτός ανήκε στους βασικούς φορείς μιας ευρύτερης διάθεσης που πλανιόταν στον αέρα κι έκανε έναν τόσο αγαπητό τόπο διαμονής να μας δημιουργεί ανησυχία. […] Έκανε επίδειξη αξιοπρέπειας, τηρούσε, κυρίως μπροστά στους ξένους, στάση σοβαρότητας και πειθαρχημένης επισημότητας, παρουσίαζε μια επιδεικτικά αφυπνισμένη αίσθηση τιμής – γιατί; Σύντομα καταλάβαμε ότι το ζήτημα ήταν πολιτικό, πως η ιδέα του έθνους είχε μπει στο παιχνίδι.

Thomas Mann, «Ο Μάριο και ο μάγος»

Όπως επισημαίνει ο αφηγητής, αυτό το επεισόδιο δεν είναι απλώς ένα στιγμιότυπο καθημερινής υπερβολής. Ο Φουτζιέρο εμφανίζεται ως φορέας μιας ευρύτερης διάθεσης που αλλοίωνε την εμπειρία του τόπου. Η αθωότητα και η ανεπιτήδευτη χαλαρότητα έχουν δώσει τη θέση τους σε μια πειθαρχημένη στάση που μοιάζει να υπαγορεύεται από μια αδιόρατη, πιεστική αρχή. Έτσι, πολύ πριν την εμφάνιση του Τσιπόλα, το έδαφος έχει ήδη προετοιμαστεί. Η εξουσία αναδύεται μέσα από μια κοινωνία που έχει αρχίσει να την επιθυμεί, ή τουλάχιστον να την ανέχεται. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο ο Μαν δείχνει με οξυδέρκεια όχι μόνο τον μηχανισμό της επιβολής, αλλά και τις συνθήκες που την καθιστούν δυνατή.

Μαρία Μαντή

  • Διαβάστε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο:

Αφού λοιπόν ολοκλήρωσε τη γραφή και έκρυψε αυτό που είχε γράψει κάτω από το χαρτί, εξέφρασε την επιθυμία ν’ ανέβουν στη σκηνή δύο άτομα για να βοηθήσουν στον αριθμητικό υπολογισμό. Δεν υπήρχε καμία δυσκολία — ακόμα και οι λιγότερο προικισμένοι στα μαθηματικά ήταν απολύτως κατάλληλοι. Όπως συνήθως, κανείς δεν προσφέρθηκε, και ο Τσιπόλα πρόσεξε να μη φέρει σε δύσκολη θέση το εκλεκτότερο τμήμα του κοινού του. Στράφηκε στις θέσεις των ορθίων και απευθύνθηκε σε δύο γεροδεμένους νεαρούς που στέκονταν στο βάθος της αίθουσας. Τους προκάλεσε, τους ενθάρρυνε, τους κατηγόρησε πως ήταν κατακριτέο να χαζεύουν αδρανείς χωρίς να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην κοινωνία, και τελικά τους κινητοποίησε.

Με βαριά βήματα διέσχισαν τον κεντρικό διάδρομο, ανέβηκαν στη σκηνή και στάθηκαν μπροστά στον πίνακα, χαμογελώντας αμήχανα κάτω από τις ζητωκραυγές των συντρόφων τους. Ο Τσιπόλα αστειεύτηκε για λίγο μαζί τους, επαίνεσε την ηρωική στιβαρότητα των μελών τους και το μέγεθος των χεριών τους, τόσο κατάλληλων να προσφέρουν στην ομήγυρη τη ζητούμενη υπηρεσία, και έπειτα έδωσε στον έναν τη διαταγή να γράφει τους αριθμούς που θα του υπαγόρευε. Ο άντρας όμως δήλωσε ότι δεν ήξερε να γράφει. «Non so scrivere» είπε με τραχιά φωνή και ο φίλος του πρόσθεσε: «Ούτε κι εγώ».

Ένας Θεός ξέρει αν έλεγαν αλήθεια ή αν απλώς ήθελαν να κοροϊδέψουν τον Τσιπόλα. Εκείνος πάντως κάθε άλλο παρά συμμεριζόταν τη γενική ευθυμία που προκάλεσε η ομολογία τους. Είχε προσβληθεί και αηδιάσει. Καθόταν σταυροπόδι στο κέντρο της σκηνής, σε μια ψάθινη καρέκλα, καπνίζοντας ξανά ένα φτηνό τσιγάρο, που τώρα έμοιαζε να απολαμβάνει ακόμα περισσότερο, αφού είχε ήδη πιει και δεύτερο κονιάκ όσο οι δύο ανόητοι πλησίαζαν στη σκηνή.

Ρούφηξε πάλι βαθιά τον καπνό και τον άφησε να ξεχυθεί ανάμεσα απ’ τα δόντια του. Κουνώντας το πόδι του, με βλέμμα ψυχρό και στραμμένο μακριά απ’ τα δύο ξεδιάντροπα γελαστά πλάσματα —κι από το κοινό επίσης— κοίταξε σαν άνθρωπος που αποστρέφει τον εαυτό του και την αξιοπρέπειά του από τη θέα ενός εντελώς αξιοκαταφρόνητου φαινομένου.

  • Νά και το οπισθόφυλλο:

Σε ένα ιταλικό θέρετρο του Μεσοπολέμου, ένας υπνωτιστής-μάγος μετατρέπει τη σκηνή σε πεδίο εξουσίας. Το κοινό παρακολουθεί, γελά, υποκύπτει. Στο πρόσωπο του Τσιπόλα, ο Τόμας Μαν συμπυκνώνει τη γοητεία και τον τρόμο της χειραγώγησης, σε μια νουβέλα που διαβάζεται ταυτόχρονα ως πολιτική αλληγορία, ψυχολογικό δράμα και στοχασμός πάνω στη βούληση και την ελευθερία. Ο «Μάριο και ο μάγος», αν και γράφτηκε το 1929, παραμένει ένα από τα πιο επίκαιρα έργα του Μαν. Μια μικρή σε έκταση, αλλά μεγάλη σε δύναμη ιστορία για τη μαζική υποβολή, την ταπείνωση και την ύστατη πράξη που ανατρέπει τα πάντα.

  • Και ένα μικρό βιογραφικό του συγγραφέα:

Ο Thomas Mann (Τόμας Μαν, 1875-1955) συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα. Με το έργο του, το γερμανικό μυθιστόρημα απέκτησε νέα πνοή και εμβέλεια, κατακτώντας ισότιμη θέση στη διεθνή λογοτεχνική σκηνή. Η πολυεπίπεδη και στοχαστική γραφή του γνώρισε παγκόσμια αναγνώριση και άσκησε βαθιά επιρροή στον πνευματικό ορίζοντα της εποχής του. Για το έργο του τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1929. Από το 1933 έζησε στην εξορία, αρχικά στην Ελβετία και έπειτα στις ΗΠΑ. Μόλις το 1952 επέστρεψε στην Ευρώπη και εγκαταστάθηκε εκ νέου στην Ελβετία. Πέθανε το 1955 στη Ζυρίχη, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που εξακολουθεί να συνομιλεί με τις μεγάλες ηθικές και πολιτικές δοκιμασίες του σύγχρονου κόσμου.

Thomas Mann, «Ο Μάριο και ο μάγος»

Βρείτε το στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς σας, ή όπου αλλού σάς αρέσει να προμηθεύεστε τα βιβλία σας.

Η σειρά «Μικρά» του Μεταιχμίου —στην οποία εντάσσονται ολιγοσέλιδα μεν πλην πραγματικά σπουδαία έργα του 19ου και του 20ού αιώνα— έχει γίνει πολύ αγαπημένη μας, καθώς πιστεύουμε με πάθος πως το μέλλον της εκδοτικής αγοράς θα στηρίζεται στη μικρή φόρμα. Άλλωστε, και οι υπόλοιποι, έως τώρα, τίτλοι είναι ένας κι ένας. Ωραία βιβλία. Νά τοι:

  • Thomas Mann, «Ο μικρός κύριος Φρίντεμαν» (μετάφραση Γιώργος Δεπάστας)
  • Katherine Mansfield, «Je ne parle pas français» (μετάφραση Σοφία Αυγερινού)
  • Silvio D’Arzo, «Το σπίτι των άλλων» (μετάφραση Δήμητρα Δότση)
  • Edgar Allan Poe,«Γουίλιαμ Γουίλσον» (μετάφραση Κατερίνα Σχινά)
  • Elizabeth Gaskell, «Η ιστορία της παραμάνας» (μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου)
  • James Joyce, «Οι νεκροί» (μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης).

* * *

Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Τρίτη και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Μην ξεχνάτε, επίσης, πως έχουμε και πόντκαστ! Σας ευχαριστούμε πολύ.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ξενοφών Μπρουντζάκης, «Η βιβλιοθήκη των ανήσυχων κόσμων», Εκδόσεις Οξύ
Ξενοφών Μπρουντζάκης: Η λογοτεχνία απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη

Με το μυθιστόρημα «Η Βιβλιοθήκη των Ανήσυχων Κόσμων» συμμετέχει ενεργά στη συζήτηση για τα οφέλη και τους κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης και προσφέρει άφθονο υλικό για σκέψη

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY