- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Λυδία Φωτοπούλου: «Αγαπώ το θέατρο γιατί είναι ανθρωποκεντρικό»
Η γνωστή ηθοποιός μιλά για τα «Πρόσωπα στην άμμο» του Γιάννη Τσαμαντάκη και την επιστροφή της στην Επίδαυρο
Η Λυδία Φωτοπούλου συμμετέχει φέτος στην παράσταση «Πρόσωπα στην άμμο» στο θέατρο ΕΛΕΡ και στις «Τρωάδες» στην Επίδαυρο
Η Λυδία Φωτοπούλου εμφανίζεται επί οθόνης στην παράσταση του Γιάννη Τσαμαντάκη «Πρόσωπα στην Άμμο», που παίζεται στο θέατρο ΕΛΕΡ, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Κομνηνού. Πρόκειται για ένα ποιητικό κείμενο, που συνομιλεί με τον Τάσο Λειβαδίτη, αλλά και τον Γουόλτ Γουίτμαν, τον Χαλίλ Γιμπράν και πολλούς άλλους, μεταφέροντας τους προβληματισμούς του συγγραφέα για τη ζωή, τον χρόνο που κυλά, την αγάπη, την ενσυναίσθηση, την απώλεια...
Με αφορμή τον ρόλο της αφηγήτριας που έχει στην παράσταση, μιλήσαμε μαζί της για τη συνεργασία της με τον Γιάννη Τσαμαντάκη, για το ποιητικό κείμενο και τα θέματα που θίγει, αλλά και για την καριέρα της στο θέατρο, την Επίδαυρο και την επιστροφή της στο αργολικό θέατρο έπειτα από καιρό.
Λυδία Φωτοπούλου: Συνέντευξη με αφορμή την παράσταση «Πρόσωπα στην Άμμο» στο θέατρο ΕΛΕΡ
Είστε η αφηγήτρια στην παράσταση. Πώς ήταν η συνεργασία με τον Γιάννη Τσαμαντάκη και τον Δημήτρη Κομνηνό;
Δεν γνώριζα τον κ. Τσαμαντάκη καθόλου. Με πλησίασε, μου έδωσε το κείμενο, βρήκα ότι είχε πολύ ενδιαφέρον αλλά πραγματικά δεν μπορούσα να φανταστώ τη σκηνική του απόδοση, λόγω της ποιητικής του διάστασης. Όταν μου το είπε, ένιωσα είναι ότι ναι μεν θα μπορούσα να είμαι η αφηγήτρια με τον τρόπο που, αλλά από την άλλη αισθανόμουν ότι ένα σώμα μικροκαμωμένο όπως είναι το δικό μου πάνω στη σκηνή δεν θα μπορούσε να το αποδώσει όπως το είχε φανταστεί. Ίσως μάλιστα η μεταφορά αυτή να είχε και μια διδαχή, που θα έβγαινε ζωντανά στη σκηνή. Κι εμένα δεν μου αρέσει καθόλου το διδακτικό θέατρο. Και τότε του πρότεινα να το βιντεοσκοπήσουμε ώστε να εμφανίζεται στη σκηνή μια μορφή που να μην ξέρεις από πού έρχεται: αν έρχεται από το παρελθόν, αν έρχεται από το μέλλον, αν είναι στο παρόν. Και έτσι το κάναμε. Στην παρουσίαση του δίσκου του Γιάννη Τσαμαντάκη πριν από 2 χρόνια περίπου. Εκεί παίχτηκαν ζωντανά τα κομμάτια του έργου, ενώ εγώ αφηγούμαι το κείμενο σε βιντεοσκοπημένη μορφή. Στη συνέχεια, όταν αποφασίστηκε να ανέβει στο θέατρο ΕΛΕΡ, επικοινώνησαν μαζί μου ο κ. Τσαμαντάκης με τον Κύριο Κομνηνό και με ρώτησαν αν μπορούν να χρησιμοποιήσουν αυτό το βίντεο στο ανέβασμα της παράστασης «Πρόσωπα στην άμμο». Ευχαρίστως έδωσα την άδεια μου. Και πραγματικά και εγώ εντυπωσιάστηκα με το αποτέλεσμα διότι και εγώ είδα την παράσταση ως θεατής στην επίσημη πρεμιέρα όπως και εσείς. Και πραγματικά μου άρεσε πολύ όλη αυτή την ιδέα που τόσο ωραία πραγματοποιεί ο Φοίβος Παπακώστας. Άλλωστε εγώ για αυτό το κείμενο έλεγα πάντοτε πως είναι σαν ένας ποιητικός οδηγός επιβίωσης. Δηλαδή σου θυμίζει κάποια πράγματα που ίσως έχουμε ξεχάσει ξεκινώντας από τα παιδικά χρόνια μιλώντας πολύ για την αγάπη και για το μοίρασμα και κάπως σου παίρνει τους φόβους σου. Αισθανόμουνα δηλαδή ότι μπορούσες εκεί μέσα να πατήσεις τα πόδια σου - γι' αυτό λέω οδηγός επιβίωσης. Και μου άρεσε πολύ που στο τέλος αυτός ο άστεγος κάθεται στον θρόνο, με μια άλλη είδους σιγουριά, ότι μπορεί να τα βγάλει πέρα σε αυτή τη ζωή.
Το κείμενο μιλά για την αγάπη, την απώλεια, τον χρόνο, την τρυφερότητα. Πώς σας αγγίζουν εσάς προσωπικά αυτά τα ζητήματα και πώς δουλέψατε για να φτιάξετε το αρχικό βίντεο; Έχει υποστεί επεξεργασία για να χρησιμοποιηθεί στην παράσταση;
Ήταν το ίδιο ακριβώς. Ο σκηνοθέτης κράτησε κάποια από τα λόγια μου και τα υπόλοιπα τα μοίρασε στους ηθοποιούς της παράστασης. Οπότε απλώς έχει αφαιρέσει κάποια κομμάτια του αρχικού, δίχως να έχει κάνει οποιαδήποτε επεξεργασία. Να τονίσω βέβαια ότι είχαμε βέβαια και πολύ μεγάλη φροντίδα στο βίντεο από τον δημιουργό του και από τον παραγωγό τότε. Πριν γίνει το βίντεο, είχα δουλέψει αρκετά μόνη μου προσπαθώντας να καταλάβω τι έπρεπε να περάσω μέσα από αυτό. Δεν ήθελα καθόλου να βγαίνει μια διδακτική χροιά όπως ανέφερα και παραπάνω. Από εκεί και πέρα, θεωρώ ότι είναι ένα πραγματικά πολύ ποιητικό κείμενο, μπολιασμένο με ποιητές που έχουμε αγαπήσει, όπως ο Τάσος Λειβαδίτης ή ο Χαλίλ Γκιπράν αλλά και πολλοί άλλοι. Ο Γιάννης μου ήρθε και μου είπε «κάντο όπως νιώθεις». Και έτσι και έγινε.
Ποια είναι η δική σας σχέση με τον χρόνο;
Θα υπάρξουν και στιγμές που θα πω «άει στο καλό, γιατί κουράζομαι τώρα περισσότερο;». Αλλά από την άλλη, νιώθω καλύτερα από όταν ήμουν πιο νέα γιατί τον χρόνο σου μπορείς να τον κάνεις ό,τι θέλεις. Ενώ αισθάνομαι και την ευλογία ότι μου δόθηκε αυτός ο χρόνος και όσος ακόμη θα μου δοθεί από εδώ και πέρα. Διότι δεν γερνάνε όλοι οι άνθρωποι.
Η αγάπη είναι κυρίαρχο στοιχείο της παράστασης. Μάλιστα στο κείμενο υπάρχει και σχεδόν αυτούσια -λίγο παραφρασμένη- η φράση από ένα ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη: «Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει». Εσείς πώς θα ορίζατε την αγάπη και πώς διαχειριστήκατε τον δικό σας ορισμό μέσα από το κείμενο;
Το πρέπει δεν ταιριάζει στην αγάπη. Κι όμως πολλές φορές λέμε ότι η αγάπη πρέπει να είναι ανιδιοτελής, πρέπει να δίνει και να μη νοιάζεται αν παίρνει. Τα λέμε όλα αυτά αλλά επειδή είμαστε άνθρωποι πολύ μικροί, πολύ ανασφαλείς που χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλο. Κάθε άνθρωπος χρειάζεται αυτήν την αγάπη για να ανθίσει. Όλα αυτά που τα βρίσκουμε υπέροχα στη θεωρία, όμως στην πράξη είναι δύσκολα για όλους μας. Στο κείμενο ο Γιάννης Τσαμαντάκης αναφέρει επακριβώς: «Θα σας πω ένα μυστικό: Ο κόσμος υπάρχει μόνο όταν τον μοιράζεσαι». Και εδώ ουσιαστικά ταιριάζει αυτό που σας έλεγα παραπάνω, ότι το βιβλίο αυτό λειτουργεί ως οδηγός επιβίωσης. Δηλαδή όσο κρατηθείς μακριά, σφιχτείς, κλειστείς στον εαυτό σου -είτε επειδή πονάς είτε επειδή είχες άσχημα παιδικά χρόνια-, τότε πηγαίνεις προς αυτό που θα σε κάνει πιο δηκτικό, πιο ειρωνικό και εντέλει πιο μοχθηρό άνθρωπο. Το μοίρασμα όμως είναι ένα μεγάλο μυστικό για να επιβιώσεις ανάμεσα στο είδος. Εμείς οι άνθρωποι έχουμε κάπως συνηθίσει να μισούμε ο ένας τον άλλο, ο ένας να εποφθαλμιά το κακό του διπλανού του. Δυστυχώς, αυτό το βλέπουμε πολύ συχνά στην καθημερινότητά μας. Και ιδίως τώρα στην εποχή που κυριαρχούν στις επικοινωνίες μας τα social media, βλέπεις ότι οι άνθρωποι έχουν μια ανάγκη να ρίξουν τον άλλον για να σηκωθούν εκείνοι.
Δράττομαι από αυτή τη φράση που είπατε και σας ρωτώ: θεωρείτε ότι σήμερα κρυβόμαστε πίσω από προσωπεία εντός ή εκτός εισαγωγικών;
Βέβαια. Αλλά, δεν φταίμε μόνο εμείς για αυτό. Είναι και η ζωή που πάρα πολλές φορές έχει γίνει πια σκληρή και επώδυνη - και εννοώ τα πρακτικά ζητήματα της ζωής. Οι περισσότεροι άνθρωποι υποφέρουν οικονομικά από δουλειές, από μια καθημερινότητα που τους είναι πολύ βαριά, οπότε έχουν ξεχάσει πώς ξεκίνησαν να κοιτάνε τον ουρανό κάποτε, πώς τους συγκινούσε ένα ανθισμένο δέντρο. Έχουμε τόσο πολύ κλειστεί και τόσο πολύ αλλάξει από αυτό το ανοιχτό πράγμα που ήμασταν στα παιδικά μας χρόνια - γιατί το παιδί είναι πάντα κάτι ανοιχτό στους γύρω του μέχρι να έρθει ο ενήλικας να το κλείσει και να το «μαντρώσει». Οπότε, ναι, χρησιμοποιούμε προσωπεία, που δεν μας ανήκουν γιατί απλώς εκεί αισθανόμαστε ίσως ασφαλείς.
Πότε χάνεται το παιδί μέσα μας;
Σε διαφορετική στιγμή για τον καθένα, αλλά δυστυχώς έρχεται για όλους. Ωστόσο, υπάρχουν και κάποιοι μαγικοί άνθρωποι που δεν το χάνουν ποτέ... Και είναι πολύ ωραίο που το τονίζει αυτό ο κ. Τσαμαντάκης, το να ρωτήσεις το «γιατί» των πραγμάτων, όπως τα παιδιά. Διότι αν για παράδειγμα ρωτήσεις γιατί ο ουρανός είναι γαλάζιος, θα ψάχνεις μια απάντηση στον ουρανό, οπότε αμέσως φεύγεις λίγο από την καθημερινή σου μιζέρια.
Πώς αποφασίσατε να γίνετε ηθοποιός;
Το αποφάσισα να αρχίσω πάρα πολύ ξαφνικά, από μια σχολική παράσταση, όταν κατάλαβα ότι την ώρα που έλεγα τα χορικά της Αντιγόνη συνέβαινε μέσα μου κάτι κοσμογονικό για μένα. Ήταν κάτι το οποίο δεν το είχα ξανανιώσει στη ζωή μου, ένιωθα ότι ξαφνικά ανήκα κάπου. Δηλαδή ανήκα σε αυτή τη στιγμή αυτού του κειμένου, αυτού του γραπτού που γράφτηκε τόσα χρόνια πριν και εμένα μου μιλούσε και ήθελα να το μεταφέρω. Δεν μπορούσα να το συγκεκριμενοποιήσω, απλώς από την ώρα που το ένιωσα δεν μπορούσα να φύγω μακριά του. Και ενώ ετοιμαζόμουν να σπουδάσω αρχιτεκτονική, έδωσα στη δραματική σχολή. Και πρέπει να πω ότι υπήρχαν ώρες και στιγμές που την ώρα της παράστασης ένιωθα ότι ανήκα κάπου ολόκληρη, ότι δεν ήμουν κατακερματισμένη σε άγχη και στεναχώριες. Και αυτό με κράτησε όλα αυτά τα χρόνια. Ήμουν και μια πολύ τυχερή ηθοποιός που δούλεψε πολύ με πολύ σημαντικούς ανθρώπους και πολλά σημαντικά έργα και κείμενα και ρόλους τα οποία είναι μια ολόκληρη περιουσία για τον καθένα μας, γίνεται κομμάτι του εαυτού σου. Ο κάθε ρόλος γίνεται μια εμπειρία για το σώμα του ηθοποιού.
Υπάρχουν άνθρωποι που επηρέασαν την πορεία σας, σας πήγαν ένα βήμα παραπέρα;
Υπήρχαν φυσικά άνθρωποι που συναντήθηκα και με βοήθησαν να πάω παραπέρα. Δεν πάει κανείς μόνος του πιο πέρα. Και το θέατρο είναι ένα καθαρά συνεργασιακό επάγγελμα. Και εγώ επειδή πάντα πιστεύω στον ρόλο του σκηνοθέτη, αυτού που έχει το όραμα για κάτι και μ' αρέσει να πηγαίνω με αυτό, συνάντησα πολλούς ανθρώπους με όραμα. Οπότε δεν ξέρω από πού να αρχίσω, μην τυχόν και μου ξεφύγει κάποιος. Αλλά πιστεύω ότι κάθε μου συνεργασία έφερνε και ένα κέρδος. Και χαίρομαι που δουλεύω και με πιο νέους τώρα, ενώ έχω μεγαλώσει. Αλλά από πού να αρχίσω. Ακόμα η Μάγια Λυμπεροπούλου, που σαν ηθοποιός δίπλα μου, όχι σώνει και καλά, σαν ηθοποιό που την έβλεπα. Μετά δουλέψαμε και μαζί σε έργο, στη σκηνοθεσία. Επίσης, μου έδιναν πολλά οι παραστάσεις που έβλεπα, οι σκηνοθέτες και οι συνάδελφοί μου. Ήταν μια πορεία του δούναι και λαβείν. Και με γέμισε πάρα πολύ. Τα τελευταία χρόνια δεν κάνω τόσο πολύ θέατρο. Νιώθω μια μικρή κούραση. Γενικώς, όχι από το θέατρο.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχετε κάνει και τηλεόραση.
Ναι, πολύ. Ό,τι δεν έκανα στα νιάτα μου, το έκανα τώρα.
Τηλεόραση vs Θέατρο: πώς σας εκφράζει καλλιτεχνικά το κάθε μέσο;
Η τηλεόραση είναι πολύ πιο εύκολη δουλειά. Δηλαδή, είναι πολύ πιο εύκολη τουλάχιστον όπως γίνεται. Όχι όπως γίνεται, είναι πιο εύκολη δουλειά. Δηλαδή, έχεις τη δυνατότητα κάτι να αλλάξεις, κάτι να γυρίσεις. Από την άλλη, στη τηλεόραση δεν μπορείς να χτίσεις ακριβώς ένα χαρακτήρα γιατί τα πράγματα είναι αρκετά κατακερματισμένα. Δηλαδή, δεν μπορείς να ξεκινήσεις να κάνεις μια σκηνή του τέλους που δεν έχεις δει πώς έχεις φτάσει μέχρι εκεί. Ενώ το θέατρο έχει τη μαγεία του να χτίζεις ένα πράγμα το οποίο οδεύει προς ένα τέλος. Δηλαδή, το πιάνεις από την αρχή του μέχρι εκεί που έχει να φτάσει μέσα στο έργο. Το οποίο είναι πολύ ωραίο. Στην τηλεόραση αυτό δεν υπάρχει. Ύστερα, η τηλεόραση είναι πιο ξεκούραστη με την έννοια ότι θα μάθεις ένα κείμενο, θα πας να το γυρίσεις και όταν επιστρέφεις στο σπίτι σου το κείμενο αυτό έχει τελειώσει. Δεν το θυμάσαι πια. Ενώ το θεατρικό κείμενο είναι κάτι το οποίο ζει μέσα σου τουλάχιστον για τέσσερις-πέντε μήνες σου διαρκούν οι πρόβες, οι παραστάσεις, αλλά και για πολύ καιρό ακόμα. Είναι δηλαδή μια διαδικασία πολύ πιο δημιουργική. Δηλαδή η συνομιλία ανάμεσα στο ρόλο, με σένα και το ρόλο δεν σταματάει τελείως. Θα σου ξανά έρθει στον δρόμο σου κάτι. Είτε βλέποντάς το, είτε ακόμα και παίρνοντας ένα βιβλίο να το διαβάσεις ξανά, ας πούμε. Να θυμηθείς κάτι ή να πεις κάτι. Έρχεσαι ξανά σε επαφή με αυτά τα κείμενα. Επίσης, όλα τα χρόνια που κάνω τηλεόραση, δεν κάνω θέατρο. Δεν μπορώ να κάνω πολλά πράγματα μαζί, όπως έχουν πλέον συνηθίσει οι νέοι ηθοποιοί. Όταν έχω θέατρο, θέλω να αφιερώνομαι σε αυτό.
Υπήρχε κάποιος ρόλος ή κάποιοι ρόλοι, που σας έχει συνομιλήσει περισσότερες φορές στη ζωή σας;
Ναι, «Η νύχτα της Ιγκουάνα» του Τένεσι Ουίλιαμς, όπου υποδυόμουν μια γεροντοκόρη που γυρνάει με τον παππού της και ζητιανεύουν. Αλλά ήταν πολύ καθώς πρέπει ζητιάνοι και η ηρωίδα είχε μια πάρα πολύ φιλοσοφημένη θέση πάνω στη ζωή. Αυτή την κουβαλάω πολύ συχνά μέσα μου, γιατί ήταν πολύ ωραία στιγμή του Τένεσι Ουίλιαμς. Και είναι ένα κείμενο που δεν ανεβαίνει συχνά. Ξανανέβηκε βέβαια τελευταία πριν τέσσερα-πέντε χρόνια, σε σκηνοθεσία της Μαρίας Μαγκανάρη. Και το είδα και χάρηκα πάρα πολύ. Και φυσικά η «Γκόλφω», επειδή ο Καραθάνος ήξερε πώς να μιλήσει στις ψυχές όλων μας και των ηθοποιών και μετά του κοινού, είναι κάτι που έχει μείνει. Αλλά είναι και τόσο πολλά άλλα. Το θέατρο το αγαπώ γιατί είναι ανθρωποκεντρικό. Μέσα από τις παραστάσεις μελετά τι κάνει ο άνθρωπος μέσα σε αυτόν τον κόσμο και πώς τον κατανοεί, τον καταλαβαίνει, ζει, περνάει, περπατάει, αντιδράει, πολεμάει, μισεί, αγαπάει. Και αυτός είναι ο πλούτος που έλεγα, η περιουσία που κουβαλάμε μετά από τόσα έργα.
Με τον κινηματογράφο δεν έχετε ασχοληθεί πολύ. Γιατί;
Δεν έτυχε. Τώρα τον χειμώνα, το Νοέμβρη, μάλλον θα συμμετέχω σε μια ταινία, οπότε θα το δω και πιο καλά. Δεν έχει πιο πολλά γυρίσματα από άλλες που είχα κάνει.
Πώς ήταν η πρώτη σας εμπειρία στην Επίδαυρο;
Η πρώτη μου μεγάλη εμπειρία την Επίδαυρο ήταν όταν υποδύθηκα τη Θεονόη στην Ελένη του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία του Ανδρέα Βουτσινά, ενώ τα εκπληκτικά κοστούμια και τα σκηνικά τα είχε αναλάβει ο Φωτόπουλος. Με την πανέμορφη Αλεξάνδρα Λαδικού στον ρόλο της Ελένης. Ο Βουτσινάς τον είχε προσεγγίσει τον ρόλο μου τελείως τρελά - ωραία τρελά δηλαδή. Είχε μετατρέψει το έργο σε μια ευφρόσυνη κωμωδία. Άλλωστε ο ίδιος έλεγε ότι διάβαζε το κείμενο και έσκαγε στα γέλια. Οπότε το ανέβασε ως μια «τρελή παράσταση». Τι πυροτεχνήματα, τι πυραμίδες Αιγυπτιακές, τι πισίνες, σιντριβάνια, κλπ. Και έβγαινα εγώ ως Θεονόη και γύρω μου είχα 8-10 γυναίκες πανύψηλες. Εν τω μεταξύ εγώ ήμουν πάντα μια σταλιά. Τότε που ήμουν νέα, έμοιαζα με παιδάκι. Αλλά με έβαλε στο κέντρο με ένα μαστίγιο και τις έκανα όλες ό, τι ήθελα. Γιατί ήθελε να δείξει ότι όταν κάποιος έχει την εξουσία, μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να την εφαρμόζει. Το δύσκολο στον ρόλο μου ήταν ότι την ώρα που έβγαινα στη σκηνή, έπρεπε να ισορροπώ στο ένα πόδι, καθώς χόρευα κάτι αιγυπτιακούς χορούς. Και δεν θα ξεχάσω πόσο έτρεμε αυτό το πόδι... Αλλά δεν έπεσα! Επίσης ο Βουτσινάς είχε γεμίσει τη σκηνή με άμμο και έπρεπε να περπατάς πάνω σε αυτή με μικρά βήματα, ώστε να μην πέσεις πάλι...Θυμάμαι ότι ήταν για σώμα πρωτοαθλητή αυτή η παράσταση. Και έτσι είναι η Επίδαυρος. Είναι πρωταθλητισμός. Να σημειώσω ότι πριν από αυτό είχα συμμετάσχει σε 4-5 χορούς. Έχεις μεν τρακ αλλά δεν είναι το ίδιο. Διότι στον χορό είναι σαν να ανήκεις σε ένα σμήνος πουλιών. Δεν είσαι ένα πουλί που πετάει μόνο του και πρέπει να πετάξει σωστά. Έχεις την ασφάλεια των συναδέλφων σου.
Τι θυμάστε από την Άλκηστη, μια από τις πιο πολυσυζητημένες παραστάσεις για τις αντιδράσεις του κόσμου;
Εγώ τότε έπαιζα στον «Ηρακλή Μαινόμενο», την προηγούμενη παράσταση από την Άλκηστη. Είχα τελειώσει την παράσταση και καθόμουν στο κοινό νομίζω. Θυμάμαι πάρα πολύ καλά ότι όταν ο κόσμος άρχισε να ωρύεται. Και ο Αλέκος Ουδινότης (που έπαιζε τον Άδμητο), προσπαθούσε να τους ηρεμήσει, ενώ γινόταν χαμός. Μάλιστα χρησιμοποιούσε μια φράση από τον μονόλογό του, προσφωνόντας το κοινό «φίλοι μου». Ωστόσο ο κόσμος έφευγε μέσα από τη σκηνή και φώναζε πολύ...
Επιστρέφετε στην Επίδαυρο έπειτα από καιρό το καλοκαίρι. Σε ποιο ρόλο θα σας δούμε;
Στις Τρωάδες, σε σκηνοθεσία της Ελένης Ευθυμίου και μάλιστα στην ίδια μετάφραση του Τσαρούχη που είχαμε χρησιμοποιήσει όταν το είχε ανεβάσει ο Βουτσινάς. Εγώ τότε έπαιζα την Κασσάνδρα, ενώ τώρα την Εκάβη. Και το είδα σαν ότι έρχεται να κλείσει ένας κύκλος και να την αποχαιρετήσω νομίζω πια την επίδαυρο γιατί θέλει πάρα πολλή αντοχή και δεν ξέρω ακόμα αν την έχω. Τότε την Εκάβη την έκανε η Αλέκα Παΐζη και έχω στο μυαλό μου πάρα πολύ, πάρα πολύ αυτόν τον άνθρωπο δηλαδή ήταν εξαιρετική και σαν άνθρωπος πρώτα απ' όλα και σαν ηθοποιός και ήταν η Αλέκα, Εκάβη εγώ Κασσάνδρα την αποκαλούσα μανούλα μου και από τότε πάντα μανούλα μου έμεινε η Αλέκα και τώρα θα κάνω την Εκάβη.
Επόμενα σχέδια μετά την Επίδαυρο;
Τον Οκτώβρη θα ανεβάσουμε μία παράσταση που θα τη σκηνοθετήσει η Μαρία Μαγκανάρη με την αγαπημένη μου Ευδοκία Ρουμελιώτη στο Θέατρο Άνεσις, που βασίζεται στα κείμενα και τα γράμματα της Μαργαρίτας Καραπάνου με τη μητέρα της Μαργαρίτα Λυμπεράκη.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η γνωστή ηθοποιός μιλά για τα «Πρόσωπα στην άμμο» του Γιάννη Τσαμαντάκη και την επιστροφή της στην Επίδαυρο
Μια σύγχρονη παραβολή με έντονο πολιτικό πρόσημο την Παρασκευή 17 και το Σάββατο 18 Ιουλίου
Από 29 Μαΐου έως και 1 Ιουνίου 2026
Νοσταλγία και μεταμοντέρνα ματιά για τον ελληνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του 1960 και για τους ηθοποιούς που παραμένουν ζωντανοί μέσα μας
Η παράσταση θα παρουσιαστεί στις 24 και 25 Ιουλίου
Το παιδικό θεατρικό έργο της Γιώτας Τζουάνη θα παίζεται το καλοκαίρι 2026
Μια συζήτηση με τον Παναγή Παγουλάτο, σκηνοθέτη της ανασύνθεσης της ιστορικής παράστασης από την Εθνική Λυρική Σκηνή
Μετά από το Νοβι Σαντ, τη Λευκωσία, τη Μπολόνια, τη Γκορίτσια και τη Θεσσαλονίκη επιστρέφει για 5 τελευταίες παραστάσεις στην Εθνική Λυρική Σκηνή
Μετά το Πάσχα και πριν την έναρξη της θερινής σεζόν, έχουμε πολλές πρεμιέρες και πολλές επαναλήψεις από προηγούμενα έτη
Μια μουσικοθεατρική προσέγγιση των διεθνών πολιτισμών του καρναβαλιού
Μια σύγχρονη ανάγνωση του κλασικού έργου, με το βλέμμα στο μέλλον
Η συν-σκηνοθέτρια Ντιάνα Θεοχαρίδη μιλάει στην ATHENS VOICE για το τολμηρό έργο περί ρευστότητας των φύλων
Η ιστορική «Κάρμεν» του 1875 αναβιώνει στη Λυρική μέσα από τη σκηνοθετική ματιά του Ρομάν Ζιλμπέρ
Οι πρεμιέρες και εκείνες που ρίχνουν αυλαία το προσεχές διάστημα
Θηριοτροφείο στο Θέατρο Δρόμος, σε κείμενο και σκηνοθεσία του Δημήτρη Τσεκούρα
Lemon & Special Piano Night για την πιο πολυταξιδεμένη θεατρική παράσταση στην Ελλάδα - Ανοιχτό Θέατρο «Αλίκη Βιουγιουκλάκη» Βριλήσσια
Όταν ο ανθρώπινος πόνος και η οδύνη μεταμορφώνονται σε εκδίκηση
Η παράσταση κάνει πρεμιέρα τον Ιούνιο στο Θέατρο Δάσους και θα παρουσιαστεί τον Αύγουστο στην Επίδαυρο
Η ζωή του σαν σκηνή – τώρα στη «Τζένη Τζένη» του Νίκου Καραθάνου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, μια αναμέτρηση με την κλασική ταινία της Φίνος Φιλμ
Η νέα διασκευή της κωμωδίας του Αριστοφάνη είναι η απάντηση στην τρέλα με την τρέλα
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.