Μουσικη

Μάνος Αχαλινωτόπουλος: Ένας λόγιος κλαριντζής, από τα πανηγύρια στις διεθνείς αίθουσες συναυλιών

Ο μουσικός και Καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονία μιλάει στην ATHENS VOICE για τη μουσική και ακαδημαϊκή του διαδρομή

aggelos-sfakianakis.jpg
Άγγελος Σφακιανάκης
15’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Μάνος Αχαλινωτόπουλος: Ένας λόγιος κλαριτζής, από τα πανηγύρια στις διεθνείς αίθουσες συναυλιών
Ο Μάνος Αχαλινωτόπουλος σε ηχογράφηση στο BBC

Μάνος Αχαλινωτόπουλος: Ο κορυφαίος Έλληνας κλαρινετίστας μιλάει στην ATHENS VOICE για τη σημασία της μουσικής και του κλαρίνου στην ελληνική καλλιτεχνική πραγματικότητα, κοινότητα και παράδοση

Σπούδασε θεωρητικά με τον Ν.Ντρέλλα και τον Μ. Τραυλό. Σπούδασε επίσης παιδαγωγικά στη Μαράσλειο Παιδ. Ακαδημία, καθώς επίσης πολιτικές επιστήμες και μουσικολογία στο ΕΚΠΑ. Τον Μάιο του 2024 εκλέγεται τακτικός Καθηγητής του Τμήματος Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, μετά από 15ετή διαδρομή, όταν και ανέλαβε Λέκτορας στο ίδιο τμήμα τον Σεπτέμβριο του 2009.

Ο Μάνος Αχαλινωτόπουλος συμμετέχει στην παράσταση «Η Ευτυχία της Αργιθέας | Φτύχω η Αργιθεάτισσα». Μαζί του οι Μάκης Παπαδημητρίου, Γιώργος Γάλλος, Φώτης Σιώτας, Σταυρούλα Γιαννάτου, Σεσίλ Μικρούτσικου και Μαρκέλα Σιάμου. Ο Μάνος Αχαλινωτόπουλος μίλησε στην ATHENS VOICE, ξετυλίγοντας το κουβάρι της αυτής πλούσιας διαδρομής, από τα ελληνικά πανηγύρια στο πανεπιστήμιο και τις διεθνείς σκηνές. Πάντοτε με το αγαπημένο του κλαρίνο ανά χείρας.

- Θα μου πεις για τα παιδικά σου χρόνια;
Η καταγωγή του πατέρα μου είναι από την Κωνσταντινούπολη, του παππού μου δηλαδή, ο πατέρας μου γεννήθηκε στην Καβάλα αλλά δεν έζησε εκεί, σύντομα έφυγαν. Περαστικός. Οι απώτεροι είναι από Νεάπολη Καππαδοκίας. Nevsehir λέγεται τώρα η Νεάπολη.

- Υπήρχαν μουσικοί στην οικογένεια, άκουγες όργανα στο σπίτι;
Δεν υπήρχαν μουσικοί στην οικογένεια. Από τη μεριά του πατέρα μου δεν υπήρχαν μουσικοί. Από τη μεριά της μητέρας μου, που κατάγεται από την ορεινή Ναυπακτία, από εκεί υπήρχε ένας θείος. Ξάδερφος της μάνας μου που έπαιζε κλαρίνο. Καλλίφωνοι ήταν στην οικογένεια. Πιο πολύ από την πλευρά του πατέρα μου. Εξαιρετικά καλές φωνές. Δεν λέγανε παραδοσιακά. Λέγανε ρετρό και λαϊκά. Στα γλέντια άκουγα πολύ μουσική. Τραγουδούσαν όλοι, χορεύανε. Μικρός είχα την τύχη να πηγαίνω στην ορεινή Ναυπακτία, στα μέρη της μάνας μου που λέγεται Ελατόβρυση, εκεί γινόντουσαν γλέντια και πανηγύρια και εκεί ήρθα σε επαφή με τη δημοτική μουσική. Εκεί βρήκα χρώματα πολλά στη μουσική από πολύ μικρός. Δεν μπήκε εθιμοτυπικά μέσα μου. Μπήκε αισθηματικά. Γιατί εκεί παίζονταν με έναν τρόπο αληθινό. Δεν παιζόταν σαν φολκλόρ. Ήτανε ζωντανή μουσική. Εκεί και στο Μεσολόγγι το κλαρίνο ήτανε ό,τι το πιάνο και τα Γαλλικά για τους αστούς. Θυμάμαι όταν 10-11 χρονών ξεκίνησα να παίζω, μου κάναν κρίσεις οι μεγαλύτεροι, οι γέροι για το παίξιμό μου. Να τώρα παίζει θλιμμένα, τώρα κάνε αυτό, τώρα το άλλο και με επιβραβεύανε από μικρό. Αυτό τους αφορούσε όλους. Η μουσική ήταν πολύ μες στη ζωή τους. Ήταν θέμα κοινό όλης της κοινότητας. Όλοι τραγουδούσαν, χορεύανε. Είχαν άποψη. Ένα βοσκό να εύρισκες, ήξερε πώς να κάνει το καλάμι να κλαίει. Όταν τα καλοκαίρια έμενα 2-3 μήνες εκεί και ξέμενα από καλάμια (σ.σ. Καλάμι ανταλλακτικό στο επιστόμιο καθοριστικό για την παραγωγή του ήχου), έπρεπε να στείλω να μου φέρουν από τη Ναύπακτο. Ανακάλυψα πως καλάμια είχε το περίπτερο στη Ναύπακτο μπροστά από του Καπορδέλη το καφενείο. Το καλάμι δηλαδή ήταν είδος πρώτης ανάγκης. Μαζί με τα τσιγάρα, τις εφημερίδες, τα σπίρτα. Τόσο μες στη ζωή τους ήτανε.

Μάνος Αχαλινωτόπουλος: Ένας λόγιος κλαριτζής, από τα πανηγύρια στις διεθνείς αίθουσες συναυλιών
Σε νεαρή ηλικία. Από το προσωπικό αρχείο του Μάνου Αχαλινωτόπουλου

- Είδες κάποιον που σε συγκίνησε; Πώς πήγες στο κλαρίνο;
Εμένα με συγκινούσαν τα όργανα. Στα γλέντια πήγαινα στις κιθάρες. Μην φανταστείς, δεν ήταν όργανα με λαογραφική ευταξία. Λαούτα και τέτοια. Είχανε ήδη ηλεκτρικές κιθάρες. Από του Παπασιδέρη τις ηχογραφήσεις πριν 80 χρόνια, κιθάρα παίζει, δεν παίζει λαούτο. Υπάρχει μια διάσταση μεταξύ πραγματικότητας και της επιβεβλημένης παράδοσης. Τέλος πάντων εγώ πήγα και κόλλαγα με τις κιθάρες. Τις πένες που ήταν πολύχρωμες. Ο κόσμος αυτός μου φαινόταν μαγικός και γοητευτικός. Το κλαρίνο μου άρεσε γιατί στα αυτιά μου ηχούσε σαν πολύ κοντά στη φωνή. Το κλαρίνο μπορεί να κάνει αυτό που κάνουν τα άλλα όργανα αλλά για να πάρει εύσημα πρέπει να φτάσει βαθιά και να κάνει αυτό που κάνει η φωνή. Οπότε αυτός ο ήχος μου ήτανε εξαιρετικά γοητευτικός. Πολύ βαθύ και λεπτό όπως εξακολουθώ και το βλέπω και τώρα. Δεν έχει αλλάξει ποτέ.

Μάνος Αχαλινωτόπουλος: Ένας λόγιος κλαριτζής, από τα πανηγύρια στις διεθνείς αίθουσες συναυλιών
Το πρώτο πανηγύρι. Από το προσωπικό αρχείο του Μάνου Αχαλινωτόπουλου

- Σε τι ηλικία συναντάς κάποιον που τον αισθάνεσαι δάσκαλο;
Ήμουν 12-13 χρόνων όταν βρέθηκα με τον Βαγγέλη Σούκα. Ξέρεις, οι μάστορες που αλλάξανε το κλαρίνο ήταν τέσσερις. Ο Βαγγέλης Σούκας, ο Βασίλης Σαλέας ο παλιός, ο Πελοπίδας Πάνου και ο Θανάσης Χαλιγιάννης. Με πηγαίνανε οι δικοί μου και τον παρακολουθούσα τον Σούκα. Τα μαθήματα έτσι γινόντουσαν. Τον άκουγα κι ό,τι μπορούσα να κλέψω. Έπαιζε αυτός, ό,τι μπορούσα άρπαζα. Κι εκεί που έχω μπει σε έναν δρόμο, φεύγει και πάει σε ένα χωριό προς τον Λούρο, κοντά στην Πρέβεζα και με αφήνει σύξυλο. Έπαθα στέρηση και λέω να πάω να τον βρω. Πού να πάω και πώς; Οι δικοί μου δεν μπορούσανε. Λέω θα πάω μόνος. Επιμένω και μου βγάζουν ταυτότητα στο τμήμα, με βάζουν στο λεωφορείο και πάω Πρέβεζα. Εκεί δεν υπάρχει συγκοινωνία και νοικιάζω ποδήλατο. Πετάλι, ανηφόρες, κατηφόρες και τον βλέπω. Με αναγνώρισε από μακριά. Με αγκάλιασε και με κράτησε εκεί πέντε μέρες. Έκτοτε το έλεγε «Τι αγάπη είχε αυτό το παιδί με το όργανο και ήρθε τόσο ταξίδι για να μάθει.»

- Πότε αισθάνεσαι έτοιμος και βγαίνεις παραέξω;
Όταν έγινα 16, στον Άλιμο στο Λύκειο. Θυμάμαι έκανα μια εκπομπή στον Ε.Γ. Παπαδάκη στο Γ’ Πρόγραμμα. Τον είχα πάρει τηλέφωνο και του είπα παίζω κλαρίνο. Ήταν ευγενής άνθρωπος και για να μην μου πει ότι θα με τσεκάρει, μου λέει «Έλα να κάνουμε μια πρόβα γιατί θα φτιάξουμε ένα γκρουπ». Όταν με άκουσε που έπαιζα σαν δεκαεξάχρονος, μου λέει «Μην κωλώνεις, εσύ είσαι ο καλύτερος μουσικός από όλους μας εδώ». Αναθάρρησα τότε. Ο Παπαδάκης μέχρι να ενηλικιωθώ μου έκανε τρεις ωριαίες αφιερωματικές εκπομπές. Μετά, όταν βγήκα στη δουλειά και ήμουν με την Τασία Βέρρα, μεσολάβησα να πεισθεί η Τασία να γράψουμε μια εκπομπή που έχει μείνει, γιατί έχει και τη «Διαμάντω» και αρέσει σε όλο τον κόσμο. Γιατί τραγούδησε η Τασία συγκλονιστικά.

Τασια Βερα - Σηκω Διαμαντω...

- Πώς μπήκες στον χώρο των ιερών τεράτων των δημοτικών; Σε θυμάμαι σαν αγγελάκι ανάμεσα στους ηλικιωμένους βετεράνους.
Μπήκα τελείως φυσικά. Παίζαμε με τον Γιώργο Κόρο και είχαμε 45 χρόνια διαφορά.

Μάνος Αχαλινωτόπουλος: Ένας λόγιος κλαριτζής, από τα πανηγύρια στις διεθνείς αίθουσες συναυλιών
Με τον Γιώργο Κόρο στην «Όμορφη Νύχτα», στο πρόγραμμα της Γλυκερίας το 1989. Από το προσωπικό αρχείο του Μάνου Αχαλινωτόπουλου

- Η Τασία Βέρρα πώς και σε πήρε που ήταν ήδη «φίρμα»;
ο ότι με πήρε η Τασία ήταν πολύ τιμητικό. Ήμουν φοιτητής ήδη τότε. Είχα περάσει στο πανεπιστήμιο. Εκείνη διέκρινε πως έχω ταλέντο και μου πρότεινε να τη συνοδεύσω στα πανηγύρια. Ήταν πολύ δύσκολη φάση. Τότε δεν ήταν όπως τώρα «φασόν». Τώρα παίζεις εσύ ό,τι θέλεις. Τότε έπρεπε να έχεις ατέλειωτο ρεπερτόριο, απίστευτη ετοιμότητα και τεχνική. Δεν άντεχες αλλιώς. Εγώ φοβόμουνα. Αλλά πήγαμε στα βαθιά.

Μάνος Αχαλινωτόπουλος: Ένας λόγιος κλαριτζής, από τα πανηγύρια στις διεθνείς αίθουσες συναυλιών
Από πανηγύρι. Στα αριστερά διακρίνεται η Φιλιώ Πυργάκη. Από το προσωπικό αρχείο του Μάνου Αχαλινωτόπουλου

- Θυμάσαι ποιο ήταν το πρώτο σου πανηγύρι;
Είχα πάει στα δεκαπέντε, αλλά με την Τασία ήταν πιο το ψηλό σκαλί, μπήκα στην πρώτη Εθνική και ήταν και στα μέρη της Δυτικής Στερεάς, το Ξηρόμερο και το Μεσολόγγι στην Αιτωλοακαρνανία και την Πρέβεζα, που είχαν απαιτήσεις και ζητούσαν και κλέφτικα και αργά πράγματα. Αλλά αυτό ήταν τεράστιο σχολείο. Γιατί η Τασία τα λέει τα κλέφτικα και έχει πολύ ωραίο δημοτικό ρεπερτόριο.

- Εσύ για να πατήσεις κάπου και να σταθείς κοντά τους, μιμήθηκες κάποιον;
Μιμούμαι πολλούς. Βασικά όπου βρω «ψωνίζω». Έχοντας την Τασία και τέτοιους τραγουδιστές, μου διαμόρφωναν κριτήριο. Μπορούσα να καταλάβω πού θα έβρισκα υλικό ή τρόπο που θα με ενδιέφερε. Και τον «ψώνιζα» από παντού. Δεν ψηνόμουνα να το πω λαϊκά από βαρύγδουπες εκδόσεις ή ό,τι σέρβιρε το ραδιόφωνο ως σπουδαίο. Διαμόρφωνα ένα κριτήριο που λέει ότι υπάρχουν μουσικοί πολλοί σπουδαίοι που δεν είναι επώνυμοι πολλές φορές. Είτε γιατί είναι στην περιφέρεια ή δεν τους ενδιαφέρει η επωνυμία.

- Ή γιατί είναι ανορθόδοξοι…
Που είναι ανορθόδοξοι, που έχουν διάφορα πάθη ή είναι ασυνεπείς, έτσι που το νοικοκυριό της δισκογραφίας και της ανέλιξης ζητάει μια συμπεριφορά που δεν την έχουν. Αλλά όμως το ταλέντο το έχουν. Με τέτοιους μουσικούς, λόγω του δικτύου των πανηγυριών, μπορούσα να συναναστρέφομαι κι όπου έβρισκα κάτι που με ενδιέφερε το έπαιρνα.

- Οπότε είναι αισθηματικά τα κριτήριά σου.
Εντελώς αισθηματικά και εντελώς ποιητικά, με την έννοια ότι έβλεπα γνώσεις ποιητικής μουσικής που με ενδιέφεραν. Υπήρχε μια διάσταση της δισκογραφίας και της πραγματικότητας. Στην περιφέρεια έβρισκες τρόπους να παίξεις τη «Μαυριδερούλα», π.χ. ένα τσάμικο που να είναι πολύ ιδιαίτερο και πολύ χρωματιστό, που να μην είναι οι mainstream τρόποι. Όχι ότι απέρριπτα τα επίσημα. Κι από εκεί έπαιρνα. Μου άρεσε πολύ ο Γιαούζος ο προπολεμικός, μου άρεσε ο Καραγιάννης, μ’ άρεσε ο Μαργιέλης από τους παλιούς κλαριντζήδες.

- Πού το εύρισκες το υλικό;
Το εύρισκα σε κασέτες και τέτοια πράγματα. Δίσκους γραμμοφώνου λίγο πιο μετά. Αντιγράφαμε. Αλλά αυτό ήταν ένα μέρος, η παλιά δισκογραφία. Η κύρια διδασκαλία ήταν μέσω του ζωντανού δικτύου που είχα την τύχη να βρεθώ μέσω της Τασίας.

- Η προφορική παράδοση.
Ναι, σκέψου ότι στο Αντίρριο ζούσε ένας κλαριντζής τσιγγάνος που λεγόταν Μάκης Καραγιάννης, έφτιαχνε τέλεια επιστόμια. Αυτός είχε παίξει με την Τασία Βέρρα το 1953 στον πρώτο της δίσκο. Έπαιζε εκπληκτικά από τότε. Τον έβλεπα τώρα εγώ όταν ήτανε εξήντα πέντε. Τον είχα μπροστά μου να παίζει. Φύσαγε δυνατά. Έπαιζε απίστευτα πράγματα. Αυτός για μένα ήτανε δάσκαλος. Ήτανε και άλλοι πολλοί. Όπου έβρισκα πράγματα ενδιαφέροντα τα τσιμπούσα. Αλλά εκεί έμεινα τόσο όσο, δηλαδή όσο μου χρειάστηκε να διαμορφώσω τις μουσικές γλώσσες που με ενδιέφεραν. Όταν το πράγμα έγινε διεκπεραιωτικό ή επαγγελματικό με την κακή έννοια, έφυγα. Αυτό έγινε μετά το ’90, που είχα προτάσεις από άλλους χώρους μουσικούς, όπου κι εκεί βρήκα πάρα πολύ ενδιαφέρον. Είχα πρόταση από τον Σταμάτη Κραουνάκη, όπου έγραψα με την Άλκηστη σε πολλούς δίσκους της τρέχουσας δισκογραφίας και το ένα έφερε το άλλο, με τη Χαρούλα Αλεξίου, τον Νταλάρα, την Αρβανιτάκη, τη Βιτάλη.

Μάνος Αχαλινωτόπουλος: Ένας λόγιος κλαριτζής, από τα πανηγύρια στις διεθνείς αίθουσες συναυλιών
Με Ελευθερία Αρβανιτάκη και Γιώργο Νταλάρα κατά την παρουσίαση του δίσκου «Υάκινθος». Από το προσωπικό αρχείο του Μάνου Αχαλινωτόπουλου

Και μετά θυμάμαι άνοιγαν αλλιώς τα πράγματα, την πρώτη συναυλία με τζαζ έθνικ προσανατολισμό, μια συναυλία που είχε διοργανώσει ο Νίκος Βαλκάνος, ήμουν είκοσι τριών χρονών. Που ήταν εκεί μουσικοί πολύ ενδιαφέροντες από όλο τον κόσμο. Ο Peter Kowald, ο φοβερός κοντραμπασίστας, ο Charlie Mariano, ο σαξοφωνίστας, μια εμβληματική μορφή της τζαζ, ο Ross Daly. Θυμάμαι τη διάκριση του Ross όταν θα παίζαμε όλοι σε ένα τσιφτετέλι και λέει: θέλετε να κάνουμε τσιφτετέλι κανονικό ή τσιφτετέλι του Μπουρνέλη; Και είχε δίκιο. Είδα έναν άνθρωπο σαν τον Ross, άλλης εθνικότητας που ήταν και ακαδημαϊκός, να είναι βαθύς γνώστης. Απεχθανόταν τον οριενταλισμό. Εκεί κατάλαβα πως κάτι συμβαίνει. Γνώρισα τον Ara Dinkjian, τον Arto Dunchboyachyan, το ένα έφερε το άλλο και μπήκα σε πράγματα σχεδόν απροσδόκητα που με βοήθησαν να αποκτήσω μια ματιά και έναν τρόπο να επαναπροσδιορίσω τον τρόπο που βίωνα τη μουσική.

Μάνος Αχαλινωτόπουλος: Ένας λόγιος κλαριτζής, από τα πανηγύρια στις διεθνείς αίθουσες συναυλιών
Με τον Ara Dinkjian κατά την ηχογράφηση του «Υάκινθου». Από το προσωπικό αρχείο του Μάνου Αχαλινωτόπουλου

- Εγώ θυμάμαι πόσο καλή εντύπωση έκανε ο δίσκος σου «Υάκινθος» το 1998!
Κυκλοφόρησε από τη Sony Classical και πήγε σε όλο τον κόσμο. Το «Rom» το έχω ακούσει από πολλές επανεκτελέσεις στη διεθνή σκηνή. Κι άλλα άρεσαν όπως το «Δοξαστικό»! Έχει πει και εξαιρετικά ο Αλκίνοος τον «Μικροκωνσταντή».

Sunborn (Dream)

- Μάνο, εσύ βρίσκεις έναν δρόμο διευρυμένο. Βρίσκεις θαυμαστές του κλαρίνου από τον δρόμο που άνοιξε ο Βασίλης Σαλέας. Η εμφάνιση του κλαρίνου μέσα στα ηχητικά τοπία του Σπανουδάκη δεν δημιουργούν μια κατάσταση;
Φυσικά ο Βασίλης και ένας ακόμη, ο Πετρολούκας Χαλκιάς, προτείνουν ο καθένας από τη μεριά του έναν ήχο πιο ευαίσθητο και εσωτερικό. Δηλαδή πέραν των συνεργασιών, που είναι θέμα καριέρας αυτό, επί της ουσίας είχαν προσφέρει πράγματα αυτοί οι δύο.

- Και οι συνθέτες αυτό διακρίνανε.
Αλληλεπίδραση υπάρχει σε αυτό. Όντως δώσανε περισσότερη βαρύτητα στον φωνητικό τρόπο, στη βαθιά προσέγγιση της μουσικής και παίξανε με εσωτερικό τρόπο. Με ευαισθησία. Γιατί το κλαρίνο είναι ένα όργανο που έχει κακοποιηθεί πολλές φορές. Το έχουν χρησιμοποιήσει με άγαρμπο τρόπο, διδακτικό, με τρόπο επιβολής και κυριαρχίας, με έναν τρόπο «εθνικό». Αυτά όλα μπήκανε απ’ την αρχή στο τραπέζι της κουβέντας, από την αρχή του ’90 και ακόμα το κουβεντιάζουμε και υπάρχει δρόμος πολύς ακόμη. Ναι μεν θα προτείνει ένας καλλιτέχνης που έχει το χάρισμα, αλλά και τα στερεότυπα είναι πολύ ισχυρά. Υπάρχει μια ισχυρή τάση να αναγνωρίζονται τα προπολεμικά ή τα του μεσοπολέμου. Είναι πολύ δύσκολο να αναγνωριστεί το σύγχρονο. Θέλει περίσκεψη. Ναι, εγώ πήρα τη σκυτάλη από αυτό και προσπάθησα να πάρω τον δρόμο μου. Μερικές φορές δεν μπορούσα καν να το φανταστώ. Βρέθηκα για 15 μέρες να ηχογραφώ στο Κατάρ!

Μάνος Αχαλινωτόπουλος: Ένας λόγιος κλαριτζής, από τα πανηγύρια στις διεθνείς αίθουσες συναυλιών
Ηχογράφηση στο Κατάρ. Από το προσωπικό αρχείο του Μάνου Αχαλινωτόπουλου

- Α, ναι, σε έχω δει σε βίντεο με τους κελεμπιοφόρους.
Με σπουδαίους μουσικούς από όλη την Ανατολή, λόγιους και λαϊκούς, όπως αυτοί οι εκπρόσωποι της σούφικης μουσικής Qawwali από το Πακιστάν, με προεξάρχοντα τον Muazzam Mujahid Ali Khan.

- Αυτός είναι ανιψιός του Nusrat Fateh Ali Khan με τις πέντε οκτάβες!
Τόσες έχει κι αυτός! Ναι, ήταν κάποιοι ντόπιοι από το Κατάρ, ήταν Ινδοί, Αιθίοπες, ήταν υπερπαραγωγή. Ότι βρέθηκα είκοσι μέρες εκεί να ακούω και να ηχογραφώ με τέτοιους τραγουδιστές και μουσικούς δεν το χώραγε η φαντασία μου. Αυτοί θεωρούσαν το κλαρίνο δυτικό όργανο και τους έκανε κατάπληξη που μπορεί να εκφράσει την Ανατολή.

Η συνεργασία μου με τη Λιβανέζα Abeer Nehme, που τη θεωρούν ιεραρχικά διάδοχο της Feyrouz, ίσως η καλύτερη φωνή που έχω ακούσει από κοντά. Εκεί συμμετείχα ως σολίστ, συνθέτης και ενορχηστρωτής σε μια σειρά παραστάσεων με τίτλο “Sacred Imaginations”, με ιερές μουσικές από την Ελλάδα, τον Λίβανο, τη Ρωσία, την Αιθιοπία και την Ινδία. Ήταν και οι Susheela Raman, ο Samuel Yirga, το Ensemble Doros κ.ά. Παίξαμε στο Λονδίνο, στο Παρίσι και στο Βερολίνο το 2015. Η παράσταση αυτή διασκευάστηκε ειδικά για το Barbican Theatre του Λονδίνου. Η Nehme είναι και εθνομουσικολόγος η ίδια, που σπάει τη δοξασία ότι οι performers δεν χρειάζεται να είναι και πολύ διαβασμένοι.

Άλλη μια υπέρβαση για μένα ήταν που έπαιξα στο μεγάλο Jazz Festival του Montreux δύο φορές, 1999 και 2001, στο Φεστιβάλ Sphinx του Βελγίου, στο φεστιβάλ Pirineos Sur στα Πυρηναία της Ισπανίας και στα φεστιβάλ Womad σε διάφορες χώρες. Στο Montreux ήταν η πρώτη φορά που έπαιζα και δεν υπήρχε ούτε ένας Έλληνας ακροατής από κάτω. Κι ένιωσα μια μοναξιά. Λέω σε ποιον αναφέρομαι εγώ. Και ήρθαν και με πλησίασαν συγκινημένοι Τούρκοι μουσικοί.

Μάνος Αχαλινωτόπουλος: Ένας λόγιος κλαριτζής, από τα πανηγύρια στις διεθνείς αίθουσες συναυλιών
Με τη Susheela Ramman. Από το προσωπικό αρχείο του Μάνου Αχαλινωτόπουλου

- Η Susheela Raman που έπαιξες και στους δίσκους της πώς σε εντόπισε;
Σε ένα Ethnik Festival που έπαιζα με την Ελευθερία Αρβανιτάκη και με κάλεσε στο Λονδίνο να παίξω στον δίσκο της. Στον δεύτερο άλμπουμ της Susheela Raman «Love Trap» πήγα στα Πυρηναία, στα El Cortijo studios, στην Ανδαλουσία, του γνωστού ντράμερ Trevor Morais — είναι ο ντράμερ της Bjork — μαζί με τον περίφημο πιανίστα του φλαμένκο David Peña Dorantes και με μια σειρά ακόμη μουσικούς από διάφορα μέρη του κόσμου. Εκεί μείναμε 10 μέρες στο στούντιο πάνω στο βουνό.

Μια περιπέτεια που είχα με τη Susheela. Στο δίσκο μου «Ζωπυρείν» έβαλα το «Γύρισε κοντά μου αγάπη μου μεγάλη» του Βαγγέλη Περπινιάδη που είναι και ινδικό. Βρήκα την ινδική εκτέλεση αλλά στην Ινδία υπάρχουν 400 διάλεκτοι. Η κοπέλα δεν καταλάβαινε τη διάλεκτο γιατί ήταν από τη νότια Ινδία. Εγώ σήκωσα τα χέρια. Επιστρατεύεται ο Sam Mills, ο παραγωγός της, που είναι μουσικός και ανθρωπολόγος και παίρνει τηλέφωνο στη Βομβάη έναν φίλο του και να εξηγεί τηλεφωνικά τι λένε οι στίχοι. Από το τηλέφωνο του στούντιο Sierra για κανένα δίωρο. Πάει, το κλείσαμε το μαγαζί.

Sub kuchi siikha hamne anari-Manos Achalinotopoulos-Susheela Raman (Zopirin)

Με κάλεσε ο Ψαραντώνης σε μια συναυλία του να του παίξω τον Αμάραντο που του αρέσει πολύ. Μου λέει παίξε κι όταν σου κάνω νόημα θα μπω για τραγούδι. Ξεκινάω και κάνω την εισαγωγή και γυρνάω να τον δω αλλά έχει κρύψει με τα χέρια του το πρόσωπό του. Ξαναπαίζω. Τον βλέπω τα ίδια. Ξαναπαίζω και τον κοιτάζω και τότε κατάλαβα πως είχε συγκινηθεί και έκλαιγε. Συγκινήθηκα από την ευαισθησία του, ήθελα να σηκωθώ να τον αγκαλιάσω. Βαθύς καλλιτέχνης.

Μάνος Αχαλινωτόπουλος: Ένας λόγιος κλαριτζής, από τα πανηγύρια στις διεθνείς αίθουσες συναυλιών
Με τον Ψαραντώνη. Υδατογράφημα

Άλλη περίπτωση σημαντική για μένα ήταν ο διεθνούς φήμης ελληνονεοζηλανδός συνθέτης John Psathas που κάναμε έναν κύκλο κονσέρτων με την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της Νέας Ζηλανδίας, αρχικά στο Wellington, με την Auckland Philharmonia Orchestra, στην οποία ήμουνα ο βασικός σολίστας. Με το έργο «The New Zeibekiko», μια αλληλόδραση – διάλογο του παραδοσιακού με τον συμφωνικό ήχο. Με κάλεσαν και στη γείτονα Τουρκία και συμπράξαμε στο Μέγαρο Μουσικής της Κωνσταντινούπολης με τον ομότεχνο Τούρκο κλαρινετίστα Serkan Cagri, με τη συνοδεία μιας πλειάδας εξαιρετικών Ελλήνων και Τούρκων δεξιοτεχνών, φωτίζοντας τους παράλληλους δρόμους της ερμηνευτικής παράδοσης του κλαρίνου στις δύο πλευρές του Αιγαίου.

- Και από τη δική μας πλευρά του Αιγαίου γίνεται τίποτα;
Εδώ στην Ελλάδα δεν αισθάνομαι την ενορχηστρωτική γενναιότητα και τις συμπράξεις που έχω κάνει στο εξωτερικό. Είμαστε μια χώρα του τραγουδιού, όπως και αν το κάνεις είμαστε περιφερειακοί. Βγαίνοντας έξω βλέπεις ότι και ο Σέρβος κλαριντζής είναι καλός κι ο Τούρκος κανονιέρης τα σπάει κι Αιγύπτιος ουτίστας σε συγκινεί και ότι τέλος πάντων δεν είσαι το κέντρο του κόσμου. Εδώ τα πράγματα είναι τραγουδοκεντρικά.

- Δυστυχώς πάρα πολύ. Τη δεκαετία του ’90 που παρακολουθούσα τις μουσικές σκηνές υπήρχε χώρος να συμπράξουν μουσικά οι σολίστες.
Υπήρχαν πολλές μουσικές σκηνές που φιλοξενούσαν διαλόγους ανατολίτικων και δυτικών οργάνων. Μουσικές αφηγήσεις. Παρουσιάσεις δεξιοτεχνίας, σολιστικοί μονόλογοι και βέβαια κοινό που τα παρακολουθούσε. Τώρα αυτή η φαντασία έχει εκλείψει. Είναι φαύλος κύκλος. Ο κόσμος χρειάζεται και παιδεία να τα καταλάβει αυτά. Όσο υπήρχε η προφορική παιδεία η κατάσταση ήταν ζωντανή. Όταν εξέλειπε αυτό δεν υπήρχε καμιά οργανωμένη εκπαίδευση να την αντικαταστήσει. Να καλύψει το κενό και είναι αυτό που ζούμε τώρα.

-Υπάρχει κάποια κάποια επιμορφωτική κίνηση εδώ;
Πηγαίνω τακτικά στο Χουδέτσι της Κρήτης, στα master classes και workshops που διοργανώνει ο Ross Daly και ο Λαβύρινθος, για ένα ευρύ φάσμα θεματικών που σχετίζονται με την ερμηνεία και την εκτέλεση του ελληνικού λαϊκού κλαρίνου. Εκεί συμμετέχουν σπουδαστές από διάφορες χώρες του κόσμου.

Μάνος Αχαλινωτόπουλος: Ένας λόγιος κλαριτζής, από τα πανηγύρια στις διεθνείς αίθουσες συναυλιών
Με τον Ross Daly στο Χουδέτσι. Από το προσωπικό αρχείο του Μάνου Αχαλινωτόπουλου

- Περιμένουμε τη γενιά που θα βγει από τα μουσικά σχολεία.
Παλιά πριν το 1960 υπήρχαν αυτό που λέμε και στη μουσικολογία cultural areas, πολιτισμικές περιοχές κλειστές. Αυτό το πρόλαβα κι εγώ αμυδρά. Που δεν πα να ήσουνα όλη μέρα στην τηλεόραση, αν δεν μίλαγες τη γλώσσα, την τοπική, δεν έμπαινες σε κείνο το κλειστό πράγμα.

- Το γκέτο…
Και δεν λέω τότε ήταν ο παράδεισος αλλά βιώνουμε την καμπύλη μέχρι να ’ρθει το καινούργιο και να ανθίσει. Λέγανε τότε βάλαμε κλαρίνο στους δίσκους λες και έγινε η επανάσταση του αιώνα. Τότε έπαιξα με τη Susheela στο Λονδίνο ένα χιτζάζ, «Maya» είναι ο τίτλος του, που έγινε σουξέ, με αγγλικό στίχο. Πήγα να το παίξω σαν να ήμουνα εδώ, να το παίξω γλυκερά, στη μεσαία περιοχή, για να μην είναι και πολύ βαρύ. Και με ανατρέπει ο Άγγλος ο παραγωγός ο Sam και μου λέει όχι, να παίξεις στην κάτω περιοχή, να είναι μπρουτάλ. Εδώ την κάτω περιοχή την έχουν συνδέσει με το μαντρί. Βλαχοδημοτικό. Και αυτό εκεί έγινε σουξέ. Τους φάνηκε φλαμένγκο.

Maya

Οι συνειρμοί που κάνεις με τη μουσική είναι πολύ σχετικοί. Εδώ παρ’ όλες τις προσπάθειές μας, το θεωρούν στερεοτυπικά «Τα Κλαρίνα». Και δεν το λέω συνδικαλιστικά αλλά το παίξιμο του κλαρίνου το θεωρώ το πιο επαναστατικό πράγμα που έχει υπάρξει τα τελευταία διακόσια χρόνια.

- Εξήγησέ το αυτό.
Εννοώ ότι πήραμε ένα δυτικό όργανο και χωρίς να προδώσουμε τη δυτική του καταγωγή το κάναμε ελληνικό. Βρήκαμε τρόπο να μιλήσουμε στον παρόντα χρόνο με βαθύ αίσθημα με ένα όργανο δυτικό. Είναι μια κατάσταση επαναστατική και γενναία. Απαιτεί συνθετική προσέγγιση.

- Υμνήσατε το ελληνικό αίσθημα, την ελληνική ψυχή, τον ελληνικό λόγο, το ελληνικό σώμα. Υπάρχει μια συγκινητική οργανική ένταξη.
Αυτό δεν το έκανε ένας. Είναι μια διαδικασία 150 χρόνων που γίνεται. Γιατί είναι σύνθεση να μαζεύεις από διάφορους κήπους και να παρουσιάζεις με ένα μέσο ένα νέο έργο. Εδώ είναι παγωμένα τα πράγματα αλλά ευτυχώς μπορούμε και πηγαίνουμε έξω. Όταν με κάλεσαν από την εταιρεία Vandoren στο Παρίσι, που κάνει τα καλύτερα επιστόμια στον κόσμο, να κάνω σεμινάρια, ένα masterclass για το ελληνικό κλαρίνο, πραγματικά δεν μπορούσα να το φανταστώ. Με περιήγησαν στα άδυτα του εργοστασίου και μου κάναν σπάνια δώρα συλλεκτικά κομμάτια. Πήρα και για τους συναδέλφους γιατί εκεί είχαν τα πρωτότυπα. Ένιωσα πως από την περιφέρεια πήγα στο κέντρο.

- Αυτά τα κέντρα στις μητροπόλεις είναι γενναιόδωρα.
Κι ο ακαδημαϊκός κόσμος είναι γενναιόδωρος. Με κάλεσαν για σειρά συναυλιών στο Μέγαρο Μουσικής του Παρισιού «Cité de la Musique» και στο φεστιβάλ «Les Orientales» του Saint Florent le Vieil, με θέμα τα Αληπασσαλίδικα, τα μελισματικά περίτεχνα οργανικά κομμάτια των Ιωαννίνων και της Πρέβεζας. Στο Άμστερνταμ εκπροσώπησα την Ελλάδα στο διεθνές φεστιβάλ κλαρίνου που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής το 2016.

Μάνος Αχαλινωτόπουλος: Ένας λόγιος κλαριτζής, από τα πανηγύρια στις διεθνείς αίθουσες συναυλιών
Συναυλία στο Conservatoire στο Παρίσι. Από το προσωπικό αρχείο του Μάνου Αχαλινωτόπουλου

Κι πάλι πρόσκληση το 2018 από το Conservatoire του Παρισιού και έδωσα στην κεντρική σκηνή τη «Salon Vinteuil» συναυλία σόλο κλαρίνο «Αφιέρωμα στο ελληνικό λαϊκό κλαρίνο», τιμής ένεκεν για τη σχολή του ελληνικού λαϊκού κλαρίνου και την ίδια περίοδο δίδαξα στο Conservatoire σε master class με θέμα «Μετασχηματισμοί και αλληλεπιδράσεις στις μουσικές ερμηνείες του ελληνικού λαϊκού κλαρίνου». Αυτό είχε επαναληφθεί και στο Amsterdam, που έγινε και μάθημα και συναυλία μόνο με μεταπτυχιακούς φοιτητές. Έχω εκεί τριάντα παιδιά, έγχρωμους, Ιάπωνες, Κινέζους, Ολλανδούς που με ρωτούν για τα κλισάντα, για τις κυκλικές αναπνοές, για, για, για και σκέφτομαι πως εγώ δεν πήγα στο ωδείο για το κλαρίνο το ελληνικό. Δεν υπήρχε ωδείο γι’ αυτό το κλαρίνο. Είχα πάει μικρός για το κλαρινέτο στον Φαραντάτο για τρεις μήνες και έφυγα.

- Γιατί έφυγες;
Γιατί ήθελε να μου αλλάξει τη «μάσκα» που λέμε. Τον τρόπο που έπαιζα. Εγώ ήθελα να παίζω με το φύσημα που μου άρεσε. Τότε ήταν πολύ τολμηρή απόφαση να εγκαταλείψω το ωδείο κι έναν τόσο φημισμένο δάσκαλο για τον άγνωστο δρόμο. Και μετά τριάντα χρόνια, όταν μπήκα στο Conservatoire του Παρισιού ή του Amsterdam σαν δάσκαλος πια, ήταν μια επιβεβαίωση για τον μοναχικό δρόμο. Τώρα βέβαια έχει αλλάξει και η δική μας ματιά, γι’ αυτό είμαστε καθηγητές στο πανεπιστήμιο σε αυτόν τον τομέα. Ελληνικό λαϊκό κλαρίνο το λένε. Ένα γνωστικό ακαδημαϊκό αντικείμενο. Αλλά εκείνον τον καιρό, πριν τριάντα χρόνια, ήταν τελείως του πεταματού.

Είναι επίσης μεγάλη η γενναιότητα αυτών των μουσικών. Η απλότητά τους. Στο Amsterdam έπρεπε να παίξω το κομμάτι που λέγεται «Παζάρι» από τον «Υάκινθο», στη συναυλία είχα τον Βαγγέλη Καρίπη μαζί αλλά χρειαζόμουν κι ένα νταούλι και λέω στον Βαγγέλη να πω στον Γερμανό τον προφέσορα, τον Peter Prommel. Μου λέει «είσαι με τα καλά σου; Θα πεις στον καθηγητή του πανεπιστημίου; Αυτός είναι αβανγκαρντίστας, κορυφή στη σύγχρονη μουσική σκηνή, πάνε να κάνουν masterclass από όλο τον κόσμο». Λέω εγώ θα του το πω κι αν θέλει ας παίξει. Το είπα στον Peter και ήρθε με μεγάλη χαρά κι έπαιξε νταούλι! Κάναμε πατινάδα μέσα στην αίθουσα και χάρηκε και δεν είχε την παραμικρή έπαρση. Αυτός που είναι σολίστας σε τρεις συμφωνικές, καθηγητής πανεπιστημίου. Ο πρώτος κρουστός των Nederlands Blazers Ensemble!

- Δεν έχουν βάρη οι ξένοι ούτε από τα παράσημα ούτε από τα ένσημα…
Ο καλλιτέχνης είναι καλλιτέχνης. Αυτοί το έχουν ως μέλημα και αυτό είναι που ενδιαφέρει και μένα, πώς βρίσκουμε σε όλα αυτά τον μέσα μας εαυτό και πώς είμαστε σε έναν χρόνο παροντικό. Σε έναν χρόνο ποιητικό δικό μας. Δεν είμαστε παρελθοντιστές. Δεν είμαστε φολκλοριστές. Δεν είμαστε συντηρητές σε ψυγεία. Αυτό το έζησα με την Τασία Βέρρα πιτσιρικάς, είκοσι χρονών, και το άκουσα κι από τον Γιώργο Κόρο που μας έλεγε «ο κιμάς κόπτεται παρουσία του πελάτη». Αν το ταξίμι ήτανε «μπαγιάτικο» στην έλεγε «το έφερες απ’ το σπίτι». Δεν πήρες τα αισθήματα του παρόντος χρόνου, του ζωντανού πλαισίου να τα φτιάξεις μουσική. Αυτό το είχανε και όλοι οι τζαζ αυτοσχεδιαστές που γνώρισα και όλη η μετέπειτα διαδρομή κι αυτό είναι μέλημά μου ακόμη.

Μάνος Αχαλινωτόπουλος: Ένας λόγιος κλαριτζής, από τα πανηγύρια στις διεθνείς αίθουσες συναυλιών
Με τη Λένα Πλάτωνος πριν από συναυλία στη Στέγη. Από το προσωπικό αρχείο του Μάνου Αχαλινωτόπουλου

Πριν δύο χρόνια παίξαμε με τη Λένα Πλάτωνος, η οποία ήταν πάντα πρωτοπόρος, παίξαμε στη Στέγη «Τα Παραδοξιακά». Η οποία έχει μια τέτοια πινελιά. Μπορεί να πάρει κάτι που μοιάζει αδιάφορο και να του δώσει μια ματιά αλλιώτικη. Προς την πορεία του αληθινού αυτοσχεδιασμού.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY