Ταξιδια

Γιώργος Σταθάκης: «Τα Χανιά και οι πολλοί που τα αγάπησαν»

Ο πρ. αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Κρήτης και πρ. υπουργός Οικονομίας γράφει για την ιστορία, την εξέλιξη και την ταυτότητα της πόλης

32014-72458.jpg
A.V. Guest
ΤΕΥΧΟΣ 1007
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Γιώργος Σταθάκης: Τα Χανιά και οι πολλοί που τα αγάπησαν

Γιώργος Σταθάκης: οι διαδοχικές γενιές Χανιωτών που κράτησαν την πόλη ως σμαραγδένια ύπαρξη στα εύκολα και στα δύσκολα.

Κάπου τον Γενάρη ή τον Φλεβάρη η θάλασσα κατακλύζει τη δυτική πλευρά του ενετικού λιμανιού στα Χανιά, αυτήν που βλέπει το ανοιχτό πέλαγος, ανάμεσα στον Φάρο και τον Φιρκά, παρά τα τσιμεντένια μπλόκια που ποντίστηκαν εκεί για να συγκρατήσουν την ορμή της. Η θάλασσα δεν ενοχλούσε τα ενετικά πλοία που τα αποτραβούσαν στα Νεώρια τους χειμερινούς μήνες αναμένοντας την άνοιξη για τα συνήθη εμπορικά ταξίδια τους. Μα δεν ενοχλούσε και τους εμπόρους, την εβραϊκή συνοικία και την ελληνική του Τοπανά, καλά προφυλαγμένες και αρκούντως υπερυψωμένες για να προστατεύονται από την υγρασία. Εκεί ήταν και τα Προξενεία, πριν μετακινηθούν στη νέα πόλη που φτιάχτηκε με την ανέγερση των Δικαστηρίων, και το άνοιγμα των δρόμων που θα τα συνέδεαν με την Αγορά καθώς κι εκείνου που κατέβαινε από το Ακρωτήρι.

Μα οι ανερχόμενες εμπορικές τάξεις ήταν ακόμα πιο «φιλόδοξες». Ήταν η Χαλέπα και μετά τα εξοχικά στον καταπράσινο Άγιο Ματθαίο, ψηλά στον λόφο, και φυσικά η Νεάρχου, που έγινε ο δρόμος των νεοκλασικών, μαζί με του Μπόλαρη, που σχημάτισαν την επιβλητική νέα πόλη.

Οι Τούρκοι είχαν επιλέξει να μένουν στο κέντρο της Παλιάς Πόλης, στη Σπλάντζια με τον πλάτανο στην πλατεία, και στο Καστέλλι, στον λόφο δίπλα. Ήταν εξάλλου λίγοι. Πήραν τα Μετόχια στον Κάμπο, με τους πέτρινους τοίχους που ακόμα και σήμερα διαβαίνουμε και που απέκτησαν Έλληνες ιδιοκτήτες με το φευγιό και την ανταλλαγή πληθυσμών το 1922.

Οι αφιχθέντες πληθυσμοί χωροθετήθηκαν στη Σπλάντζια και οι πιο πολλοί στη Νέα Χώρα και στον περίγυρο, εκεί όπου η νέα πόλη συναντά τα χωράφια. Με την ορμή και τη μαστοριά τους άλλαξαν την πόλη. Βιοτέχνες, χειροτέχνες, κατασκευαστές, ψαράδες, εργάτες διαμόρφωσαν την οικονομία, που μετασχηματιζόταν ραγδαία.

Εξάλλου η πόλη για χρόνια χρειαζόταν να ζει με την αυτάρκειά της. Γάλα (και αργότερα παγωτά) από τις αγελάδες στον δρόμο της Σούδας, μακαρόνια στην Πλατεία 1866, βαμβακερά εσώρουχα (και αργότερα πλεκτά) από τη βιοτεχνία πίσω από τον Μιναρέ, πάγο από το Ψυγείο δίπλα στην Αγορά, σαπούνια από την ΑΒΕΑ, λαχανικά, κρέας, ψάρι και τυριά από τη Δημοτική Αγορά, αλεύρι από τους Μύλους, γυναικεία παπούτσια από τοπικούς βιοτέχνες, και πολλά υφασματοπωλεία στον Κάτωλα για τους απανταχού διάσπαρτους ραφτάδες, μαζί με τις μοδίστρες για τον ανδρικό και γυναικείο πληθυσμό, και μαλλί για τα πλεκτά που φτιάχνονταν στο σπίτι. Τα παλτά πιο περιζήτητα, ήταν είδος πολυτελείας, με συχνά μπαλώματα, φτιαγμένα για να μεγαλώνουν γενιές παιδιών. Τα παπούτσια το ίδιο.

Οι τράτες στο λιμάνι έφερναν το ψάρι, οι κτηνοτρόφοι το κρέας, η ενδοχώρα συχνά αδιάβατη, είχε ως εναλλακτική τα επίνεια, για τις θαλάσσιες μεταφορές στα Χανιά. Το ρύζι, η ζάχαρη και τα όσπρια χύμα στον τοπικό μπακάλη, με τα βερεσέδια, ενώ ο καφές στα γνωστά καφεκοπτεία. Τα σπίτια ήταν δουλειά των μαστόρων. Τα τούβλα από το τοπικό εργοστάσιο, η ξυλεία αναπόφευκτα από τη Βόρεια Ευρώπη και τα σίδερα από την Αθήνα. Αυτά τα πλήρωναν το περίσσευμα και το εμπόριο σε λάδι, κρασί, πορτοκάλι, ή ό,τι άλλο παρήγαγε σε αφθονία, αλλά με πολύ κόπο, η γη.

Μετά ήρθε η οικονομική και πολεοδομική έκρηξη της Αθήνας από τα τέλη της δεκαετίας του ’50, που απορροφούσε ανθρώπους και κεφάλαια από την επαρχία. Η πρώτη περίοδος ήταν δύσκολη. Στάσιμος πληθυσμός, δυσκολίες προσαρμογής, αλλά εμπιστοσύνη στη δύναμη της πόλης και της ενδοχώρας. Η φυγή του αγροτικού πληθυσμού, η μαζική μετανάστευση αναζήτησε δρόμους προς τον Καναδά την Αυστραλία, την Ευρώπη και φυσικά την Αθήνα. Αυτό ανακούφισε την ενδοχώρα, που σιγά σιγά μπήκε στην εκμηχάνιση. Τρακτέρ εμφανίστηκαν δίπλα στα γαϊδούρια, πριν τα εξαλείψουν.

Η βελτίωση στα εισοδήματα ήταν ορατή. Το ενετικό λιμάνι έσφυζε τη μέρα από ζωή, από τους ανθρώπους που ζούσαν από τη θάλασσα. Το βράδυ ήταν νεκρό. Ίσως με εξαίρεση κάποια στέκια των θαλασσινών. Πρώτοι το ανακάλυψαν κάποιοι νέοι, συγγραφείς ή καλλιτέχνες, από την Ευρώπη, κυρίως Βρετανοί, που αναζητούσαν την έμπνευση μέσα στο περιβάλλον της βαριάς ιστορικότητας που γνώριζαν ότι κουβαλάει. Εξάλλου ο «Ζορμπάς», η ταινία, βρήκε τα κατατόπια για αρκετές σκηνές στις ψαροταβέρνες της περιοχής.

Μετά, κάπου στη δεκαετία του ’60, μέση και τέλος κυρίως, προστέθηκαν οι σχολές οδηγών, οι αμαξάδες απέκτησαν ανταγωνιστές, τα ταξί, και τα νεανικά μπάνια τζουκ μποξ, καθώς η ροκ έκρηξη συμπαρέσυρε κάθε σκέψη, συναίσθημα ή έκφραση. Το μέλλον είναι η νιότη και τίποτα δεν χρειάζεται να περιμένει πλέον. Τα Χανιά ήταν έτοιμα να μεταμορφωθούν, σε ελάχιστο χρόνο. Ήταν τα δραματικά χρόνια με τη Χούντα, την ιδεολογία της και τα κιτς σύμβολά της να είναι σε πλήρη δυσαρμονία με τη νεανική έκρηξη – την πολιτισμική, την ιδεολογική, την πολιτική. Ακανόνιστη και ασαφής, αλλά επιθετική εξ ορισμού, η έλευση της νεολαίας ήθελε την αμεσότητα να κατακυριεύει τον κόσμο. Πού να χωρέσει η νεολαία σε μια πόλη που για καφέ έπρεπε να πάει στα ξενοδοχεία (Ξενία ή Κύδων), ίσως σε κάποιο παραδοσιακό ζαχαροπλαστείο, και να αρκεστεί στις ροκ συναυλίες την Κυριακή πρωί στους κινηματογράφους, που θα έληγαν στις 2 το μεσημέρι που ξεκινούσαν οι ταινίες. Η φυγή έμοιαζε μονόδρομος.

Και μετά όλα μεταμορφώθηκαν σε μια ξέφρενη πορεία χωρίς τέλος. Διστακτικά στην αρχή, επιταχυνόμενα στη συνέχεια, πριν ξεφύγουν πέρα από κάθε όριο. Το Λιμάνι και η Παλιά Πόλη έγιναν τόποι κατανάλωσης. Οι ψαράδες εξαφανίστηκαν, το καρνάγιο έγινε ντίσκο, ο Πάλας, το παραδοσιακό καφενείο, έγινε Παλάς, το Τελωνείο αίθουσα πολιτισμού, μαζί με το παλιό Διοικητήριο απέναντι. Η πόλη ένα ατελείωτο ρεντρουμάδικο. Το Κολόμπο έγινε σύμβολο μιας νέας γενιάς ημιτελούς επικοινωνίας με τους επισκέπτες. Η πολιτικοποίηση της αντιδικτατορικής γενιάς έδωσε τη θέση της στο πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης, που θα εξέφραζε τη ρήξη, με την οικονομική αναβάθμιση πολλών στρωμάτων, σύμβολο μιας κλιμακούμενης μικροϊδιοκτησίας, που θα αντλούσε πόρους από τον τουρισμό, το μικρεμπόριο και τις κατασκευές.Παράλληλα, ένα νέο κύμα μετοίκων βρέθηκε στα Χανιά. Η πόλη έγινε πόλος έλξης. Η ομορφιά της σαγήνευε ανά δεκαετία νέες γενιές ανθρώπων, που την επέλεγαν για να ζήσουν και να δημιουργήσουν. Οι μέτοικοι ήταν πολλοί, ίσως και το ένα τέταρτο των κατοίκων της. Αναπόφευκτα ζωντάνεψαν την πόλη. Εκπαιδευτικοί, πανεπιστημιακοί, φροντιστές, καλλιτέχνες, μικροεπιχειρηματίες, αναρχικοί, τεχνίτες και μαστόροι, κομμωτές, γυναίκες και άνδρες που παντρεύτηκαν ντόπιους εμπλούτισαν την πόλη με νέα δημιουργικότητα, με πολιτισμό, υπόκωφο στην αρχή, πιο έντονο στη συνέχεια. Το πιο σημαντικό όλων ήταν η διάχυση και η συγχώνευση μετοίκων και ντόπιων, που αίφνης από κοινού δημιούργησαν ένα αδιάβατο σύμπαν με ισορροπημένες μέριμνες, με διάθεση εξισορρόπησης, με πολλά όχι πριν ειπωθεί ένα ναι, με μια ζωντανή κοινωνία, όπου τα ίχνη της πόλης ζωντάνευαν, μιλούσαν, αναστυλώνονταν αντί να πεθάνουν, έστω όχι στην πιο αυθεντική μορφή τους, αλλά με διαυγή διάθεση συμβιβασμού, όπου κάθε σημάδι δήλωνε την προέλευσή του και ότι αυτό έφτιαξε τούτο τον μοναδικό τόπο. Όπως κανένα στοιχείο δεν είχε παρασυρθεί τότε από το εφήμερο –γιατί σ’ αυτή την περίπτωση θα είχε εξαφανιστεί–, έτσι και σήμερα, πολύ περισσότερο, κανένα στοιχείο δεν πρέπει να παραδοθεί στο εφήμερο του «τώρα».

Η πόλη φάνηκε κατά καιρούς να χάνει τον προσανατολισμό της, την ιστορία της, τη δυνατότητα να αντισταθεί, να ισορροπήσει, να αναστοχαστεί, να αναζητήσει, να αποφασίσει για το μέλλον της. Την ξανάβρισκε σύντομα. Τα τελευταία χρόνια τα φεστιβάλ βιβλίου και σινεμά έλκουν κόσμο από μια ευρύτερη διεθνή σκηνή και εντυπωσιάζουν τους καλεσμένους με τη συμμετοχή των ντόπιων μιας αντικειμενικά μικρής πόλης, δυσανάλογης με το πολιτισμικό της μπόι.

Τα κύματα συνεχίζουν να μπαίνουν στο λιμάνι κάθε Γενάρη ή Φλεβάρη. Όσοι έζησαν στα Χανιά, αιώνες τώρα, πάντα αγαπούσαν αυτά τα κύματα. Όπως και οι διαδοχικές γενιές Χανιωτών που κράτησαν την πόλη ως σμαραγδένια ύπαρξη στα εύκολα και στα δύσκολα.

* Ο Γιώργος Σταθάκης είναι πρ. αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Κρήτης και πρ. υπουργός Οικονομίας

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY