Ταξιδια

Tο καλοκαίρι είναι ιερό, δεν το θυσιάζω με τίποτα

Δεν θέλω με τίποτα να χάσω το φετινό καλοκαίρι – για να μη μιλήσω για τα επόμενα καλοκαίρια από δω και πέρα

Μανίνα Ζουμπουλάκη
Μανίνα Ζουμπουλάκη
ΤΕΥΧΟΣ 1007
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Tο καλοκαίρι είναι ιερό, δεν το θυσιάζω με τίποτα
© Silverfork Studio For Unsplash+

Τι θυσιάζεις και τι όχι, ποιες είναι οι προτεραιότητές σου και σε ποιο σκαλί –ή σε ποιο ταβάνι– βάζεις το κάθε καλοκαιράκι σου 

Μερικά καλοκαίρια στο μακρινό παρελθόν τα έχω χάσει – αν και όχι ολόκληρα: δούλευα πολύ στα περιοδικά, σε ραδιόφωνα, σε οτιδήποτε, με αποτέλεσμα να μη φεύγω από την Αθήνα, να μην κάνω αρκετά μπάνια στη θάλασσα, να μη χορτάσω παραλία, παρόλο που δεν τη χορταίνει κανείς ποτέ την παραλία. Αλλά ήταν κάτι σπάνια καλοκαίρια της βαθιάς νιότης μου (όπως κι ένα στενάχωρο που πέρασα στον Ευαγγελισμό με αγαπημένο πρόσωπο), οπότε υπήρχε πάντα η βεβαιότητα ότι έρχονται κι άλλα καλοκαίρια, δεν βαριέσαι, του χρόνου θα αναπληρώσω, θα μπαίνω στη θάλασσα και δεν θα βγαίνω, όπως και του παρα-χρόνου και για πολλά πολλά χρόνια ακόμα…

Αυτή η βεβαιότητα δεν είναι καθόλου βέβαιη, που λέει ο λόγος, όσο μεγαλώνεις. Δεν θα έπρεπε να είναι βεβαιότητα έτσι κι αλλιώς, γιατί σε καμία περίοδο της ζωής σου δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει, πόσο μάλλον σε ποια φάση θα είσαι, εσύ και η υφήλιος, ένα καλοκαίρι μετά το τρέχον, χειροπιαστό καλοκαίρι. Απλώς κλείνοντας τα πενήντα ή, έστω, τα εξήντα σου χρόνια, συνειδητοποιείς για τα καλά ότι τα καλοκαίρια που ανοίγονται μπροστά σου από δω και πέρα δεν φέρουν καμία εγγύηση για τίποτα: ούτε για το πόσο τζάμι θα είσαι από υγεία, πόσο 100% θα είσαι από κινητικότητα, πόσο θα αντέχεις τις μετακινήσεις, πόσα λεφτά θα έχεις, πόση διάθεση, αλλά ούτε καν κατά πόσο θα κλοτσάς ακόμα, ένα ή τρία ή δέκα καλοκαίρια μετά το φετινό. Αν το χάσεις δηλαδή το καλοκαίρι που τρέχει, δεν είναι γραμμένο στην πέτρα ότι θα είσαι αράουντ για να απολαύσεις το επόμενο.

Και παρόλο που το είχα υπόψη μου πάντα αυτό, από φιλοσοφική άποψη, ένιωθα την ανάγκη να στρώνω δικαιολογίες («Τα παιδιά πρέπει να κάνουν μπάνια!») για να ανεβαίνω στην πατρίδα μου, στην Καβάλα δηλαδή, και στη δεύτερη πατρίδα, τη Θάσο, κάθε καλοκαίρι. Ιδανικά, το «καλοκαίρι» είναι ένας μήνας ολοστρόγγυλος, μοιρασμένος ανάμεσα στην Καβάλα και τη Θάσο, συνήθως ο αγαπημένος Ιούλιος κι ίσως κι ο Αύγουστος, όσο δεν έχει αρχίσει ακόμα να γέρνει προς Σεπτέμβριο μεριά. Τον Αύγουστο συνήθως βρίσκομαι στην Αθήνα, αν όχι από την αρχή του, σίγουρα όμως λίγες μέρες πριν από τον Δεκαπενταύγουστο. Δεν καθιερώθηκε αυτό το πρόγραμμα με κάποιον συγκεκριμένο τρόπο, ούτε είναι στάνταρ οι μέρες ή η διάρκεια των «διακοπών» μου.

Τη λέξη «διακοπές» τη βάζω σε εισαγωγικά για να μη σκεφτεί κανείς ότι πάω προς Βορρά και αράζω, παρόλο που μου αρέσει να αράζω: και εκεί που πάω για «διακοπές», εργάζομαι, γράφω, ή κατεβάζω ιδέες, ή δουλεύω κάποιο πρότζεκτ. Μόνο που το κάνω μετά τη θάλασσα, μετά το μπάνιο, μετά την παραλία. Και χωρίς δικαιολογία τα τελευταία χρόνια, μια και τα παιδιά μου μεγάλωσαν, πηγαίνουν διακοπές με τις παρέες τους – άντε να έρθουν 4-5 μέρες στη Θάσο κι άλλες τόσες στην Καβάλα, αλλά μου το κάνουν χάρη σχεδόν, αλλού θα ήθελαν να βρίσκονται κι όχι με τη μαμά τους.

Κάποιες χρονιές προκύπτουν δουλειές που με θέλουν στην Αθήνα, αλλά κάπως τα βολεύω, κάπως τη σκαπουλάρω: πρόπερσι έγραψα νούμερα για την επιθεώρηση του Σταμάτη Φασουλή στο Άλσος, και στην αρχή της σεζόν μού λέγανε «Μπα, ξέχνα το, δεν θα φύγεις φέτος», για να με φρουμάξουνε. Κι ευτυχώς, Παναγίτσα μου, όλα πήγανε πρίμα, τελειώσαμε τα κείμενα και παραδώσαμε πολύ νωρίς όλοι, οπότε αρχές Ιουλίου την κοπάνησα με ελαφρά πηδηματάκια. Μια άλλη χρονιά έσκασε ένα σενάριο που είχε ημερομηνία παράδοσης 1η Σεπτεμβρίου – και δεν το πήρα, δεν το ανέλαβα, με κάποια, ελάχιστη, στεναχώρια (θα έπρεπε να πηγαίνω σε μίτινγκ, να τρέχω πάνω κάτω, να γράφω ασταμάτητα και να βρίσκομαι στην Αθήνα Ιούλιο ΚΑΙ Αύγουστο: δεν το ήθελε ο Θεός, ούτε καν ο Βούδας). Για να μη θυμηθώ το καλοκαίρι του 1999, που γράψαμε παρέα με την Όλγα Μαλέα ολόκληρο το σενάριο της ταινίας «Ριζότο» στη Θάσο, στην εξοχή της οποίας κάναμε ελεύθερο κάμπινγκ ο μικρός τότε πρώτος μου γιος κι εγώ, πλάι στο ξενοδοχείο όπου έμενε η Όλγα με τους δύο δικούς της γιους – είχαμε περάσει σούπερ, δουλεύοντας σκληρά… απλώς όχι στην Αθήνα. Και με θαλασσινά μπάνια, που τόσο τα χρειάζονταν τα παιδάκια μας (ε, ναι!). Όσον αφορά τις δουλειές, αυτό είναι το κακό με τα σενάρια, πρέπει να είναι έτοιμα στο τέλος του καλοκαιριού για να προλάβουνε τις σεζόν, για να κάνουν γυρίσματα με το καλό την ερχόμενη άνοιξη. Σε αντίθεση με τα βιβλία, που τα γράφεις όποτε σου καπνίσει κι όπου σου καπνίσει.

Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι… το καλοκαίρι είναι ιερό, δεν το θυσιάζω με τίποτα. Όχι ότι μου έκανε πρόταση το Χόλιγουντ να γράψω σενάριο με τον Ράιαν Γκόσλινγκ κι αρνήθηκα προκειμένου να κάνω μπάνια στη Θάσο/Καβάλα· και πάντα υπάρχει η πιθανότητα να σκάσει καταπληκτικό πρότζεκτ για το οποίο θα τα σφάξω όλα προκειμένου να μείνω στην Αθήνα και να δουλέψω, χωρίς μπάνια… Αλλά ευτυχώς δεν το βλέπω για φέτος. Ευτυχώς, επειδή δεν θέλω με τίποτα να χάσω το φετινό καλοκαίρι – για να μη μιλήσω για τα επόμενα καλοκαίρια από δω και πέρα.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY