Αθλητισμος

Το αποτρόπαιο πρόσωπο του κτήνους

Για το ποδόσφαιρο, τη βία και τα πολλά πρόσωπά της στην πόλη

kyriakos_1.jpg
Κυριάκος Αθανασιάδης
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Δολοφονία Άλκη: Το πρόσωπο της βίας στη Θεσσαλονίκη

Η δολοφονία του Άλκη Καμπανού στη Θεσσαλονίκη ίσως σταθεί αφορμή για να καθαριστεί ένα μέρος από την κόπρο του Αυγείου.

Αγαπώ πολύ το ποδόσφαιρο και το γήπεδο. Και πάνω απ’ όλα αυτά αγαπώ την ομάδα μου. Ήτοι, αν ξαφνικά έπαυε να παίζει, δεν θα παρακολουθούσα πια ποδόσφαιρο — και προφανώς δεν θα ξαναπήγαινα γήπεδο. Την αγαπούσα από μικρό παιδί, και θα την αγαπώ μέχρι να πεθάνω. Την αγαπούσα όταν παραληρούσε γι’ αυτήν όλη η χώρα και όλη η Ευρώπη, και την αγαπούσα όταν έπαιζε μπάλα σε χωριά, και έχανε. Γιατί έχανε κιόλας συχνά-πυκνά. Έτσι πάν’ αυτά.

Η αγάπη μου αυτή είναι αδιαπραγμάτευτη και οριστική: δεν είναι παιχνιδάκι, δεν είναι λόγια, και κυρίως δεν είναι θέμα συζήτησης. Ή τη δέχεσαι, ή δεν με ενδιαφέρεις. My way, or the highway, δεν έχουμε χρόνο για αναλύσεις και κουβέντες, είμαστε εδώ με πολύ κοντινή ημερομηνία λήξης κι έχουμε δουλειές να κάνουμε και βιβλία να γράψουμε και γέλια να γελάσουμε και ένα στόμα να φιλήσουμε.

Αν είναι και παράλογη; Ναι, και γιατί όχι; Και πώς αλλιώς; Γιατί να μην είναι; Μην είστε σίγουροι πως ξέρετε τι είναι λογικό και τι όχι, ή καν τι σημαίνει λογικό. Ή αν υπάρχει λογική στις επιλογές μας. Ή αν διέπει ντε και καλά η λογική οποιαδήποτε αγάπη. Είναι λογικό —και πόθεν— να αγαπάς το ηλιοβασίλεμα; Ή να μουδιάζεις βλέποντας την επιφάνεια του πλανήτη Άρη από την κάμερα του Perseverance; Όχι, δεν είναι, είναι γαργαντουικά παράλογο αν το καλοσκεφτείς για πρώτη φορά στη ζωή σου. Νά όμως που αγαπάμε τα ηλιοβασιλέματα, νά που μας πιάνεται η ανάσα βλέποντας τα τοπία αυτής της μακρινήςσφαίρας από πέτρα, σκόνη, πάγο και ερημιά. Νά που αγαπάμε το παράλογο, γιατί απ’ αυτό είμαστε φτιαγμένοι: από το υλικό που είναι καμωμένο το χάος.

Έτσι παράλογα αγαπώ κι εγώ τον Άρη Θεσσαλονίκης — απλώς περισσότερο από ό,τι ο υπόλοιπος πλανήτης αγαπά τα ηλιοβασιλέματα ή τους άλλους πλανήτες.

(Απροπό, και κομμάτι άσχετο: αν και λατρεύω το διάστημα και ξέρω πολύ καλά πως προορισμός του ανθρώπου είναι τα άστρα, προσωπικά δεν αγαπώ τα ηλιοβασιλέματα και οτιδήποτε έχει να κάνει με τη φύση, είμαι παιδί της πόλης και του άγριου αστικού τοπίου, και θα αντάλλασσα οποιαδήποτε «φυσική καλλονή» με την καρέκλα ενός καφενείου κάπου στο κέντρο, ένα άλσος με την πρόσοψη ενός ρημαγμένου νεοκλασικού ή με το απλό ψευδο-Bauhaus τσιμέντο ενός κτιρίου τού ’20, οποιοδήποτε ηλιοβασίλεμα με μία παράγραφο του Πόε, οποιοδήποτε Κυκλαδονήσι, από το κάππα μέχρι το ιώτα, με έναν Κινγκ).

Τις τελευταίες ημέρες όμως, άνθρωποι σαν εμένα (είμαστε πάρα πολλοί, και αγαπάμε τον δικό μας Άρη ο καθένας, το δικό μας «σωματείο», τη δική του ο καθένας παιδική ηλικία) δεν σκέφτονται καθόλου την μπάλα, δεν τους νοιάζει το γήπεδο και η Θύρα που προτιμούν, δεν τους νοιάζει τι αποτέλεσμα θα φέρει η ομάδα τους, αν τυχόν κερδίσει στα χασομέρια με ένα μαγικό ψαλιδάκι ή με μια μαστορική λόμπα, ή αν θα χάσει 10-0. Η δολοφονία του παιδιού μας τα ξεπερνά όλα αυτά, και τα ξεπερνά με έναν τρόπο πολύ μεγάλο, πολύ βαρύ, μουντό και πένθιμο για να μπορέσεις να κάνεις κάτι άλλο. Ένα τέτοιο άδικο φονικό είναι πάνω από εμάς, και πάνω από τις μπάλες και τις συναφείς αστειότητες: είναι Κόλαση, είναι το πέρασμα του Ρουβίκωνα — κάτι άλλαξε πια στην Ελλάδα, και το ξέρουμε.

Τα ματς, πάλι, γίνονται κανονικά, ναι (γελοιότης, αλλά τι να το κάνεις — η ζωή ξέρει από τέτοιες, είναι ξεσκολισμένη), και μάλλον θα ρίξουμε κι εμείς στα αποτελέσματα μια λοξή ματιά μες στο Σαββατοκύριακο. Αλλά θα τη ρίξουμε χωρίς αγωνία και με δίχως πάθος, ξεψυχισμένα, απλώς από χούι κι από καραγκιοζλίκι. Αυτό που μας νοιάζει, πέρα από τον πόνο, που είναι βαθύς και ειλικρινής και δεν θέλουμε να χαθεί, είναι να σταθεί άμποτε αφορμή αυτός ο αδιανόητος χαμός για να καθαριστεί ένα μέρος από τη συσσωρευμένη κόπρο του Αυγείου.

Το ποδόσφαιρο βρομάει, και οι πόλεις βρομάνε. Ιδίως μάλιστα η Θεσσαλονίκη, που είναι και μικρότερη από την Αθήνα και έχει εντελώς δικά της χαρακτηριστικά, βρομά και ζέχνει πολύ περισσότερο. Για δύο κυρίως λόγους, πέραν του μεγέθους της. Πρωτίστως γιατί εδώ η βία έχει και πολύ γερές πλάτες: οικονομικές, ταυτοτικές, νύκτιες, καλά δικτυωμένες σε όλα τα πεζοδρόμια, τις πλατείες και τα λουσάτασαλόνια που πρέπει, απλωμένες σαν τον ιστό της αράχνης σε όλο το πολεοδομικό συγκρότημα, και πέρα από αυτό. Αλλά και γιατί εδώ έχουμε μερικούς από τους χειρότερους και πιο χυδαία κιτς αθλητικούς ραδιοσταθμούς του σύμπαντος κόσμου, άντρα εμετικής ακροδεξιίλας, βορβορώδους μισαλλοδοξίας, ελεεινού συντηρητισμού, οπισθοδρόμησης και μάτσο ανδρισμού.

Δεν τρέφουμε μεγάλες ελπίδες ότι θα γίνει πράγματι κάτι βαθύ, κάτι που θα κάνει τη διαφορά. Εντέλει, δεν τρέφουμε μεγάλες ελπίδες για οτιδήποτε — ίσως μόνο για το ότι αύριο, λογικά, θα ξημερώσει. Μέχρις εκεί. Αλλά δεν παύει να βλέπουμε μια ευκαιρία εδώ, τώρα που το αίμα του Άλκη είναι ακόμη εδώ, στο κατώφλι όλων των σπιτιών, των σπιτιών όλης της χώρας, και σπαράζει. Αν τυχόν ξηλωθεί ένα κομμάτι από το βρομερό πουλόβερ του κτήνους, αν δεν φοβηθεί το κράτος, ίσως γίνει κάτι και ίσως αναπνεύσουμε. Ίσως.

Οι δολοφόνοι αυτοί δεν είναι παρά ένα κεφάλι του Κέρβερου της βίας που στραγγαλίζει την πόλη.

Μόνο που το θέμα εδώ δεν είναι μόνον «οπαδικό». Αυτό θα ήταν ενδεχομένως κάπως πιο εύκολο να συμμαζευτεί, αν υπήρχε πολιτική και επιχειρησιακή βούληση. Όχι: είναι συμμορίτικο. Οι δολοφόνοι αυτοί (οι συγκεκριμένοι οργανωμένοι οπαδοί, οι συγκεκριμένοι συνδεσμίτες, αλλά και οι πολλοί περισσότεροι δυνάμει δολοφόνοι της πιάτσας) δεν είναι παρά ένα κεφάλι του Κέρβερου της βίας που στραγγαλίζει την πόλη.

Οι συγκεκριμένοι —και άλλοι σαν και δαύτους—δεν περιπολούν μόνο κάθε βράδυ στις γειτονιές για να σπάσουν στο ξύλο σώματα, για να ξεγυμνώσουν πιτσιρικάδες από τις ωραίες φανέλες και τα κασκόλ τους τους, ή για να τρομοκρατήσουν πολίτες και γειτονιές επειδή «μία πόλη, μία ομάδα».

Οι συγκεκριμένοι —και άλλοι— σουλατσάρουν μέσα στα πανεπιστήμια, απειλούν, κλέβουν, ασχημονούν απέναντι σε κορίτσια, πουλάνε ναρκωτικά, είναι επαγγελματίες της ανωτάτης εκπαιδεύσεως: γλεντάνε, δε, με την απουσία αστυνομίας από τα κάμπους. Οι συγκεκριμένοι —και άλλοι— πουλάνε προστασία στα μαγαζιά, από τη μια άκρη της νύχτας ώς την άλλη, με ένα φιδίσιο χαμόγελο στα χείλη και με το κάραμπιτ ή το πιστόλι στην κωλότσεπη: είναι μαφιόζοι κανονικοί. Οι συγκεκριμένοι —και άλλοι— εξευτελίζουν και δέρνουν μετανάστες, ηδονίζονται με το χειρότερο πρόσωπο της πατριαρχίας, λατρεύουν τον ηγέτη-Führer: είναι φασίστες του βρομερότερου είδους. Οι συγκεκριμένοι —και άλλοι— πασχίζουν να κάνουν την πόλη μία noman’s land, έναν τόπο που θα κάνει τα μάτια σου να κλαίνε από την καμένη βενζίνη: είναι αναρχοφασίστες του βρομερότερου είδους. Είναι, όλοι τους μαζί, οι σκοτεινοί άνθρωποι του πλήθους.Και έχουν όλοι το ίδιο πρόσωπο.

Θα γίνει κάτι; Θα μπορέσει να απαλλαγεί η πόλη από τους θιάσους που ομνύουν στη βία;Μπα. Δεν το πιστεύουμε. Τα ίδια θα λέμε και στον επόμενο Άλκη.

Αλλά πόσο σπουδαίο θα ήταν.

                                                        * * *

Κι εμείς; Οι φίλοι μας; Οι άνθρωποί μας; Θα ξαναδούμε μπάλα όπως παλιά; Θα κάνουμε πάλι τα πειράγματά μας, τις καζούρες μας, τους καβγάδες μας πάνω από μία μπίρα, υποστηρίζοντας ο καθένας την ομάδα του;

Ναι, σίγουρα. Γιατί έτσι πάνε αυτά. Αλλά ξέρετε κάτι; Τελικά δεν έχει καμία σημασία.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ