Visual Browsing

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου: Το βαθύ χνάρι ενός σημαντικού κριτικού

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου: Το βαθύ χνάρι ενός σημαντικού κριτικού
© Δημήτρης Φύσσας
«Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία 1974 – 2017», εκδ. Πόλις
  • A-
  • A+
0

Υπάρχουν μερικά βιβλία που, από την πρώτη στιγμή της επαφής μαζί τους λες «αυτό είναι σπουδαίο» και μετά το διάβασμά τους η εντύπωση διατηρείται και επιτείνεται. Αυτή είναι η περίπτωση του βιβλίου που παρουσιάζουμε εδώ, του «Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία 1974 – 2017», μέσα από μια συνέντευξη με το συγγραφέα του, το σημαντικό κριτικό Βαγγέλη Χατζηβασιλείου.

Πρόκειται για μια επίμοχθη και εντονότατα συνθετική κριτική μελέτη που προδίδει πλήρη εποπτεία του αντικειμένου της και κατά τη γνώμη μου θα αφήσει εποχή, με την έννοια ότι θα είναι σημείο αναφοράς στο μέλλον για τη λογοτεχνία του καιρού μας, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί και σαν  άτυπος Αναγνωστικός Οδηγός για τον αναγνώστη τού σήμερα. Έχω τη γνώμη ότι ο συνδυασμός ποιότητας, εύρους αναφορών και εκδοτικής αρτιότητας θα τη φέρουν σίγουρα στις υποψηφιότητες για το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου του 2018, όταν κάποτε αυτό απονεμηθεί. Η συνέντευξη πάρθηκε στο «συνήθη χώρο εκτελέσεων», δηλαδή το πατάρι του θρυλικού σκακιστικού καφενείου «Πανελλήνιον» της οδού Μαυρομιχάλη. Κλακέτα, πάμε:

Βαγγέλη, πόσον καιρό εργάστηκες για να βγάλεις αυτό τον τόμο των 900 τόσων σελίδων;
Η δουλειά μού πήρε, στο σύνολό της, 13 χρόνια. Ξεκίνησα το 2004, αλλά ενσωμάτωνα ολοένα νεότερα στοιχεία, έτσι ώστε έφτασα μέχρι τις μέρες μας, ένα χρόνο πριν την έκδοση του βιβλίου. 

© Δημήτρης Φύσσας
Σχετικα
«Όλοι θέλουν να χορεύουν» με τον Αλμπέρτο Γκαρλίνι
«Όλοι θέλουν να χορεύουν» με τον Αλμπέρτο Γκαρλίνι

Πώς αιτιολογείται ο τίτλος του βιβλίου;
Ο τίτλος προκύπτει από το βασικό ερμηνευτικό σχήμα του βιβλίου. Το 1974 η Πρώτη, και πολύ περισσότερη η Δεύτερη, Μεταπολεμική Γενιά είναι ενεργές και καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τα πεζογραφικά μας πράγματα. Υπάρχει πολλή Ιστορία στα πεζογραφικά τους έργα, ειδικά από τη δεκαετία  του ΄40. και προφανώς εντονότατη πολιτικοποίηση. Αντίθετα, οι  μεταπολιτευτικές γενιές, που εμφανίστηκαν στις δεκαετίες του 1980 και του 1990 (συγγραφείς σαν τον Τατσόπουλο, τον Ραπτόπουλο, το Χωμενίδη) τον Ραπτόπουλο, την Τριανταφύλλου κλπ χαρακτηρίστηκαν παρακμιακοί, κατηγορήθηκαν για «ιδιώτευση», εξατομίκευση, συγγραφή σα να είναι η κοινωνία εν κενώ …

Μέχρι και χαβαλέ…
… Κατηγορήθηκαν ότι έγραφαν. Οι ακόμα νεότεροι καταγράφουν και περιγράφουν μια κοινωνία σε διάλυση, σε αποσύνθεση. Αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι οι συγγραφείς προσπαθούν να παρακολουθήσουν τις κοινωνικές αλλαγές όπως τις ζουν, όπως εξελίσσεται η μεταπολιτευτική κοινωνία: από το συλλογικό στο ατομικό. Το πεζογραφικό «εκκρεμές» κινήθηκε στην άλλη άκρη, αλλά στη συνέχεια το συλλογικό επανέκαμψε, όπως πάντα το παρακολουθούμε, όλα τα χρόνια. Αυτή τη συνεχή κίνηση του «εκκρεμούς», που κινείται ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό (το οποίο δεν είναι και κατ’ ανάγκην πολιτικό), προσπάθησα να καταγράψω μέσα από τη μελέτη της νεότερης και νεότατης πεζογραφίας μας. Οι παλιότεροι που αναφέρονται είναι συγγραφείς σαν τον Πλασκοβίτη, τον Αλ. Κοτζιά, τον Τσίρκα κλπ, ενώ οι νεότεροι είναι ακόμα και τριαντάρηδες, όπως ο Κυθρεώτης. 

Παρουσίασέ μας το βιβλίο σε αδρές γραμμές. 
Πρόκειται για ιστορικό – κριτικό δοκίμιο και όχι για Ιστορία Λογοτεχνίας, με την έννοια ότι κυριαρχεί το κριτικό στοιχείο και όχι η εγκυκλοπαιδική καταγραφή. Το 1974 επιλέχτηκε σα συμβατικό χρονολογικό όριο, γιατί σηματοδοτεί μια εντελώς καινούργια περίοδο στην πολιτική και κοινωνική, και επομένως τη λογοτεχνική, ζωή. Το τυπικό χρονικό εύρος του βιβλίου είναι 43 ή 44 χρόνια, αλλά στην πραγματικότητα αναφέρονται στοιχεία και από πολύ περισσότερα χρόνια πίσω, γιατί, όταν μιλάω για συγγραφείς των Μεταπολεμικών Γενεών, κάνω αναφορές και σε προηγούμενα έργα τους. Κάθε κεφάλαιο έχει εισαγωγικά και επιλογικά στοιχεία, ενώ αποφεύγω συνειδητά να τυπώσω γενικά συμπεράσματα στο τέλος. Υπάρχει μια χαλαρή χρονολογική τοποθέτηση των κεφαλαίων, όχι όμως και  απόλυτα «γραμμική». Καταγράφεται και «διάλογος» με συνάδελφους κριτικούς, των οποίων τις απόψεις πολλές φορές αναφέρω, συχνά διαφωνώντας μαζί τους. Υπάρχουν πολλές υποσημειώσεις, για όποιον θέλει να εμβαθύνει σε  κριτικές λεπτομέρειες.  Το βιβλίο κλείνει μ΄ ένα χρηστικό Ευρετήριο…

Σχετικα
Manhattan Transfer: Το απόλυτο μυθιστόρημα της Νέας Υόρκης
Manhattan Transfer: Το απόλυτο μυθιστόρημα της Νέας Υόρκης

…Που περιέχει περίπου 400 ονόματα συγγραφέων.
Α, δεν τα έχω μετρήσει. Φυσικά τα βιβλία που μελέτησα είναι πολλαπλάσια.

Παρατήρησα ότι δεν «στρογγυλεύεται» ο λόγος σου, υπάρχουν ειρωνείες, αρνητικές κρίσεις, ιεραρχήσεις, αλλά και ανυπόκριτος θαυμασμός, πολύ διαφορετικές ποσοτικές αναφορές κλπ
Πραγματικά, υπάρχουν όλα αυτά, αξιολογικές κρίσεις θετικές και αρνητικές, πάντα βασισμένα σε επαγγελματική κριτική. Έγραψα το βιβλίο με πνεύμα κριτικού ελέγχου, όπως το κάνω πολλά χρόνια ως κριτικός. Και βέβαια, δεν είναι όλοι συγγραφείς ισάξιοι, ούτε όλα τα βιβλία του κάθε συγγραφέα- οι αναφορές είναι ανάλογες.  

Θα το χαρακτήριζες «βαρύ» βιβλίο; Ποιο ρόλο έπαιξε η θεωρία στη συγγραφή του;
Υπάρχουν κομμάτια θεωρίας κριτικής, αλλά δεν τα βάζω «ξεκάρφωτα», δεν βαραίνουν το βιβλίο, γιατί είναι ενσωματωμένα  κατά περίπτωση εκεί που ταιριάζουν, στην αντίστοιχη τάση ή τον αντίστοιχο συγγραφέα. Αναφορές στο φορμαλισμό, στο μοντερνισμό, στο μεταμοντέρνο, σε διεπιστημονικές προσεγγίσεις (π.χ. πρόσληψη της Λογοτεχνίας μέσω της Κοινωνιολογίας) κλπ υπάρχουν μόνο σε συνάρτηση με αναφερόμενα έργα. 

Βαγγέλη, τόνισες ότι δεν πρόκειται για Ιστορία Λογοτεχνίας, αλλά για κριτικό – δοκιμιακό κείμενο. Με τι κριτήριο συμπεριέλαβες ή όχι κάποιους συγγραφείς; 
Έβαλα πάρα πολλούς που θα μπορούσαν ίσως να λείπουν, γιατί μ’ ενδιέφερε να δείξω την πολυμέρεια της κίνησης των ιδεών στο πεδίο που επέλεξα ν’ αναδείξω. Και άφησα απέξω έργα ή δημιουργούς που έκρινα ότι το έργο τους δεν έχει ένα μίνιμουμ ποιότητας, πρωτοτυπίας, συνεισφοράς σε κάτι καινούργιο κλπ. Ακόμα, θα ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο ν’ αναφέρω όλα τα έργα κάθε πολυγραφότατου συγγραφέα. Ο κριτικός αναμετριέται με το τρέχον, επομένως επιλέγει και το πεδίο αναφοράς του.

Παρατηρώ ότι σε πολλές περιπτώσεις έχεις κι ένα είδος περίληψης του κρινόμενου βιβλίου. Θεωρείς ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει και σαν Αναγνωστικός Οδηγός Πεζογραφίας; 
Κοίταξε, είναι σε κάποιο βαθμό και αυτό, αλλά εκεί που πέφτει το βάρος είναι στην κριτική. Ούτε εξαντλητικός αναγνωστικός οδηγός είναι, το είπαμε, αλλά ούτε και ουδέτερος. Υπάρχουν θέσεις μέσα στο βιβλίο, οι τάσεις και οι συγγραφείς τοποθετούνται στο πλαίσιο που τους ταιριάζει και κρίνονται. Δεν είμαι ουδέτερος συγγραφέας λημμάτων, αλλά κριτικός.  

© Δημήτρης Φύσσας

Το βιβλίο, παρότι σχετικά εκλαϊκευμένο –ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό- θα μπορούσε να δοθεί και σαν πανεπιστημιακό βοήθημα. Πώς το αντιμετώπισαν οι νεοελληνιστές καθηγητές των πανεπιστημίων μας; Και πώς οι συνάδελφοί σου κριτικοί; 
Το βιβλίο κυκλοφόρησε το καλοκαίρι. Οι πανεπιστημιακοί μέχρι στιγμής δεν έχουν αντιδράσει. Οι συνάδελφοι κριτικοί έγραψαν και είπαν πολύ καλά λόγια, στάθηκαν πολύ γενναιόδωρα απέναντι στη δουλειά μου.

Βρες το εδω

Δειτε επισης

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5