- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Τα γλυκά φαντασματάκια της Μυκόνου
Στη Φτελιά, ανάμεσα σε παλιούς ψαράδικους νεώσοικους, παιδιά-πειρατές και μια γαλάζια μέδουσα
Μια καλοκαιρινή ιστορία στη Μύκονο, όπου η θάλασσα, τα παιδιά και τα «γλυκά φαντασματάκια»
Μύκονος, 27 Αυγούστου 2026
Ξύπνησα από τον ήλιο και την κόρνα ενός καραβιού. Είχα κοιμηθεί με ανοιχτά τα παντζούρια και τα παράθυρα. Το μελτέμι είχε πέσει και η Μύκονος δεν είναι φτιαγμένη για πανεμιά. Το air condition του δωματίου δεν λειτουργούσε, αλλά έτσι κι αλλιώς προσπαθώ να το αποφεύγω.
Το δωμάτιο βλέπει πάνω από το Νέο Λιμάνι, ακριβώς στην ευθεία του φάρου. Στο πέλαγος ήταν παραταγμένα πέντε κρουαζιερόπλοια. Τεράστια, λευκά, σχεδόν ακίνητα. Ένας στόλος εισβολής.
Τα κρουαζιερόπλοια είναι οι καινούργιοι πειρατές της Μεσογείου. Φτάνουν το πρωί, αποβιβάζουν τα πληρώματά τους, καταλαμβάνουν για λίγες ώρες τα νησιά και αποχωρούν πριν δύσει ο ήλιος. Δεν παίρνουν αιχμαλώτους. Παίρνουν φωτογραφίες.
Η πρώτη κίνηση που κάνω κάθε πρωί —όπως όλοι μας, νομίζω— είναι να κοιτάξω το κινητό.
Είχε στείλει μήνυμα η Μαρού.
— How are you?
Το συνηθισμένο, λιτό How are you? Τρεις λέξεις, μέρα παρά μέρα. Αν της απαντούσα «καλά», θα ήταν σαν να την απέφευγα. Αν της έλεγα «ζεσταίνομαι», θα ήταν απελπιστικά κοινότοπο. Δεν της απαντώ.
Φοράω το μαγιό μου και κατεβαίνω στη ρεσεψιόν. Στη δανειστική βιβλιοθήκη του ξενοδοχείου, πρώτο πρώτο, πάνω πάνω, με περιμένει ένα βιβλίο: Winter in Madrid.
Η Μαρού βρίσκεται στη Μαδρίτη. Καλοκαίρι, με αφόρητη ζέστη, απ’ όσα μου λέει και μαθαίνω.
Χειμώνας στη Μαδρίτη, καλοκαίρι στη Μύκονο.
Μπαίνω στο αυτοκίνητο. Το θερμόμετρο δείχνει σαράντα δύο βαθμούς.
Μόλις ξεκινώ, αρχίζουν να έρχονται τα μηνύματα των φίλων μου. Ο Άγγελος προτείνει να πάμε στο Principote, όπου μας περιμένουν δύο Βραζιλιάνες. Στο Hippie Fish βρίσκεται η Κατερίνα, η οποία κάνει μόνη της για τρεις Βραζιλιάνες. Και ακόμη δεν έχει ξυπνήσει ο Νικόλας, που από χθες καμακώνει Κουβανέζες. Όμως δεν ήρθα εδώ γι’ αυτό.
Όταν δεν φυσά στη Μύκονο, οι βόρειες παραλίες είναι δανεικές. Τις περισσότερες ημέρες του καλοκαιριού το μελτέμι τις κάνει σχεδόν απλησίαστες. Σήμερα η θάλασσα τις επιστρέφει για λίγο.
Χαράζω πορεία προς τη Φτελιά. Πηγαίνω στο αγαπημένο μου σημείο, κάπου μέσα στον κόλπο. Δεν θα αποκαλύψω πού ακριβώς. Ούτε θα το κάνουμε ινσταγκραμικό. Γιατί ύστερα από λίγο δεν θα είναι πια αποκλειστικό.
Παρκάρω πάνω στα βράχια. Μπροστά μου βρίσκεται ένα αγροτικό Ford. Η πινακίδα του γράφει: ΝΚΗ 2738. Με λίγη φαντασία, το ΝΚΗ μπορεί να διαβαστεί ως ΝΙΚΗ — η φυσική συνέχεια του Veni, vidi, vici που έχω πλέον γραμμένο στο εσωτερικό του αριστερού μου πήχη.
Κοιτάζω και τους αριθμούς. Σήμερα είναι 27 Αυγούστου του ’26. 27 συν 8 συν 26: 61. 6 συν 1: 7.
Στην πινακίδα: 2 συν 7 συν 3 συν 8: 20. 2 συν 0: 2.
Το 7 της ημέρας και το 2 της πινακίδας. Μαζί 72 — το 27 αντεστραμμένο.
Η αριθμολογία λειτουργεί πάντοτε, αρκεί να ξέρεις εκ των προτέρων τι θέλεις να αποδείξεις.
Η μέρα αρχίζει να παίρνει καλή τροπή.
Πριν από δύο χρόνια, την τελευταία φορά που είχα έρθει εδώ, είχα ανακαλύψει τρία κελιά. Μικρά σπιτάκια όπου οι ψαράδες φυλάνε τα δίχτυα, τα εργαλεία και όλα τα απαραίτητα, για να μην τα κουβαλούν κάθε μέρα από και προς τη θάλασσα.
Πάνω από τα κελιά δεσπόζει μια φθαρμένη ελληνική σημαία. Το παράξενο όμως δεν είναι τα κελιά. Είναι ο νεώσοικος δίπλα τους: ένα υπόλευκο, θολωτό πέρασμα που ανοίγει κατευθείαν προς τη θάλασσα. Από εκεί έσερναν κάποτε τις βάρκες. Μπροστά του το νερό εισχωρεί ανάμεσα στα βράχια, σχηματίζοντας έναν στενό, σχεδόν τέλεια ευθύ διάδρομο. Μια μικρή Δίολκος. Η Δίολκος της Φτελιάς. Δεν ξέρω πώς τον αποκαλούν οι ψαράδες. Εγώ αποφασίζω να τον ονομάσω το Καταφύγιο. Όχι επειδή θυμίζει πολεμικό οχύρωμα. Αλλά επειδή εδώ μέσα βρίσκουν καταφύγιο τα πάντα: οι βάρκες που έφυγαν, οι ψαράδες που γερνούν, τα παιδιά που μεγαλώνουν — ακόμη και οι ζωές που δεν ζήσαμε.
Στις παλιές δέστρες έχουν απομείνει κομμάτια από αλυσίδες και σκοινιά. Η σκουριά και το αλάτι τα έχουν φάει τόσο, ώστε μοιάζουν λιωμένα επάνω στον βράχο. Το Καταφύγιο πρέπει να έχει πάψει εδώ και χρόνια να χρησιμοποιείται για τον αρχικό του σκοπό.
Οι βάρκες έφυγαν. Άφησαν δεμένα πίσω τους τα ίχνη τους. Ανάμεσα στα βράχια σχηματίζονται μικρές κοιλότητες με θαλασσινό νερό. Όταν το νερό εξατμίζεται, αφήνει λεπτές λευκές στεφάνες από αλάτι. Μικρές αλυκές φτιαγμένες μόνο για παιδιά, καβούρια και γλυκά φαντασματάκια.
Γύρω υπάρχουν διάσπαρτα τα καμώματα των μικρών πειρατών: ένα ξύλο τυλιγμένο με σχοινιά, μια πέτρα με ένα καλάμι που μοιάζει με φάρο, μικρές κατασκευές χωρίς καμία χρησιμότητα για τους μεγάλους και απολύτως απαραίτητες για τα παιδιά.
Το μπλε κυριαρχεί, αλλά δεν είναι ποτέ το ίδιο μπλε. Έξω από τον κόλπο βαθαίνει και γίνεται σχεδόν μεταλλικό. Πιο μέσα μαλακώνει, γυρίζει στο γαλάζιο και ύστερα στο τυρκουάζ. Εκεί όπου η γλίστρα συναντά τον βυθό, το νερό γίνεται σχεδόν άχρωμο και αφήνει το φως να σπάει επάνω στις πέτρες σε μικρές χρυσές ψηφίδες.
Γύρω του το ξερό καφέ των λόφων, το υπόλευκο των κελιών, η σκουριά στις παλιές δέστρες και το ξεθωριασμένο μπλε της πόρτας. Σαν να έχει κρατήσει ο τόπος μόνο τέσσερα χρώματα: της γης, του αλατιού, του χρόνου και της θάλασσας.
Απέναντι διακρίνεται το παλιό Pacha. Ένα διεθνώς γνωστό beach club. Κι όμως, ελάχιστοι από όσους φτάνουν ως εκεί γνωρίζουν τι κρύβεται λίγο πριν: τρία κελιά, ένας παλιός νεώσοικος, λιωμένες αλυσίδες και μια μικρή θάλασσα που ανήκει ακόμη στους ψαράδες και στα παιδιά.
Δεν είναι η πρώτη φορά που άνθρωποι εγκαθίστανται σε αυτόν τον κόρφο.
Στη Φτελιά υπήρχε ένας προϊστορικός οικισμός και, όπως λένε, ο τάφος του Αίαντα του Λοκρού. Ίσως τελικά ο Αίας να προστάτευσε την παραλία καλύτερα νεκρός απ’ όσο θα μπορούσε ζωντανός. Η αρχαιολογία κράτησε το κέντρο του κόλπου έξω από τη μεγάλη τουριστική επέλαση. Τα beach clubs κατέλαβαν τις άκρες. Οι ψαράδες, τα παιδιά και τα φαντάσματα κράτησαν ακόμη λίγο το ενδιάμεσο.
Πριν από δύο χρόνια το Καταφύγιο έμοιαζε με απομεινάρι κάποιας άλλης εποχής. Μου θυμίζει την ιστορία που λένε στην Άνω Μερά: ότι κάποτε έγινε εδώ μια μικρή ναυμαχία και μια γερμανική τορπιλάκατος βυθίστηκε μέσα ή έξω από τον κόλπο. Στην παραλία ξεβράστηκαν βαρέλια με πετρέλαιο και οι Ανωμερίτες τα έθαψαν βιαστικά στην άμμο, για να επιστρέψουν την επομένη και να τα χρησιμοποιήσουν.
Στον πόλεμο ακόμη και το ναυάγιο του εχθρού μπορεί να γίνει θησαυρός. Δεν ξέρω αν η ιστορία συνέβη ακριβώς έτσι. Στη Μύκονο οι ιστορίες αλλάζουν λίγο κάθε φορά που περνούν από στόμα σε στόμα. Όμως τα βαρέλια που θάφτηκαν στην άμμο μού φαίνονται πιο αληθινά από πολλά πράγματα που χτίστηκαν επάνω της.
Μπαίνω στο Καταφύγιο. Έξω το θερμόμετρο έδειχνε σαράντα δύο βαθμούς. Μέσα η θερμοκρασία πέφτει απότομα. Δεν έχω τρόπο να τη μετρήσω, αλλά η διαφορά μοιάζει τεράστια — ίσως και είκοσι δύο βαθμοί.
Ο θόλος κρατά έξω τον ήλιο. Από το άνοιγμα προς τη θάλασσα περνά συνεχώς ένα λεπτό ρεύμα δροσιάς. Το λευκό σκοτεινιάζει, το τυρκουάζ φωσφορίζει και η θάλασσα, πλαισιωμένη από τη θολωτή έξοδο, μοιάζει περισσότερο με κινηματογραφική οθόνη παρά με πραγματικό τοπίο.
Το Καταφύγιο λειτουργεί σαν φυσικό air condition. Χωρίς μηχανή, χωρίς θόρυβο και χωρίς τηλεχειριστήριο. Το air condition του ξενοδοχείου μπορεί να μη λειτουργούσε. Εκείνο των παλιών ψαράδων λειτουργεί ακόμη άψογα.
Μέσα υπάρχει μια ξύλινη ξαπλώστρα και, στην εσωτερική πλευρά, μια καρέκλα σκηνοθέτη. Δίπλα της στέκεται ένας Άγριος.
Άγριους λέμε στη Μύκονο τους ψαράδες της βορειοανατολικής πλευράς του νησιού. Ζουν σε μια σχεδόν αυτόνομη κοινότητα, μακριά από τη Χώρα, τα beach clubs και τις άλλες φυλές της Μυκόνου. Μουστάκι, γυαλιά ηλίου, μαγιό. Άνθρωποι φτιαγμένοι από ήλιο, αλάτι και λίγες κουβέντες.
— Καλημέρα σας.
Είναι προφανές ότι το κτίσμα είναι μάλλον δικό του. Και εξίσου προφανές ότι έχει ανακαινιστεί. Οι τοίχοι έχουν ασπριστεί, το δάπεδο έχει στρωθεί και στη θέση της βάρκας αναπαύονται ξαπλώστρες.
— Κάναμε ένα μικρό φρεσκάρισμα, μου λέει.
Στη Μύκονο του 2026 αυτή ίσως είναι η τελευταία πραγματικά σεμνή ανακαίνιση.
Ύστερα από λίγο έρχεται ένας φίλος του. Οι δύο άντρες στέκονται στην είσοδο του Καταφυγίου, μισοί μέσα στη σκιά και μισοί μέσα στο εκτυφλωτικό φως.
Ανταλλάσσουν τις συνηθισμένες κουβέντες των ψαράδων.
— Βάζεις τίποτα;
— Έβαλα μια τσαπαρί. Περίμενα και τσίμπησα κάνα δυο.
— Τι; Μπαλούς;
— Όχι. Μεγάλα ήθελα, πάνω από κιλό. Αλλά πού να τα βρεις πια…
Ο Άγριος τού λέει ότι έφτασε προς την Ικαρία αναζητώντας σκορπίνες, δράκαινες και ξισόψαρα και ότι δοκίμασε κι ένα δίχτυ. Δεν μπορώ να παρακολουθήσω όλες τις λεπτομέρειες. Δεν γνωρίζω ούτε τις συνήθειες ούτε τη μυστική γλώσσα των ψαρανθρώπων. Το δελτίο της θάλασσας πάντως ολοκληρώνεται.
— Πήγε μιάμιση. Πάμε τώρα να φάμε.
Φεύγουν.
Κάθομαι στο τσιμεντένιο σκαλοπάτι που χρησιμοποιείται σαν μικρός καναπές και βγάζω τους Πειρατές του Αιγαίου του Ιουλίου Βερν.
Έχω φτάσει στο σημείο όπου ο τραπεζίτης από την Κέρκυρα μαθαίνει ότι η κόρη του θέλει να παντρευτεί. Κλείνω για λίγο το βιβλίο.
Εκείνος έχει μια κόρη που ετοιμάζεται να παντρευτεί. Εγώ παραμένω ελεύθερος, χωρίς παιδιά. Είναι επιλογή, τύχη, χάρη ή απλώς η ζωή που συνέβη όσο σχεδίαζα κάποια άλλη;
Σαν να ακούει τη σκέψη μου ο Θεός —και να αποφασίζει να μου απαντήσει με το ιδιαίτερο χιούμορ Του— εμφανίζονται από το πλάι του Καταφυγίου δύο πιτσιρίκια. Φορούν μάσκες, μπρατσάκια και ολόκληρη την πολεμική εξάρτυση της παιδικής ηλικίας.
Παίζουν λίγο στο νερό. Ύστερα το κορίτσι ξεκόβει και πλησιάζει.
— Γεια σας, κύριε. Τι κάνετε;
— Καλά είμαι.
— Όχι. Τι κάνετε εκεί;
Κοιτάζει το βιβλίο στα χέρια μου.
— Διαβάζω.
— Κι εγώ ξέρω να διαβάζω.
— Δεν είσαι λίγο μικρή;
— Μερικά γράμματα μόνο.
Γελάει.
— Πώς σε λένε;
— Μαρία.
— Τι κάνεις, Μαρία;
Μου δείχνει το πόδι της.
— Έχω χτυπήσει.
— Δεν πειράζει. Θα περάσει. Να βάλετε λίγο κόκκινο.
— Τι κόκκινο;
— Ένα φαρμακάκι για τις πληγές.
— Εμείς μόνο κλέμα για τα πόδια και κλέμα για τα χέρια έχουμε. Θα το πω όμως στη μαμά μου.
Η Μαρία βλέπει τη μάσκα μου.
— Θέλεις να τη δοκιμάσεις;
— Ναι.
— Μάλλον θα σου είναι μεγάλη.
Τη φοράει. Η μάσκα σκεπάζει σχεδόν ολόκληρο το πρόσωπό της και γλιστρά προς τα κάτω. Προσπαθεί να την κρατήσει στη θέση της, αλλά δεν τα καταφέρνει. Γελάει και τη βγάζει.
Στην πρώτη αναμέτρηση με τον μεγάλο πειρατή έχει χάσει.
Ύστερα κάθεται δίπλα μου στον τσιμεντένιο πάγκο. Όχι στην αναπαυτική ξαπλώστρα. Αφήνει τα πόδια της να κρεμαστούν και κοιτάζει τις πατούσες μας.
— Φτάνουνε.
Δεν καταλαβαίνω.
— Ποια φτάνουνε;
— Τα πόδια μου. Όπως και τα δικά σου.
Τα πατουσάκια της ακουμπούν στο έδαφος.
Η μάσκα μου μπορεί να της είναι ακόμη μεγάλη. Πάνω στον πάγκο όμως είμαστε πια ισοϋψείς. Για μια στιγμή κάθεται δίπλα μου δυνατή, σοβαρή και μεγάλη — μια κανονική πειρατίνα.
Ύστερα εμφανίζεται ο αδελφός της, ο Κωνσταντίνος, και φωνάζει έναν ακόμη μικρό, που τον αποκαλεί «κουμπάρο». Σε λίγο τα παιδιά έχουν γίνει τέσσερα. Δύο αγόρια και δύο κορίτσια. Μια μικρή συμμορία με μάσκες, μπρατσάκια και απόχες.
Τα υπόλοιπα παιδιά δοκιμάζουν κι εκείνα τον πάγκο. Κάθονται ένα ένα, αφήνουν τα πόδια τους να πέσουν και μετρούν την απόσταση. Όλων φτάνουν.
Κανένας από τους μικρούς πειρατές δεν καταδέχεται την ξαπλώστρα. Οι ξαπλώστρες είναι για εμάς, που μεγαλώσαμε αρκετά ώστε να κουραζόμαστε. Τα παιδιά έχουν τον τσιμεντένιο πάγκο, τα πόδια που μόλις έφτασαν στο έδαφος και μια ολόκληρη θάλασσα που περιμένει να την ανακαλύψουν.
— Εσείς είστε αδελφάκια; ρωτάω. Δύο και δύο;
Ο μικρός με διορθώνει αμέσως.
— Όχι. Εμείς είμαστε τρεις.
Μετράω ξανά.
— Και πού είναι ο τρίτος;
— Θα έρθει τα Χριστούγεννα. Έχω κι άλλο ένα αδελφάκι. Ένα μωρό.
Το λέει σαν να περιμένουν έναν ταξιδιώτη που έχει ήδη κλείσει εισιτήριο, αλλά θα φτάσει στο νησί τον Δεκέμβριο.
Τα παιδιά χωρίζονται σε δύο ομάδες. Τα δύο μπαίνουν στο νερό κρατώντας απόχες. Μέσα στις απόχες έχουν βάλει βρεγμένο ψωμί για δόλωμα.
Κάπου ανάμεσα στα βράχια εντοπίζουν έναν μικρό κάβουρα και αρχίζει ο σχετικός χαμός.
— Κάβουρας!
— Εκεί είναι!
— Από την άλλη!
— Μη φύγει!
— Βάλε την απόχη!
Μια επιχείρηση μισοπολεμική και μισοπαιδική. Ο κάβουρας, περισσότερο έμπειρος από τους διώκτες του, χώνεται βαθύτερα στα βράχια και εξαφανίζεται.
— Μην έχετε έννοια, τους λέω. Κάτι θα βρεθεί. Η θάλασσα έχει πολλά ακόμη κρυμμένα μέσα της.
Ένα από τα αγόρια γυρίζει και με κοιτάζει δύσπιστα.
— Εσείς πού το ξέρετε;
— Το ξέρω γιατί είμαι πειρατής.
Με κοιτάζουν και οι τέσσερις. Η δήλωση τίθεται αμέσως σε αμφισβήτηση.
— Δεν είστε.
Σηκώνω το χέρι και τους δείχνω το βραχιόλι μου. Επάνω του υπάρχει μια νεκροκεφαλή.
Σιωπούν για λίγο. Η βεβαιότητά τους έχει κλονιστεί. Υπάρχει πλέον μια εύλογη αμφιβολία.
— Πού είναι το πλοίο σου; ρωτά ο δεύτερος μικρός.
Δείχνω προς το πέλαγος.
— Εκεί έξω. Στα βαθιά.
— Και πώς ήρθες εδώ;
— Κολυμπώντας.
Η απάντηση δεν τους φαίνεται καθόλου παράλογη.
— Από πού είσαι;
Κοιτάζω τη θάλασσα.
— Είμαι άνθρωπος της θάλασσας.
Τότε πετάγεται ο μικρότερος απ’ όλους:
— Κι εγώ! Κι εγώ!
Δίπλα στη φθαρμένη μπλε πόρτα του κελιού υπάρχει εντοιχισμένο ένα μικρό ανάγλυφο καράβι. Ένα παλιό ιστιοφόρο με ανοιγμένο πανί, ακίνητο για πάντα μέσα σε μια πέτρινη θάλασσα.
Ένα από τα παιδιά το βλέπει. Τρέχει προς την πόρτα και δοκιμάζει να την ανοίξει. Είναι κλειδωμένη. Τραβά ξανά το χερούλι, αυτή τη φορά με περισσότερη δύναμη.
— Είναι εδώ μέσα το μικρό σου καράβι;
Το μεγάλο πλοίο βρίσκεται στα βαθιά. Το μικρό είναι κλεισμένο πίσω από την μπλε πόρτα. Για τα παιδιά αυτή είναι η μόνη λογική εξήγηση.
Του κλείνω το μάτι.
— Θα έρθει η ώρα και γι’ αυτό.
Αφήνει το χερούλι. Δεν ζητά περισσότερες εξηγήσεις. Οι πραγματικοί πειρατές δεν αποκαλύπτουν όλα τα μυστικά τους από την πρώτη μέρα. Ξαφνικά ακούγονται νέες κραυγές από το νερό.
— Μέδουσα! Μέδουσα!
Η απόχη σηκώνεται θριαμβευτικά. Μέσα της βρίσκεται ένα μικρό, ολοστρόγγυλο, γαλάζιο πλάσμα. Δεν φαίνονται πλοκάμια, δεν φαίνονται μάτια, δεν φαίνεται σχεδόν τίποτε που να αποδεικνύει ότι είναι ζωντανό.
Μοιάζει με πλαστικό παιδικό παιχνίδι. Ή με ένα κομμάτι γαλάζιας ζελατίνης που δραπέτευσε από κάποιο πάρτι. Την ακουμπούν προσεκτικά στο τσιμεντένιο πεζούλι και συγκεντρώνονται γύρω της.
Στο μυαλό μου περνούν οι Μέδουσες που βλέπεις τυπωμένες στα μπλουζάκια των τουριστικών καταστημάτων των Κυκλάδων. Ύστερα η μυθολογική Μέδουσα της τελευταίας ταινίας του Νόλαν.
Αυτή εδώ όμως δεν μοιάζει ικανή να πετρώσει κανέναν. Είναι μικρή, λεία και βαθιά μπλε. Σαν μια γαλάζια καρδιά που χτυπά τόσο αργά ώστε εμείς δεν μπορούμε να το αντιληφθούμε.
Λίγα εκατοστά πιο πέρα βρίσκεται παρατημένο ένα παιδικό κουβαδάκι.
Γαλάζιο, με κίτρινο χερούλι. Επάνω του ένας πειρατής με κόκκινο σακάκι, καπέλο και νεκροκεφαλή. Δίπλα του ένας πράσινος παπαγάλος και στο βάθος ένα πειρατικό καράβι.
Το σύμπαν είχε πάψει πλέον να μου κλείνει το μάτι.
Μου κουνούσε ολόκληρη πειρατική σημαία.
— Βάλτε τη στο κουβαδάκι του πειρατή, τους λέω. Γεμίστε το με θαλασσινό νερό και θα δείτε τη μέδουσα να αλλάζει χρώμα.
— Τι χρώμα θα γίνει;
— Εξαρτάται από εσάς. Αν είστε άτακτοι, θα γίνει κόκκινη. Αν είστε καλά παιδιά, θα γίνει πιο βαθιά μπλε.
Κοιτάζουν εμένα. Ύστερα τη μέδουσα. Δεν είναι βέβαιοι αν πρέπει να πιστέψουν τον μεγάλο πειρατή ή τα μάτια τους. Εμένα με στηρίζουν ένα βραχιόλι με νεκροκεφαλή, ένα πλοίο κρυμμένο στα βαθιά, ένα μικρό καράβι κλειδωμένο πίσω από μια μπλε πόρτα και τώρα ένα κουβαδάκι με ζωγραφισμένο επάνω του έναν πειρατή. Δεν είναι ατράνταχτες αποδείξεις για έναν ενήλικο. Για τέσσερα παιδιά, όμως, αρχίζουν να γίνονται ανησυχητικά πολλές συμπτώσεις. Σκύβουν όλοι πάνω από το γαλάζιο πλάσμα και περιμένουν.
Η μέδουσα μπορεί να μην αλλάζει χρώμα. Τα πρόσωπά τους όμως έχουν ήδη αλλάξει. Από θριαμβευτές κυνηγοί έχουν γίνει μικροί επιστήμονες, μάγοι και δικαστές του ίδιου τους του χαρακτήρα. Προσπαθούν να αποφασίσουν αν υπήρξαν αρκετά καλά παιδιά ώστε να παραμείνει μπλε.
Εγώ σκέφτομαι ξανά το πρωινό μήνυμα της Μαρού.
— How are you?
Η Μαρού είναι ακόμη παιδί. Εγώ δεν είμαι πια τόσο παιδί. Βρισκόμαστε σε διαφορετικές ηλικίες της ζωής. Τα παιδιά που μπορούμε να κάνουμε μαζί είναι μόνο τα παιδιά των ιστοριών που μας δένουν.
Σήμερα η θάλασσα μάς έστειλε τέσσερα. Με μάσκες, μπρατσάκια και απόχες. Κι ένα πέμπτο που θα έρθει τα Χριστούγεννα. Μας έφερε έναν κάβουρα που ξέφυγε, μια γαλάζια μέδουσα κι ένα παιδικό κουβαδάκι με ζωγραφισμένο επάνω του έναν πειρατή.
Το πρωί δεν ήξερα τι να της απαντήσω. Το «καλά» θα ακουγόταν σαν να την απέφευγα. Το «ζεσταίνομαι» θα ήταν απελπιστικά κοινότοπο. Τώρα η απάντηση είναι προφανής. Βγάζω το κινητό. Ανοίγω το μήνυμά της και γράφω μία μόνο λέξη:
— Fantastic.
Πατάω αποστολή. Και επιστρέφω στα γλυκά φαντασματάκια μας.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Στη Φτελιά, ανάμεσα σε παλιούς ψαράδικους νεώσοικους, παιδιά-πειρατές και μια γαλάζια μέδουσα
Όταν οι εραστές επιστρέφουν και οι άνθρωποι της βιοπάλης παίρνουν τους δρόμους
H Αθήνα μεγαλώνει και η υπόλοιπη Ελλάδα αδειάζει
Οι δρόμοι, οι φίλοι, η κίνηση, οι στιγμές που μπορούσε να ξεχάσει για λίγο ότι ήταν ο προστάτης
Η ιστορία του Κωνσταντίνου Σπέρα, της απεργίας των μεταλλωρύχων της Σερίφου και η απρόσμενη σύνδεσή της με τη Mary Shelley και το «Frankenstein»
Μια ιστορία για την προσπάθεια του ανθρώπου να αντέξει το «γκρίζο» σε έναν κόσμο που έμαθε να βλέπει μόνο ασπρόμαυρο
Οι σκιές του παρελθόντος στις σχέσεις του σήμερα
Η εφηβεία, οι οικογενειακές δυσκολίες και η προσπάθεια ενός νέου να καταλάβει τον εαυτό του και να βρει τη θέση του μέσα στην οικογένεια και την παρέα του
Ως ένας νέος 19 χρονών, ζητώ απαντήσεις για αυτή την αδιαφορία απέναντι στα Ολυμπιακά Ακίνητα
Η αγάπη δεν φτάνει πάντα στην ώρα της
Το προσωπικό ταξίδι μιας νεαρής τραγουδοποιού που μετέτρεψε τις δυσκολίες σε δύναμη και μουσική.
Δίχως να παρασύρεται από την εικόνα που έχουν οι άλλοι για εκείνον, αυτό που τον κρατάει ακμαιότατο στη ζωή είναι η εικόνα που έχει ο ίδιος για τον εαυτό του
Στην αρχή σαν μικρά αυλάκια μετά γίνονται ρυάκια, ίσως και ποταμοί... Όσο πιο πολλά ζήσεις τόσο πιο βαθιά θα γίνονται.
Η σχέση αλλάζει όνομα. Λέγεται «φιλική». Όχι γιατί είναι. Αλλά για να μη χρειαστεί να αναλάβει κανείς ευθύνη
Το άλμπουμ των αναμνήσεών τους έκλεινε και οι δρόμοι τους είχαν ήδη χωρίσει, χωρίς επιστροφή...
"Δεν ψάχνω κάτι στιγμιαίο. Ψάχνω κάτι που να μένει."
Η Μαίρη ένιωσε ότι ο Γιάννης μιλούσε λιγότερο αλλά δεν ήξερε τι ακριβώς είχε αλλάξει
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.