- CITY GUIDE
- PODCAST
-
14°
Maylis de Kerangal, «Μέρες αντάρας»
Ένα μυθιστόρημα που αναδεικνύει την εξαιρετική περιγραφική δύναμη της συγγραφέως και την ικανότητά της να μετατρέπει έναν συγκεκριμένο τόπο —εδώ, τη Χάβρη— σε ολοκληρωμένη λογοτεχνική εμπειρία
Οι βραβευμένες «Μέρες αντάρας» της Maylis de Kerangal είναι ένα μυθιστόρημα για την επιστροφή, τον πρώτο έρωτα, την ταυτότητα, και τη διάρκεια του παρελθόντος μέσα στο παρόν
Maylis de Kerangal, «Μέρες αντάρας» (μετάφραση Στέλα Ζουμπουλάκη, 232 σελίδες, Εκδόσεις Ίκαρος).
Οι «Μέρες αντάρας» της Maylis de Kerangal ξεκινούν με κάτι που μοιάζει απολύτως με έναρξη αστυνομικού μυθιστορήματος —το πτώμα του άντρα στην προκυμαία, το εισιτήριο του σινεμά στην τσέπη του, ο αριθμός του τηλεφώνου της ηρωίδας που είναι σημειωμένος επάνω του—, αλλά στην πραγματικότητα όλο αυτό είναι ένα πρόσχημα, ένα λογοτεχνικό (αλλά και κινηματογραφικό) παραπέτασμα καπνού, καθώς έχουμε να κάνουμε βέβαια με ένα αντι-αστυνομικό βιβλίο, ένα βιβλίο που παίρνει μια παράδοση καλά εμπεδωμένη από τους αναγνώστες του Σιμενόν, ή και ακόμη μία, του Μοντιανό, μόνο και μόνο όμως για να τις γυρίσει τα μέσα έξω, και για να τους δώσει τη δική του φωνή: η έρευνα εδώ είναι καθαρά εσωτερική, στον ψυχισμό και τη μνήμη της ηρωίδας (που είναι και η ίδια γεμάτη ξένες φωνές), και της συγγραφέως.
Το βιβλίο μάς συγκίνησε και μας άγγιξε βαθιά γιατί στη θέση της Χάβρης, όπου επιστρέφει μ’ αυτόν τον βίαιο τρόπο η ήδη πληγωμένη από έναν χαμένο έρωτα πρωταγωνίστρια ύστερα από είκοσι χρόνια —μια Χάβρη αλλαγμένη από τον χρόνο και τη μνήμη, όπως είχε αλλάξει τουλάχιστον άλλη μία φορά στο παρελθόν, μετά από τους τρομακτικούς συμμαχικούς βομβαρδισμούς του Σεπτεμβρίου του 1944—, στη θέση της λοιπόν θα μπορούσε —γιατί όχι— να ήταν η Θεσσαλονίκη, μια πόλη που επίσης ταιριάζει με τη μελαγχολία ενός κουρασμένου Μαιγκρέ, ένα τοπίο εξίσου κινηματογραφικό, ένα λιμάνι που και αυτό είναι σκοτεινό και φτιαγμένο από αλλεπάλληλες στρώσεις χρόνου, αχνών, μισοσβησμένων αναμνήσεων, μεγάλων καταστροφών, και μυστικών.
Αλλά και γιατί η Χάβρη φιλοξενεί, εδώ, και σημερινούς πρόσφυγες:
Συγκινημένη, κατάπιε για να ξαναβρεί την αναπνοή της, και η Γιούλια πήρε αμέσως τη σκυτάλη, με την ίδια ένταση, το ίδιο αίσθημα κατεπείγοντος: τις σειρήνες όμως του συναγερμού αρχίζεις να τις μαθαίνεις, είναι απίστευτο πόσο γρήγορα προσαρμόζεσαι, πόσο γρήγορα μαθαίνεις να ζεις χωρίς να κάνεις σχέδια για το μέλλον, ν’ αναπνέεις μέρα τη μέρα, κι ας ζεις σε μια χώρα όπου η μηχανή του πολέμου δεν σταμάτησε ποτέ, όπου για χρόνια μύριζε μπαρούτι, όπου έγινε το Μαϊντάν, η βία, οι μάχες, όπου όλ’ αυτά ήταν με κάποιον τρόπο προβλέψιμα, όμως αυτό, αυτόν τον πόλεμο, όχι, δεν τον ξέρεις, κι έτσι, το πρωί της 24ης Φεβρουαρίου χιλιάδες άνθρωποι πλημμυρίζουν τον σιδηροδρομικό σταθμό, δημιουργείται μποτιλιάρισμα εκατοντάδων χιλιομέτρων καθώς οι Ρώσοι βομβαρδίζουν τη συνοικία Σάλτιβκα σαν να ήταν ένας μόνο άνθρωπος. Μετά από αυτό, η μια συνοικία μετά την άλλη, το Χάρκοβο ισοπεδώνεται μεθοδικά, το κέντρο της πόλης ερημώνει, ο κόσμος συνεχίζει να φεύγει προς τη Δύση, they keep fleeing to the West, το διαμέρισμά σου καταρρέει κι εσύ κατεβαίνεις και πηγαίνεις να ζήσεις στο μετρό, στις σήραγγες της στάσης Χερόιβ Πρατσί, όπου ανακαλύπτεις έναν απέραντο καταυλισμό, ένα κράμα από ανθρώπους και μπόγους, γάτες καλομαθημένες σαν σταρ, ξαπλωμένες νωχελικά πάνω σε κουβέρτες. Οι άντρες της τοπικής άμυνας περνάνε για να βοηθήσουν, τους φωνάζουμε, τους φλερτάρουμε, μοιράζουμε μαζί τους τρόφιμα και φάρμακα. Περνάμε ώρες στα κοινωνικά δίκτυα, περνάνε βδομάδες ολόκληρες χωρίς να το παίρνουμε απόφαση ν’ ανέβουμε στην επιφάνεια, κάποια βράδια παίζουμε κιθάρα, απαγγέλλουμε ποιήματα, η Ντάρια κι εγώ, στο τέλος ανοίγουμε έναν αυτοσχέδιο πάγκο μανικιούρ: βάφουμε τα νύχια με τα χρώματα της Ουκρανίας, blue and yellow stripes. Η Γιούλια και η Ντάρια σήκωσαν τα χέρια και κούνησαν τα δάχτυλά τους με τα δίχρωμα νύχια.
Η υποδοχή που επιφύλαξε στο μυθιστόρημα η κριτική ήταν θερμή. Το βιβλίο, με την κοφτή, λαχανιασμένη του γραφή που θυμίζει διψασμένη θάλασσα, τον γρήγορο ρυθμό του, τη δύναμη της περιγραφής που έχει η Κερανγκάλ —όλα αυτά αποτυπώνονται έξοχα, και τόσο δημιουργικά, στην ολόφρεσκη ελληνική μετάφραση—, με τις συγκινήσεις του και τα αβέβαια φαντάσματά του, με το υλικό του χρόνου που πραγματεύεται και τα κύματα του παρελθόντος που σκεπάζουν τις σελίδες του κουβαλώντας ταραγμένες αναμνήσεις, πήρε δύο μεγάλα βραβεία (ARDUA και Patrimoines), και βρέθηκε στη λίστα του Goncourt.
Η αστυνομική πλοκή, με την οποία δημιουργούνται εξαρχής συγκεκριμένες προσδοκίες, υποχωρεί για μεγάλα διαστήματα, κι αυτή είναι μια σοφή επιλογή. Οι «Μέρες αντάρας» σε παρασύρουν ακριβώς εκεί όπου η προσωπική μνήμη συναντά τη συλλογική ιστορία της πόλης —η Χάβρη, με τις καταστροφές, τις μεταμορφώσεις και τις πολλαπλές ιστορίες της, παραμένει η σημαντικότερη παρουσία— και τη ζωή άλλων ανθρώπων.
* * *
Όμως είπαμε πολλά. Δίνουμε αμέσως τον λόγο στη μεταφράστρια του βιβλίου, Στέλα Ζουμπουλάκη, αφού πρώτα την ευχαριστήσουμε θερμά για την προθυμία και τον χρόνο της:
Ένα πτώμα, ένα στοιχείο, μία ύποπτη. Θα μπορούσε ασφαλώς έτσι να ξεκινά ένα αστυνομικό μυθιστόρημα· όλα είναι εκεί. Υπάρχει το πτώμα, ερευνητές, ιατροδικαστές, αστυνομικά τμήματα, ανακριτικές διαδικασίες, ύποπτοι. Οι «Μέρες αντάρας» όμως δεν είναι ένα αστυνομικό βιβλίο, αλλά ένα βιβλίο επιστροφής. Επιστροφής σε μια πόλη, σε έναν νεότερο εαυτό, στη μνήμη. Η ηρωίδα μας καλείται να επιστρέψει στη Χάβρη, στην πόλη όπου μεγάλωσε, καθώς με αινιγματικό τρόπο συνδέεται άμεσα με έναν άντρα που εντοπίζεται νεκρός στην παραλία. Κι αυτή είναι η αφορμή για μια διαδρομή από το παρόν στο παρελθόν, τόσο προσωπικό όσο και συλλογικό. Η έρευνα μπλέκεται με τις αναμνήσεις, και η προσωπική ιστορία διασταυρώνεται με την ιστορία της πόλης.
Αυτό είναι που απόλαυσα περισσότερο σε αυτό το βιβλίο. Το γεγονός πως μεταφράζοντάς το ένιωθα πως δεν μετέφραζα μόνο μια ιστορία, αλλά και έναν τόπο. Η Χάβρη δεν είναι στο βιβλίο απλώς το σκηνικό όπου εκτυλίσσεται η αφήγηση· είναι πανταχού παρούσα, ένας ζωντανός οργανισμός, πρωταγωνιστεί σχεδόν, καθορίζει τον ρυθμό της αφήγησης. Κι εγώ μεταφερόμουν σε αυτή την γκρίζα βροχερή πόλη, με το κλίμα του ωκεανού, τις παλίρροιες, τους δυνατούς ανέμους που τα σαρώνουν όλα στο πέρασμά τους, και γνώριζα όλο και περισσότερα για αυτήν και την ιστορία της. Κι όσο μετέφραζα ήθελα να μάθω κι άλλα. Με γοήτευσε πολύ το κομμάτι που μιλά για τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, τους βομβαρδισμούς, την ολοκληρωτική καταστροφή. Και μετά η επιστροφή στο τώρα, στην αναζήτηση ενός ίχνους της παλιάς πόλης στην καινούργια. Σαν την αναζήτηση του νεανικού εαυτού στο σήμερα της ηρωίδας.
Κι εγώ μεταφερόμουν σε αυτή την γκρίζα βροχερή πόλη, με το κλίμα του ωκεανού, τις παλίρροιες, τους δυνατούς ανέμους που τα σαρώνουν όλα στο πέρασμά τους, και γνώριζα όλο και περισσότερα για αυτήν και την ιστορία της. Κι όσο μετέφραζα ήθελα να μάθω κι άλλα.
Η γραφή της Κερανγκάλ είναι δύσκολη και πυκνή. Οι φράσεις της περίπλοκες, μοιάζει να παλινδρομούν. Παρατηρεί με ακρίβεια τον περιβάλλοντα χώρο, αλλά ταυτόχρονα οι προτάσεις της είναι στοχαστικές κι έχουν έντονο συγκινησιακό βάρος, μοιάζουν συχνά να ακολουθούν τη θάλασσα: γεμάτες κίνηση και σωρεία λεπτομερειών, πάνε κι έρχονται μπρος-πίσω, φέρνουν στην επιφάνεια μνήμες και εικόνες, μεταφέρονται από το παρελθόν στο παρόν και πάλι πίσω. Στη μετάφραση προσπάθησα κι εγώ να κρατήσω αυτόν τον παλμό.
Η συγγραφέας συνδέεται βαθιά με τη Χάβρη, και αυτό φαίνεται στη λεπτομέρεια με την οποία αποδίδει την ατμόσφαιρά της: τις αποβάθρες, το λιμάνι, τις διαφορετικές γειτονιές, την αρχιτεκτονική της ανασυγκρότησης, το κλίμα, το φως, τον αέρα, την αίσθηση μιας πόλης στραμμένης πάντα προς τον ορίζοντα. Μέσα από τη Χάβρη, έναν τόπο προσωπικής και συλλογικής μνήμης, μια πόλη αναχωρήσεων και επιστροφών, χτισμένη πάνω σε ρήγματα, απώλειες και ανακατασκευές, μας μιλά για τα ρήγματα και τα σημάδια που φέρουμε όλοι πάνω μας, στα οποία, όσο κι αν νομίζουμε πως τα ’χουμε αφήσει πίσω μας, πάντα θα επιστρέφουμε.
Μεταφράζοντάς την, είχα συχνά την αίσθηση ότι ακολουθώ μια παλίρροια: κάθε λέξη έφερνε μαζί της κάτι από το παρελθόν, κάθε εικόνα άνοιγε έναν καινούργιο χώρο. Η μετάφραση έγινε έτσι μια μορφή περιπλάνησης μέσα στην πόλη, αλλά και μέσα στη γλώσσα της συγγραφέα, προσπαθώντας να διατηρήσω τη ροή του λόγου που τη ζωντανεύει, επιστρέφοντας διαρκώς σε έναν τόπο που δεν μου ανήκει αλλά έπρεπε να τον κατοικήσω μέσω της γλώσσας. Έπρεπε επίσης να διαφυλάξω τη σχεδόν κινηματογραφική ματιά της Κερανγκάλ. Όπως η θάλασσα μπορεί να φέρει στην επιφάνεια τα πιο απίστευτα πράγματα, έτσι λειτουργεί και η γραφή της: μπορεί να μας μεταφέρει, από τον βομβαρδισμό της Χάβρης και την ολοκληρωτική ισοπέδωσή της στο τέλος του πολέμου, στο Χάρκοβο και έναν άλλο βομβαρδισμό πολλά χρόνια μετά, και ξανά πίσω σε ένα καταφύγιο στη Χάβρη, μετά στο Παρίσι, σε αγώνες ξιφασκίας, σε αίθουσες νεκροτομείου και αστυνομικά τμήματα, και πάλι πίσω στις αποβάθρες, και πιο πίσω σε μια εφηβική ιστορία, μια αίθουσα κινηματογράφου, μια καθέλκυση πλοίου.
Έπρεπε επίσης να διαφυλάξω τη σχεδόν κινηματογραφική ματιά της Κερανγκάλ. Όπως η θάλασσα μπορεί να φέρει στην επιφάνεια τα πιο απίστευτα πράγματα, έτσι λειτουργεί και η γραφή της.
Κι όμως, όσο ασύνδετα κι αν μοιάζουν όλα αυτά, δένουν: με τον ταραχώδη και κυματιστό, αν μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε έτσι, τρόπο γραφής της Κερανγκάλ, όλα φαίνονται να ενώνονται και να συνθέτουν ένα βαθιά ατμοσφαιρικό βιβλίο. Κι εγώ ενώ το μετέφραζα σε μια άλλη πόλη, ηλιόλουστη και ζεστή, ένιωθα τόσο έντονα μέσα μου την παρουσία της Χάβρης, που την κουβαλάω ακόμα κι ας έχει περάσει καιρός· είναι σαν να την ξέρω. Δεν είναι άραγε αυτή η δύναμη της λογοτεχνίας;
- Νά και το οπισθόφυλλο:
Το Νοέμβριο του 2022, μια γυναίκα δέχεται ένα τηλεφώνημα από την αστυνομία. Ένα πτώμα βρέθηκε στην παραλία της Χάβρης, της πόλης όπου μεγάλωσε. Στην τσέπη του θύματος, ένα εισιτήριο κινηματογράφου έχει γραμμένο το τηλέφωνό της. Ποιος ήταν αυτός ο άντρας και πώς συνδεόταν μαζί της;
Οι επίμονες ερωτήσεις των αστυνομικών δίνουν αφορμή για μια αγωνιώδη αναζήτηση στα στενά της πόλης που άφησε πίσω, μα και στους διαδρόμους της ίδιας της μνήμης της. Κατά τη διάρκεια μίας και μόνο μέρας, η γυναίκα αυτή θα περιπλανηθεί σε μία Χάβρη τριγυρισμένη από ξεχασμένα πρόσωπα και αλλοτινές σκιές καθώς τα κύματα του λιμανιού μοιάζουν να χορεύουν στο ρυθμό των αναμνήσεων. Τι απέμεινε όρθιο μετά από είκοσι χρόνια απουσίας;
Μια προσωπική αστική οδύσσεια που διερευνά το πώς χτίζουμε συνεχώς τον εαυτό μας πάνω σε ερείπια και πώς μαθαίνουμε να προχωράμε παρέα με τα φαντάσματα του παρελθόντος.
- Και ένα μικρό βιογραφικό της συγγραφέως:
Η Maylis de Kerangal (Μαϊλίς ντε Κερανγκάλ) γεννήθηκε στην Τουλόν το 1967 και μεγάλωσε στη Χάβρη. Έχει γράψει οκτώ μυθιστορήματα, μεταξύ των οποίων το «Naissance d’un pont» (Prix Franz Hessel 2010, Prix Médicis 2010), το «Réparer les vivants» (Grand Prix RTL-Lire, Student Choice Novel of the Year από το France Culture και το Télérama) και το «Un chemin de tables», του οποίου η αγγλική έκδοση («The Cook») ήταν επιλογή των εκδοτών των New York Times. Ζει στο Παρίσι.
Βρείτε το στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς σας, ή όπου αλλού σάς αρέσει να προμηθεύεστε τα βιβλία σας.
* * *
Για τους νέους τίτλους που διαβάσαμε και σας προτείνουμε, γράφουμε κάθε Κυριακή εδώ, στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Κάθε Δευτέρα και Τετάρτη, ανεβαίνει και από ένα σημείωμά μας για πράγματα που μάθαμε, που μας έκαναν εντύπωση, ή που μας προβλημάτισαν. Κάθε Τρίτη πρωί, μας ακούτε στο πόντκαστ για το βιβλίο και την τηλεόραση που κάνουμε με τη Σαπφώ Καρδιακού. Κάθε Παρασκευή, διαβάστε τη στήλη μας «Καλή Ερώτηση»: απαντάμε στα πάντα, με όσο περισσότερη αισιοδοξία και θετική ματιά μπορούμε. Κάθε Σάββατο, βυθιστείτε στο χορταστικό αλμανάκ μας στη Thess Voice. Μη διστάσετε να μας στείλετε μέιλ, αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Σας ευχαριστούμε πολύ!
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ένα μυθιστόρημα που αναδεικνύει την εξαιρετική περιγραφική δύναμη της συγγραφέως και την ικανότητά της να μετατρέπει έναν συγκεκριμένο τόπο —εδώ, τη Χάβρη— σε ολοκληρωμένη λογοτεχνική εμπειρία
Κυκλοφορεί τον Δεκέμβριο από τις Εκδόσεις Πατάκη
Χωράνε στην τσάντα, μέχρι και στην τσέπη, και διαβάζονται ωραία, το καθένα με το δικό του τρόπο
Στο πλαίσιο συμπλήρωσης των 60 χρόνων προσφοράς του ΜΙΕΤ στα γράμματα, τις τέχνες και τον πολιτισμό
Από τη Θήβα και τα πρώτα χρόνια της ζωής της μέχρι τις μεγάλες συναυλίες
Δείτε πώς συζητούν δύο συγγραφείς μεταξύ τους.
«Το γράμμα μιας άγνωστης», «Αμόκ ή ο τρελός της Μαλαισίας» και «Το φεγγαρόλουστο δρομάκι»: τρεις συναρπαστικές νουβέλες του Τσβάιχ σε μία έκδοση από τις εκδόσεις Γκοβόστη
Η δεύτερη έκδοση ενός ογκώδους και πολύτιμου λεξικού με τη σφραγίδα της Ακαδημίας Αθηνών
Ρεπορτάζ και μαρτυρίες ογδόντα χρόνια μετά την καταδίκη των Ναζί ηγετών
Από τις «Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας» μέχρι τους «Βρίκελους», 10 βιβλία που φέρνουν τον τρόμο και τη λαογραφία
Ο συγγραφέας του «Λίνε» και podcaster της ATHENS VOICE μιλά για τα παιδιά, τα «πρέπει» που μαθαίνουμε από μικροί κι εκείνες τις μικρές «καμπύλες» που μας βοηθούν να ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε.
Συναντήσαμε τον διάσημο Ελβετό συγγραφέα και φιλόσοφο και μιλήσαμε για τον έρωτα, την ευτυχία και την παιδική ηλικία
Η ATHENS VOICE ξεφυλλίζει σελίδες προσωπικής ανάπτυξης
Η ATHENS VOICE ξεφυλλίζει σελίδες για παιδιά και εφήβους
Η ATHENS VOICE ξεφυλλίζει σελίδες ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας
Η ATHENS VOICE ξεφυλλίζει non fiction σελίδες
Μια συλλογή άρθρων και παρεμβάσεων για την ελληνική οικονομία μετά τα Μνημόνια. Το βιβλίο παρουσιάζεται στις 9 Νοεμβρίου στην ΕΣΗΕΑ.
Το μεγαλύτερο βικτωριανό μυθιστόρημα που… δεν γράφτηκε ποτέ, οι γυναίκες εκδικούνται —επιτέλους—, και λίγος τρόμος για να μπει καλά το Halloween
Πώς ο πόνος και το τραύμα μετατρέπονται σε πηγές ηθικής υπεροχής, κοινωνικής αναγνώρισης και εξουσίας
Η κοινή μοίρα και η ελληνική ιδιαιτερότητα των συγγραφέων μας στην παγκόσμια κοινότητα των εκδόσεων
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.